18 Ιουλίου 2026

Δημοσκοπήσεις: Η ακρίβεια αλλάζει τον εκλογικό χάρτη και πιέζει τη ΝΔ

Οι δημοσκοπήσεις του Ιουνίου και του Ιουλίου μπορεί να αποτελούν στιγμιαίες αποτυπώσεις της κοινής γνώμης, ταυτόχρονα όμως καταγράφουν τάσεις που αποκτούν πλέον σταθερά πολιτικά χαρακτηριστικά. Ο μέσος όρος της εκτίμησης ψήφου από τις GPO, Pulse, Prorata, Metron Analysis και MARC συνθέτει ένα καθαρότερο τοπίο για τις πραγματικές δυνάμεις των κομμάτων και τις ανακατατάξεις που συντελούνται στο εκλογικό σώμα.

Η Νέα Δημοκρατία παραμένει στην πρώτη θέση με μέσο ποσοστό 30,1%, διατηρώντας σημαντική απόσταση από τους αντιπάλους της. Η πρωτιά της είναι αδιαμφισβήτητη, δεν συνοδεύεται όμως από δυναμική που να εξασφαλίζει αυτοδυναμία. Το κυβερνών κόμμα παραμένει εγκλωβισμένο σε ποσοστά που καθιστούν αναγκαία είτε μια μεγάλη εκλογική συσπείρωση είτε την αναζήτηση μετεκλογικών συνεργασιών.

Στη δεύτερη θέση εδραιώνεται η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη με 16,8%, επιβεβαιώνοντας ότι ο νέος φορέας του Αλέξη Τσίπρα έχει απορροφήσει μεγάλο μέρος του χώρου που εξέφραζε στο παρελθόν ο ΣΥΡΙΖΑ. Το ΠΑΣΟΚ ακολουθεί με 11,1%, διατηρώντας την τρίτη θέση και τον θεσμικό ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η παρουσία της Ελπίδας για τη Δημοκρατία, η οποία φτάνει στο 8,4% και ξεπερνά κόμματα με σταθερή κοινοβουλευτική παρουσία. Η Ελληνική Λύση καταγράφεται στο 7,6%, το ΚΚΕ στο 7,4% και η Πλεύση Ελευθερίας στο 5,1%.

Η Φωνή Λογικής συγκεντρώνει 3,5%, ενώ το ΜέΡΑ25 κινείται στο 2,6%. Ο ΣΥΡΙΖΑ περιορίζεται στο 1,7%, η Νίκη στο 1,3% και οι Δημοκράτες στο 1%, ποσοστά που, με βάση τα σημερινά δεδομένα, τους αφήνουν εκτός Βουλής.

Μέσος όρος εκτίμησης ψήφου: Νέα Δημοκρατία 30,1%, ΕΛ.Α.Σ. 16,8%, ΠΑΣΟΚ 11,1%, Ελπίδα για τη Δημοκρατία 8,4%, Ελληνική Λύση 7,6%, ΚΚΕ 7,4%, Πλεύση Ελευθερίας 5,1%, Φωνή Λογικής 3,5%, ΜέΡΑ25 2,6%, ΣΥΡΙΖΑ 1,7%, Νίκη 1,3% και Δημοκράτες 1%.

Η ακρίβεια συνθλίβει τα νοικοκυριά

Πίσω από τους κομματικούς συσχετισμούς βρίσκεται μια κοινωνία που δοκιμάζεται από τη συνεχιζόμενη ακρίβεια, τους χαμηλούς μισθούς και τη βαριά φορολογική πίεση. Η οικονομική ασφάλεια έχει μετατραπεί σε προνόμιο μιας περιορισμένης μειοψηφίας, ενώ η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών δυσκολεύεται να καλύψει ακόμη και βασικές καθημερινές ανάγκες.

Η εικόνα παραπέμπει σε ένα οικονομικό «κάστρο», μέσα στο οποίο βρίσκεται ένα μικρό τμήμα της κοινωνίας που παραμένει προστατευμένο από τις ανατιμήσεις. Έξω από τα τείχη βρίσκονται εκατομμύρια νοικοκυριά που βλέπουν το διαθέσιμο εισόδημά τους να εξαντλείται σε τρόφιμα, ενέργεια, στέγαση και φορολογικές υποχρεώσεις.

Ο δείκτης οικονομικής εμπιστοσύνης παραμένει έντονα αρνητικός σε όλες τις ηλικιακές και κοινωνικές κατηγορίες. Στον αγροτικό κόσμο η απαισιοδοξία προσλαμβάνει δραματικές διαστάσεις, με τον σχετικό δείκτη να υποχωρεί στο -77, αποτυπώνοντας το αδιέξοδο που προκαλούν το αυξημένο κόστος παραγωγής, οι χαμηλές τιμές και η αβεβαιότητα για το εισόδημα.

