13 Αυγούστου 2026

Κόκκινα δάνεια: Αλλαγές στους κανόνες εξετάζει η Κομισιόν

Σε επανεξέταση βασικών κανόνων που διέπουν τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs) προσανατολίζεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο πλαίσιο της τελευταίας έκθεσής της για την ανταγωνιστικότητα του τραπεζικού τομέα και τη λειτουργία της ενιαίας τραπεζικής αγοράς.

Στην έκθεση αναφέρθηκε χθες ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, κατά τη συνέντευξή του στο ενημερωτικό δελτίο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για την Τραπεζική Εποπτεία.

Ο κ. Πιερρακάκης επισήμανε ότι ένας από τους τρεις βασικούς στόχους για την ευρωπαϊκή τραπεζική αγορά είναι η αναζήτηση κοινής γραμμής στα σημεία όπου μπορεί να γίνει απλούστερο το κανονιστικό πλαίσιο, χωρίς να πληγούν η ανθεκτικότητα των τραπεζών και η χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Όπως ανέφερε, η προσαρμογή των κανόνων δεν ισοδυναμεί με χαλάρωση των εποπτικών προτύπων. Το ζητούμενο είναι οι ευρωπαϊκές τράπεζες να μπορούν να ανταγωνίζονται αποτελεσματικότερα, διατηρώντας ταυτόχρονα τα αναγκαία επίπεδα ασφάλειας για το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Στο μικροσκόπιο οι κανόνες για τα κόκκινα δάνεια

Η έκθεση της Κομισιόν κάνει ειδική αναφορά στο πλαίσιο αντιμετώπισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, αναγνωρίζοντας ότι οι κανόνες που εφαρμόστηκαν τα προηγούμενα χρόνια συνέβαλαν καθοριστικά στη μείωση των προβληματικών ανοιγμάτων από εξαιρετικά υψηλά επίπεδα σε ιστορικά χαμηλά.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θέτει πλέον το ερώτημα κατά πόσο το συγκεκριμένο πλαίσιο παραμένει εξίσου αποτελεσματικό σε όλες τις φάσεις του οικονομικού κύκλου.

Στο επίκεντρο βρίσκονται κυρίως ο σημερινός μηχανισμός κάλυψης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και ο τρόπος με τον οποίο ορίζεται η αθέτηση υποχρέωσης.

Η Κομισιόν εξετάζει εάν οι ισχύοντες κανόνες περιορίζουν υπερβολικά τη δυνατότητα των τραπεζών να παρεμβαίνουν προληπτικά και να συνεργάζονται σε πρώιμο στάδιο με πελάτες που αντιμετωπίζουν προσωρινές δυσκολίες, ακόμη και όταν υπάρχουν ουσιαστικές πιθανότητες οικονομικής ανάκαμψης.

Στην ίδια προβληματική εντάσσονται και περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζονται νομοθετικά καθεστώτα αναστολής πληρωμών.

Η έκθεση επισημαίνει ότι η προληπτική αντιμετώπιση των ανοιγμάτων σε αθέτηση απαιτεί λεπτή ισορροπία.

Μια υπερβολικά χαλαρή εποπτική προσέγγιση μπορεί να οδηγήσει σε απόκρυψη κινδύνων και ζημιών που συσσωρεύονται στους ισολογισμούς των τραπεζών, παρουσιάζοντας τεχνητά καλύτερη εικόνα της οικονομικής τους κατάστασης.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, πιστωτές, καταθέτες και επενδυτές θα μπορούσαν να σχηματίσουν λανθασμένη εικόνα για την πραγματική σταθερότητα και κερδοφορία ενός πιστωτικού ιδρύματος.

Παράλληλα, οι εποπτικές Αρχές ενδέχεται να μην εντοπίσουν εγκαίρως προβλήματα συμμόρφωσης, με αποτέλεσμα οι διορθωτικές παρεμβάσεις να καθυστερήσουν μέχρι το σημείο όπου η αποκατάσταση της κατάστασης θα είναι σημαντικά δυσκολότερη.

Σε επίπεδο συνολικής οικονομίας, η καθυστερημένη αναγνώριση των ζημιών μπορεί να προκαλέσει ακόμη και αιφνίδια κατάρρευση τραπεζικών ιδρυμάτων, ενδεχομένως σε περισσότερες από μία περιπτώσεις ταυτόχρονα, με σοβαρές συνέπειες για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Στον αντίποδα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προειδοποιεί ότι μια υπερβολικά αυστηρή αντιμετώπιση μπορεί να ενισχύσει την προκυκλικότητα των εποπτικών κανόνων σε περιόδους ύφεσης.

Όταν ένα τραπεζικό άνοιγμα χαρακτηριστεί ως αθετημένο, η τράπεζα υποχρεώνεται να αναγνωρίσει ζημίες, να τις αφαιρέσει από τα ίδια κεφάλαιά της και να εφαρμόσει αυξημένους συντελεστές στάθμισης κινδύνου στο υπόλοιπο άνοιγμα.

Η ίδια διαδικασία επιβαρύνει την πιστοληπτική εικόνα του οφειλέτη και μπορεί να προκαλέσει ευρύτερες συνέπειες, ακόμη και την ταξινόμηση ως αθετημένων και άλλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων που διατηρεί ο ίδιος πελάτης στην ίδια τράπεζα.

Εάν οι απαιτήσεις αυτές δεν είναι σωστά βαθμονομημένες, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι περιορισμός της πιστωτικής επέκτασης ακριβώς τη στιγμή που επιχειρήσεις και νοικοκυριά χρειάζονται περισσότερο τη χρηματοδότηση.

