13 Ιουλίου 2026

Δημοσκόπηση GPO: Μπροστά η ΝΔ, δεύτερη η ΕΛ.Α.Σ., σε πτώση το ΠΑΣΟΚ

Σαφές προβάδισμα εξακολουθεί να διατηρεί η Νέα Δημοκρατία στο πολιτικό σκηνικό, σύμφωνα με τη νέα δημοσκόπηση της GPO, την ώρα που η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα παραμένει στη δεύτερη θέση και το ΠΑΣΟΚ συνεχίζει να χάνει έδαφος, αδυνατώντας να μετατρέψει την κυβερνητική φθορά σε δικό του πολιτικό κέρδος.

Στο πρώτο μέρος της έρευνας, που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό του iefimerida.gr και δημοσιοποιήθηκε τη Δευτέρα 13 Ιουλίου, καταγράφονται οι στάσεις των πολιτών απέναντι στην τρέχουσα πολιτική κατάσταση, την αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης σε βασικά πεδία της καθημερινότητας και την εικόνα της αντιπολίτευσης.

Η δημοσκόπηση συνοδεύεται από την ανάλυση των ευρημάτων από τον διευθυντή Ερευνών της GPO, Αντώνη Παπαργύρη, ο οποίος εστιάζει στη σταθερότητα των συσχετισμών, στην κυριαρχία της ακρίβειας ως εκλογικού κριτηρίου και στην αδυναμία της αντιπολίτευσης να εμφανιστεί ως πειστική εναλλακτική πρόταση.

Πρόθεση και εκτίμηση ψήφου

Στην πρόθεση ψήφου, οι μεταβολές είναι περιορισμένες. Η Νέα Δημοκρατία υποχωρεί οριακά από το 26% στο 25,7%, διατηρώντας καθαρό προβάδισμα. Η ΕΛ.Α.Σ. παραμένει σταθερή στο 14,5%, ενώ το ΠΑΣΟΚ συνεχίζει την πτωτική του πορεία, καθώς από το 10,2% πέφτει στο 9,5%.

Πτώση καταγράφει και το κόμμα «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» της Μαρίας Καρυστιανού, το οποίο υποχωρεί στο 6,1%, από 9,2% στην πρώτη επίσημη μέτρηση του Ιουνίου. Αντίθετα, μικρή άνοδο εμφανίζουν η Πλεύση Ελευθερίας και η Φωνή Λογικής, ενώ η Ελληνική Λύση και το ΚΚΕ παραμένουν σταθερά στο 8%.

Στην εκτίμηση ψήφου, η Νέα Δημοκρατία συγκεντρώνει 29,3%, με οριακή μείωση 0,1 μονάδας. Η ΕΛ.Α.Σ. ακολουθεί με 16,6%, αυξημένη κατά 0,3 μονάδες, ενώ το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται στην τρίτη θέση με 10,8%, καταγράφοντας απώλειες 0,7 μονάδων.

Η Ελληνική Λύση και το ΚΚΕ συγκεντρώνουν από 9,1%, ενώ ακολουθεί η «Ελπίδα» της Μαρίας Καρυστιανού με 7%, έχοντας υποχώρηση 0,8 μονάδων. Στη συνέχεια εμφανίζονται η επιλογή «άλλο κόμμα» με 5,3%, η Πλεύση Ελευθερίας με 4,6%, η Φωνή Λογικής με 3,2%, η Νίκη και το ΜέΡΑ25 με 1,7% και ο ΣΥΡΙΖΑ με 1,6%.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ενδεχόμενο δημιουργίας νέου πολιτικού φορέα από τον Αντώνη Σαμαρά. Το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι είναι πολύ ή αρκετά πιθανό να τον ψηφίσουν αυξάνεται από 9,2% τον Ιούνιο σε 12,3%, ενώ όσοι δηλώνουν ότι είναι «πολύ πιθανό» να στηρίξουν ένα τέτοιο κόμμα φτάνουν το 4,6%.

Το εύρημα αυτό αποτελεί σαφές μήνυμα προς το Μέγαρο Μαξίμου, καθώς δείχνει ότι στον χώρο δεξιά της Νέας Δημοκρατίας υπάρχει πολιτική κινητικότητα και πιθανό ακροατήριο για ένα σχήμα με σαμαρικά χαρακτηριστικά. Ακόμη και αν δεν ανατρέπει τους σημερινούς συσχετισμούς, μπορεί να λειτουργήσει ως σοβαρός παράγοντας πίεσης σε μια εκλογική μάχη όπου η αυτοδυναμία θα κριθεί στις λεπτομέρειες.

Ακρίβεια, φθορά και αδυναμία της αντιπολίτευσης

Η οικονομία και κυρίως το αυξημένο κόστος ζωής αναδεικνύονται σε κυρίαρχο παράγοντα που θα επηρεάσει την ψήφο στις επόμενες εθνικές εκλογές. Σχεδόν επτά στους δέκα πολίτες, ποσοστό 68,5%, δηλώνουν ότι η ακρίβεια θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην επιλογή τους.