Η αποδοκιμασία των κυβερνητικών χειρισμών στην πραγματική οικονομία, στους μισθούς και στη φορολογία φτάνει έως και το 75%. Τα ποσοστά αυτά γκρεμίζουν το κυβερνητικό αφήγημα περί οικονομικής κανονικότητας και αποκαλύπτουν την απόσταση ανάμεσα στους μακροοικονομικούς δείκτες που προβάλλει το Μέγαρο Μαξίμου και στη σκληρή καθημερινότητα των πολιτών.

Η Νέα Δημοκρατία διατηρεί την πολιτική πρωτοκαθεδρία, πληρώνει όμως σταθερά τη φθορά από την ακρίβεια. Το κυβερνητικό επιτελείο δεν έχει καταφέρει να μετατρέψει την ανάπτυξη και τις επενδύσεις σε αισθητή βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, με αποτέλεσμα η κοινωνική δυσαρέσκεια να τροφοδοτεί νέα κόμματα και να ενισχύει την αποχή.

Ανησυχία για το Αιγαίο και αναδιάταξη της αντιπολίτευσης

Η εξωτερική πολιτική αποτελεί το δεύτερο μεγάλο πεδίο ανησυχίας. Περισσότεροι από τους μισούς πολίτες δηλώνουν ότι προβληματίζονται πολύ ή αρκετά για τη στάση της Τουρκίας και τις εξελίξεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Η εύθραυστη ισορροπία στο Αιγαίο και στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, οι τουρκικές διεκδικήσεις και η ευρύτερη γεωπολιτική αστάθεια διατηρούν την κοινή γνώμη σε εγρήγορση. Στο συγκεκριμένο πεδίο, η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να έχει σημαντικό πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών της.

Η κυβέρνηση συγκεντρώνει ποσοστό εμπιστοσύνης 39,2% στη διαχείριση της εξωτερικής πολιτικής, αφήνοντας σε απόσταση την ΕΛ.Α.Σ. και το ΠΑΣΟΚ. Το εύρημα δείχνει ότι, παρά τη φθορά στην οικονομία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης διατηρεί ισχυρότερο προφίλ στα ζητήματα εθνικής ασφάλειας και διεθνών σχέσεων.

Η οικονομική πίεση και η θεσμική κρίση επιταχύνουν παράλληλα τις πολιτικές μετακινήσεις. Η ΕΛ.Α.Σ. αντλεί τη μεγάλη πλειονότητα των πρώην ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, οδηγώντας την Κουμουνδούρου σε εκλογική εξαΰλωση και ποσοστά που δεν εξασφαλίζουν κοινοβουλευτική παρουσία.

Η Ελπίδα για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού φαίνεται να προσελκύει κυρίως πολίτες που είχαν επιλέξει την αποχή ή δεν έβρισκαν πολιτική έκφραση στα υπάρχοντα κόμματα. Η άνοδός της καταγράφει την ισχυρή απαίτηση για δικαιοσύνη, θεσμική λογοδοσία και ρήξη με το σημερινό πολιτικό σύστημα.

Στον δείκτη καταλληλότητας για την πρωθυπουργία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξακολουθεί να προηγείται με σημαντική διαφορά. Ο Αλέξης Τσίπρας ακολουθεί στη δεύτερη θέση, επιβεβαιώνοντας ότι η επιστροφή του σε κεντρικό πολιτικό ρόλο έχει αναδιαμορφώσει τις ισορροπίες στον χώρο της Κεντροαριστεράς.

Περιορισμένη εμφανίζεται, προς το παρόν, η εκλογική δυναμική ενός νέου συντηρητικού κόμματος υπό τον Αντώνη Σαμαρά. Η προοπτική του αντιμετωπίζεται με επιφυλακτικότητα από μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος και τα σχετικά ποσοστά παραμένουν μονοψήφια.

Ακόμη και αυτή η περιορισμένη δύναμη, όμως, μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για τη Νέα Δημοκρατία. Μια διαρροή λίγων ποσοστιαίων μονάδων προς τα δεξιά αρκεί για να απομακρύνει οριστικά τον στόχο της αυτοδυναμίας και να υποχρεώσει το κυβερνών κόμμα να αναζητήσει εταίρο μετά τις εκλογές.

Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν σήμερα μια καθαρή πρωτιά της ΝΔ, μια νέα αξιωματική αντιπολίτευση που διαμορφώνεται γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα, ένα ΠΑΣΟΚ καθηλωμένο στην τρίτη θέση και νέους πολιτικούς φορείς που αντλούν δύναμη από την κοινωνική αγανάκτηση. Η τελική επιβεβαίωση των συσχετισμών θα δοθεί στην κάλπη, όπου η ακρίβεια, η απογοήτευση και η ανάγκη πολιτικής σταθερότητας θα κρίνουν το αποτέλεσμα.