Δημογραφικό αδιέξοδο και ΕΦΚΑ: Πώς το σύστημα αποθαρρύνει οικογένεια και τεκνοποίηση
Τα τελευταία χρόνια καταγράφεται αισθητή αύξηση στις υιοθεσίες ζώων συντροφιάς, ιδιαίτερα από ηλικιωμένους, σε μια περίοδο κατά την οποία η καθημερινότητα γίνεται ολοένα πιο περιοριστική και οι οικονομικές δυνατότητες συρρικνώνονται. Για πολλούς συνταξιούχους, ένα κατοικίδιο φαίνεται να καλύπτει ένα κενό συντροφικότητας και ζωής, σε μια πραγματικότητα όπου οι εκδρομές, τα χόμπι και οι άλλες μικρές αποδράσεις γίνονται όλο και πιο δύσκολες λόγω ακρίβειας.
Πίσω όμως από αυτή την κοινωνική μετατόπιση κρύβεται ένα πολύ βαθύτερο ερώτημα, που αγγίζει τον πυρήνα της δημογραφικής κρίσης και της στάσης του κράτους απέναντι στην οικογένεια. Σε μια εποχή όπου το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται και οι βιολογικές και κοινωνικές συνθήκες έχουν αλλάξει, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι οι σημερινοί συνταξιούχοι έχουν τη δυνατότητα να μεγαλώσουν ή να υιοθετήσουν ακόμη και ένα παιδί. Στην πράξη, όμως, το ελληνικό κράτος εξακολουθεί να λειτουργεί με όρους που όχι μόνο δεν ενθαρρύνουν, αλλά συχνά αποτρέπουν τέτοιες επιλογές.
Το ασφαλιστικό αφήνει εκτός στήριξης την οικογένεια
Η εικόνα που διαμορφώνεται γύρω από τον ΕΦΚΑ είναι ενδεικτική αυτής της λογικής. Το ασφαλιστικό σύστημα δεν προβλέπει επίδομα γάμου, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου ο ένας σύζυγος δεν εργάζεται και δεν διαθέτει κανένα εισόδημα. Την ίδια ώρα, το Δημόσιο εξακολουθεί να αναγνωρίζει αντίστοιχη παροχή στους δικούς του υπαλλήλους, δημιουργώντας ένα προφανές πεδίο ανισότητας.
Ακόμη πιο προβληματική εμφανίζεται η μεταχείριση των οικογενειών με παιδιά. Ο ΕΦΚΑ δεν χορηγεί επίδομα τέκνων, ακόμη και όταν τα παιδιά έχουν αποκτηθεί ή υιοθετηθεί σε ηλικίες που σήμερα θεωρούνται απολύτως συμβατές με τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Εάν, για παράδειγμα, ένας ασφαλισμένος αποκτήσει παιδί στα 38 του χρόνια και συνταξιοδοτηθεί πλήρως στα 62 με 40 έτη ασφάλισης, το παιδί του δεν θα έχει ακόμη συμπληρώσει το 24ο έτος της ηλικίας του. Με βάση κάθε λογική κοινωνικής πολιτικής, θα έπρεπε να υπάρχει πρόβλεψη επιδόματος τέκνου. Κι όμως, σε αυτήν ακριβώς την περίπτωση το σύστημα δεν παρέχει καμία σχετική στήριξη.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν μιλά κανείς για τεκνοποίηση σε μεγαλύτερες ηλικίες, όπως τα 40 ή τα 45 έτη, ή για υιοθεσία σε ηλικίες 60 ή 65 ετών. Σε μια χώρα που δοκιμάζεται από οξύ δημογραφικό πρόβλημα, θα ανέμενε κανείς ότι τέτοιες επιλογές θα αντιμετωπίζονταν ως κοινωνικά χρήσιμες και θα υποστηρίζονταν θεσμικά. Αντί γι’ αυτό, προσκρούουν σε ένα σύστημα που δείχνει να αγνοεί εντελώς τις μεταβολές της εποχής.
Οι φοροελαφρύνσεις ισχύουν παντού, εκτός από τον ΕΦΚΑ
Η στρέβλωση δεν περιορίζεται μόνο στα επιδόματα. Ο ΕΦΚΑ δεν συνυπολογίζει ούτε τις φορολογικές ελαφρύνσεις που προβλέπονται για οικογένειες με παιδιά, παρότι από τις αρχές του 2026 οι σχετικές προβλέψεις έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη βαρύτητα. Συγκεκριμένα, προβλέπεται μείωση κατά δύο μονάδες στους φορολογικούς συντελεστές για κάθε ανήλικο τέκνο έως την ηλικία των 24 ετών, μια πρόβλεψη που εφαρμόζεται για μισθωτούς, ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες.