Σε συνθήκες ύφεσης, μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να επιτείνει το οικονομικό πρόβλημα, καθώς οι τράπεζες θα περιορίζουν τις χορηγήσεις προκειμένου να προστατεύσουν τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας.

Ο κεντρικός στόχος του πλαισίου για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια παραμένει επομένως διπλός: να προστατεύεται η σταθερότητα των επιμέρους τραπεζών και ολόκληρου του χρηματοπιστωτικού συστήματος, διατηρώντας παράλληλα τη δυνατότητα των τραπεζών να χρηματοδοτούν την πραγματική οικονομία ακόμη και σε περιόδους έντονης πίεσης.

Από το 6,5% στο 1,8% τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στην ΕΕ

Το σημερινό ευρωπαϊκό πλαίσιο διαμορφώθηκε μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση και τις διαδοχικές υφέσεις, όταν μεγάλος όγκος προβληματικών δανείων είχε συσσωρευτεί στους τραπεζικούς ισολογισμούς.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση προχώρησε τότε σε σειρά νομοθετικών και εποπτικών παρεμβάσεων με στόχο τη σταδιακή μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και την ενίσχυση της δυνατότητας των τραπεζών να διαχειρίζονται προβληματικά στοιχεία ενεργητικού.

Η συσσώρευση κόκκινων δανείων είχε υπονομεύσει την ευρωστία των τραπεζών και περιόριζε σοβαρά την ικανότητά τους να διοχετεύουν νέα πίστωση στην οικονομία.

Μεταξύ των βασικών παρεμβάσεων ήταν η καθιέρωση του μηχανισμού ασφαλείας για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και η διαμόρφωση του ορισμού της αθέτησης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 178 του Κανονισμού Κεφαλαιακών Απαιτήσεων και στις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών.

Ο μηχανισμός ασφαλείας αποτελεί μέτρο του Πυλώνα 1 και υποχρεώνει τις τράπεζες να καλύπτουν, μέσα σε συγκεκριμένες χρονικές προθεσμίες, τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματά τους με ελάχιστα επίπεδα προβλέψεων ή άλλης κάλυψης.

Παράλληλα, ο ορισμός της αθέτησης καθορίζει πότε ένα άνοιγμα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως προβληματικό για σκοπούς προληπτικής εποπτείας.

Η Κομισιόν σημειώνει ότι οι όροι «μη εξυπηρετούμενο άνοιγμα» και «άνοιγμα σε αθέτηση» δεν ταυτίζονται απόλυτα, κυρίως για ιστορικούς λόγους.

Οι δύο έννοιες, ωστόσο, παρουσιάζουν πολύ μεγάλη αλληλοεπικάλυψη, με αποτέλεσμα η συνολική απόκλιση ανάμεσα στα ποσά που καταγράφονται στις δύο κατηγορίες να θεωρείται περιορισμένη.

Τα μέτρα της τελευταίας δεκαετίας είχαν εμφανές αποτέλεσμα στην ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το 2014 τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αντιστοιχούσαν στο 6,5% του συνόλου των δανείων και προκαταβολών, αποτελώντας ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα για τον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο.

Έκτοτε, η εικόνα έχει αλλάξει θεαματικά. Με τη μείωση των κινδύνων και την ενίσχυση των μηχανισμών διαχείρισης προβληματικών δανείων, ο σχετικός δείκτης υποχώρησε στο 1,8% και παρέμεινε σταθερός σε αυτό το επίπεδο από το τέταρτο τρίμηνο του 2025.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τονίζει ότι ο τραπεζικός τομέας της ΕΕ κατάφερε να περάσει διαδοχικά από την πανδημία, την απότομη άνοδο του πληθωρισμού και την ενεργειακή κρίση χωρίς σημαντική επιδείνωση της συνολικής πιστωτικής ποιότητας.

Η εικόνα παραμένει γενικά ελεγχόμενη, ωστόσο υπάρχουν ενδείξεις που απαιτούν συνεχή παρακολούθηση.

Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στα δάνεια του Σταδίου 2, δηλαδή εκείνα στα οποία έχει καταγραφεί σημαντική αύξηση του πιστωτικού κινδύνου βάσει του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Αναφοράς 9.

Το ποσοστό αυτών των δανείων αυξήθηκε την τελευταία πενταετία από 8% σε 9,5%, εξέλιξη που δείχνει ότι ένα μεγαλύτερο τμήμα των χαρτοφυλακίων των τραπεζών εμφανίζει αυξημένο επίπεδο κινδύνου, χωρίς ακόμη να έχει καταστεί μη εξυπηρετούμενο.

Η Κομισιόν προειδοποιεί παράλληλα ότι νέες ευπάθειες μπορεί να εμφανιστούν λόγω της αβεβαιότητας που επικρατεί στις μακροοικονομικές και γεωπολιτικές συνθήκες.

Η συζήτηση που ανοίγει σε ευρωπαϊκό επίπεδο αφορά πλέον το επόμενο βήμα: πώς θα διατηρηθούν τα αυστηρά εργαλεία που απέτρεψαν νέα συσσώρευση κόκκινων δανείων, χωρίς το ίδιο το κανονιστικό πλαίσιο να εμποδίζει έγκαιρες ρυθμίσεις και βιώσιμες λύσεις για δανειολήπτες που μπορούν να επανέλθουν σε κανονική εξυπηρέτηση των υποχρεώσεών τους.