27 Μαΐου 2026

Δίκη Τεμπών: Νομική αντιπαράθεση για Δημόσιο, ΟΣΕ και ελλείψεις ασφαλείας

Σύνοψη Άρθρου

Με ενστάσεις κατά της παράστασης του Ελληνικού Δημοσίου συνεχίστηκε η δίκη για το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη.

Οι συνήγοροι υπεράσπισης υποστήριξαν ότι το Δημόσιο φέρει ευθύνη για ελλείψεις στα συστήματα ασφαλείας του σιδηροδρόμου.

Η διαδικασία συνεχίζεται με εξέταση αιτημάτων που αφορούν τη συμμετοχή φορέων ως υποστηρικτών της κατηγορίας.

Με ενστάσεις των κατηγορουμένων κατά της παράστασης του Ελληνικού Δημοσίου συνεχίστηκε η δίκη για το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη, σε μια διαδικασία που παραμένει εξαιρετικά φορτισμένη θεσμικά, νομικά και κοινωνικά.

Οι συνήγοροι υπεράσπισης έθεσαν ζήτημα νομιμότητας της συμμετοχής του Δημοσίου ως υποστηρίζοντος την κατηγορία, υποστηρίζοντας ότι το κράτος δεν μπορεί να εμφανίζεται στη συγκεκριμένη υπόθεση μόνο από τη θέση του κατηγόρου, από τη στιγμή που η συζήτηση αγγίζει ευθέως τις χρόνιες αδυναμίες ασφαλείας του σιδηροδρομικού δικτύου.

Η επιχειρηματολογία της υπεράσπισης επικεντρώθηκε στην κατάσταση των υποδομών, στη λειτουργία των κρίσιμων συστημάτων ασφαλείας και στις ευθύνες που, κατά τους συνηγόρους, συνδέονται με τη διαχρονική αδυναμία του κρατικού μηχανισμού να διασφαλίσει ασφαλή σιδηροδρομική κυκλοφορία.

Οι ενστάσεις για τον ρόλο του Δημοσίου

Κεντρική θέση των συνηγόρων ήταν ότι το ίδιο το Δημόσιο φέρει σημαντικό μέρος ευθύνης για τη μη πλήρη λειτουργία των συστημάτων ασφαλείας στον ελληνικό σιδηρόδρομο. Σύμφωνα με την υπεράσπιση, οι συγκεκριμένες ελλείψεις αποτέλεσαν κρίσιμο παράγοντα που συνδέεται με την τραγωδία.

Με βάση αυτή την επιχειρηματολογία, οι συνήγοροι ζήτησαν να μη γίνει δεκτή η παράσταση του Ελληνικού Δημοσίου ως υποστηρικτή της κατηγορίας για τους συγκεκριμένους κατηγορούμενους. Όπως ανέφεραν, δημιουργείται σοβαρό ζήτημα όταν ένας φορέας που έχει ευθύνη για υποδομές, εποπτεία και ασφάλεια εμφανίζεται στη δίκη ως πλευρά που υποστηρίζει την κατηγορία.

Η παράσταση του Δημοσίου αφορά τρεις σταθμάρχες της απογευματινής και βραδινής βάρδιας, καθώς και τον τότε προϊστάμενο του Τμήματος Επιθεώρησης Λάρισας της Υπηρεσίας Υποστήριξης Κυκλοφορίας Κεντρικής και Νοτίου Ελλάδος του ΟΣΕ.

Οι κατηγορούμενοι αυτοί συνδέονται με επιχειρησιακές θέσεις που είχαν κρίσιμο ρόλο στη λειτουργία του σιδηροδρομικού δικτύου την περίοδο του δυστυχήματος. Η υπεράσπιση, ωστόσο, επιχειρεί να αναδείξει ότι οι ατομικές ευθύνες πρέπει να εξεταστούν μέσα στο συνολικό πλαίσιο των ελλείψεων και των συστημικών δυσλειτουργιών.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στον σταθμάρχη της βραδινής βάρδιας της 28ης Φεβρουαρίου 2023. Μέσω του συνηγόρου του, επικαλέστηκε την περιορισμένη εμπειρία του και την ανεπαρκή λειτουργία των συστημάτων ασφαλείας, επιδιώκοντας να αντικρούσει τη συμμετοχή του Δημοσίου στη διαδικασία εις βάρος του.

Η πλευρά του υποστήριξε ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες εκτελούσε τα καθήκοντά του δεν παρείχαν το αναγκαίο επίπεδο τεχνικής υποστήριξης, ελέγχου και ασφαλιστικών δικλίδων. Το επιχείρημα αυτό εντάσσεται στη συνολικότερη γραμμή της υπεράσπισης ότι η υπόθεση δεν μπορεί να περιοριστεί σε μεμονωμένες πράξεις ή παραλείψεις προσώπων πρώτης γραμμής.

Η συνέχεια της δίκης και τα επόμενα αιτήματα

Οι συνήγοροι των τεσσάρων κατηγορουμένων ζήτησαν την εξαίρεση του Ελληνικού Δημοσίου από τη διαδικασία ως υποστηρίζοντος την κατηγορία, επιμένοντας ότι τίθεται ζήτημα θεσμικής και δικονομικής συνέπειας.

Η διαδικασία συνεχίζεται με την εξέταση των ενστάσεων και των αιτημάτων που έχουν κατατεθεί και από άλλους κατηγορούμενους. Στο επίκεντρο βρίσκονται επίσης ζητήματα που αφορούν την παράσταση των Δικηγορικών Συλλόγων και του Σωματείου Ελλήνων Μηχανοδηγών «Πανελλήνια Ένωση Προσωπικού Έλξης».

Πριν από την έναρξη της συνεδρίασης, συνήγορος υπεράσπισης πρώην προέδρου του ΟΣΕ γνωστοποίησε ότι ανακαλεί την ένσταση που είχε υποβάλει σχετικά με τη συμμετοχή των συγγενών των θυμάτων και των τραυματιών στη διαδικασία.

Στη δικαστική αίθουσα παρέστησαν έξι κατηγορούμενοι, ενώ η παρουσία της αστυνομίας ήταν διακριτική. Από την πλευρά της υποστήριξης της κατηγορίας εκφράστηκε ικανοποίηση για τις πρόσφατες αλλαγές στην αίθουσα, καθώς η δίκη για τα Τέμπη αποτελεί μία από τις πλέον σημαντικές και ευαίσθητες δικαστικές διαδικασίες των τελευταίων ετών.

Η εξέταση των ενστάσεων αναμένεται να καθορίσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα συνεχιστεί η ακροαματική διαδικασία. Πέρα από τις ατομικές ποινικές ευθύνες, στο βάθος της δίκης παραμένει το ευρύτερο ζήτημα της ασφάλειας των σιδηροδρόμων, της λειτουργίας των κρατικών μηχανισμών και της ανάγκης πλήρους αποτύπωσης όλων των παραγόντων που οδήγησαν στη τραγωδία των Τεμπών.