Ωστόσο, αυτή η φορολογική ανακούφιση δεν αποτυπώνεται στην παρακράτηση φόρου που κάνει ο ΕΦΚΑ στις συντάξεις. Το αποτέλεσμα είναι ότι το ασφαλιστικό ταμείο συνεχίζει να παρακρατεί σημαντικά υψηλότερο φόρο, σαν να μην υπάρχουν τέκνα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η διαφορά είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Για οικογένεια με δύο ή τρία ανήλικα παιδιά, η παρακράτηση μπορεί να είναι αυξημένη κατά τέσσερις ή και έξι μονάδες σε σχέση με εκείνη που θα έπρεπε να ισχύει.
Έτσι, για παράδειγμα, σε εισόδημα από 10.001 έως 20.000 ευρώ, η παρακράτηση μπορεί να γίνεται με συντελεστή 20% αντί για 14%, ενώ για εισοδήματα από 20.001 έως 30.000 ευρώ μπορεί να φθάνει το 26% αντί για 20% στην περίπτωση οικογένειας με τρία ανήλικα παιδιά. Πρόκειται για διαφορά που επιβαρύνει άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα της οικογένειας και περιορίζει την πραγματική της αγοραστική δυνατότητα σε μια ήδη δύσκολη οικονομική συγκυρία.
Επιστροφή χρημάτων με καθυστέρηση και σε βάρος της οικογένειας
Βεβαίως, οι υψηλότεροι αυτοί φόροι δεν χάνονται οριστικά. Κατά την εκκαθάριση της φορολογικής δήλωσης, οι παραπάνω κρατήσεις επιστρέφονται ή συμψηφίζονται με άλλες υποχρεώσεις, όπως ο ΕΝΦΙΑ. Όμως αυτή η διόρθωση έρχεται με μεγάλη χρονική καθυστέρηση. Στην πράξη, τα εισοδήματα των πρώτων μηνών του 2026 θα εκκαθαριστούν το καλοκαίρι του 2027, δηλαδή περίπου 18 μήνες αργότερα.
Αυτό σημαίνει ότι μια οικογένεια που δικαιούται άμεση φορολογική ελάφρυνση στερείται για ενάμιση χρόνο πόρους που θα μπορούσαν να καλύψουν βασικές ανάγκες του νοικοκυριού ή των παιδιών της. Ο ετεροχρονισμός αυτός λειτουργεί τελικά ως πρόσθετη επιβάρυνση και όχι ως ουσιαστική ανακούφιση. Το κράτος, με αυτόν τον τρόπο, μετατρέπει μια προβλεπόμενη φοροελάφρυνση σε καθυστερημένη λογιστική τακτοποίηση.
Η συνολική εικόνα αναδεικνύει μια βαθύτερη αντίφαση. Από τη μία πλευρά, η πολιτεία δηλώνει ότι αναγνωρίζει το μέγεθος της δημογραφικής κρίσης και την ανάγκη στήριξης της οικογένειας. Από την άλλη, το ίδιο το ασφαλιστικό και φορολογικό σύστημα λειτουργεί με όρους που αποδυναμώνουν στην πράξη την οικογενειακή προστασία, ιδιαίτερα για όσους βρίσκονται στη σύνταξη ή σχεδιάζουν να αποκτήσουν ή να μεγαλώσουν παιδιά σε μεγαλύτερες ηλικίες.
Σε αυτό το πλαίσιο, η στροφή πολλών ηλικιωμένων προς τα ζώα συντροφιάς δεν είναι απλώς μια κοινωνική τάση. Αντανακλά και μια βαθιά αίσθηση ότι το κράτος έχει πάψει να διευκολύνει σοβαρά τις πιο απαιτητικές και ουσιαστικές μορφές οικογενειακής ζωής, επιλέγοντας να αφήνει εκτός στήριξης εκείνους που, ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία, θέλουν να χτίσουν ή να διατηρήσουν μια ζωντανή οικογένεια.
Πιο Δημοφιλή
Ένας κόσμος έντασης που νομίζει ότι ελέγχει τον εαυτό του
Ψηφιακό ευρώ: Ποιος θα ωφεληθεί από κάτι που δεν χρειάζεται
Πώς να κερδίζεις δισεκατομμύρια δολάρια από άχρηστα «σκουπίδια»
Πιο Πρόσφατα