Ακολουθούν η διαφθορά και το κράτος δικαίου, με ποσοστό 49,9%, ενώ οι πολιτικές για την Υγεία, την Παιδεία, τη στέγαση και την εργασία καταγράφονται στο 41,8%. Η εικόνα δείχνει ότι οι πολίτες κρίνουν πλέον με βάση την καθημερινή πίεση, τη λειτουργία των θεσμών και την αξιοπιστία των προγραμμάτων.

Η εκλογική αναμέτρηση, όπως προκύπτει από την ανάλυση των ευρημάτων, θα κριθεί περισσότερο από την πειστικότητα των προτάσεων για την οικονομία, τους θεσμούς και την καθημερινότητα, παρά από τα επικοινωνιακά χαρακτηριστικά των πολιτικών αρχηγών.

Τα στοιχεία της GPO καταγράφουν έντονη δυσαρέσκεια τόσο για την κυβέρνηση όσο και για την αξιωματική αντιπολίτευση. Οι αρνητικές αξιολογήσεις για τους κυβερνητικούς χειρισμούς φτάνουν το 68,6%, ποσοστό που αποτυπώνει βαθιά κόπωση και αυστηρή αποτίμηση των κυβερνητικών πεπραγμένων.

Ακόμη βαρύτερη είναι η εικόνα για το ΠΑΣΟΚ, το οποίο συγκεντρώνει 79,6% αρνητικών κρίσεων. Το εύρημα αυτό δείχνει ότι η φθορά της κυβέρνησης δεν μετατρέπεται αυτόματα σε ενίσχυση της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Η ακρίβεια παραμένει το κεντρικό πολιτικό πρόβλημα. Δεν λειτουργεί μόνο ως οικονομικός δείκτης, αλλά ως καθημερινή εμπειρία πίεσης για νοικοκυριά, εργαζόμενους, επαγγελματίες και παραγωγικές ηλικίες. Το κυβερνητικό αφήγημα για σταθερότητα και ανάπτυξη δοκιμάζεται πάνω στο ράφι του σούπερ μάρκετ, στον λογαριασμό του ρεύματος, στο ενοίκιο και στο εισόδημα που τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σύγκριση των πολιτών ανάμεσα στη σημερινή περίοδο και τα χρόνια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Το 41,5% θεωρεί ότι η προσωπική και οικογενειακή του κατάσταση δεν έχει ουσιαστική διαφορά. Το 28,9% δηλώνει ότι βρίσκεται σε καλύτερη θέση επί Νέας Δημοκρατίας, ενώ το 26,7% εκτιμά ότι ήταν καλύτερα την περίοδο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.

Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η κυρίαρχη αίσθηση δεν είναι η καθαρή πρόοδος, αλλά η στασιμότητα. Η κυβέρνηση κρίνεται πλέον με πιο αυστηρά κριτήρια και όχι μόνο με βάση τη σύγκριση με το παρελθόν. Η φθορά της είναι εντονότερη στις παραγωγικές ηλικίες, όπου η πίεση από κόστος ζωής, εργασία, στέγαση και οικογενειακές υποχρεώσεις είναι μεγαλύτερη.

Το ΠΑΣΟΚ, από την άλλη πλευρά, δεν καταφέρνει να εισπράξει αυτή τη δυσαρέσκεια. Μόλις το 5,1% αξιολογεί θετικά το έργο της αξιωματικής αντιπολίτευσης και το 13,5% μάλλον θετικά. Αντίθετα, το 24,9% εκφράζει μάλλον αρνητική άποψη και το 54,7% αρνητική.

Σύμφωνα με την GPO, το πρόβλημα του πολιτικού συστήματος δεν περιορίζεται στη φθορά της κυβέρνησης. Επεκτείνεται και στην αδυναμία της αντιπολίτευσης να πείσει ότι μπορεί να αποτελέσει αξιόπιστη λύση διακυβέρνησης.

Στους επιμέρους τομείς, η Νέα Δημοκρατία διατηρεί προβάδισμα στην οικονομία και στην εξωτερική πολιτική. Στη διαχείριση της οικονομίας συγκεντρώνει 32,3%, έναντι 21,2% της ΕΛ.Α.Σ. και 13,3% του ΠΑΣΟΚ.

Στην εξωτερική πολιτική, η Νέα Δημοκρατία προηγείται με 39,2%, έναντι 18,1% της ΕΛ.Α.Σ. και 12,3% του ΠΑΣΟΚ. Η υπεροχή αυτή δείχνει ότι, παρά τη δυσαρέσκεια σε ζητήματα καθημερινότητας, η κυβέρνηση εξακολουθεί να διατηρεί ισχυρότερο αποτύπωμα στα πεδία που συνδέονται με σταθερότητα και διεθνή θέση της χώρας.

Η ΕΛ.Α.Σ. εμφανίζει μικρό συγκριτικό πλεονέκτημα στα ζητήματα κοινωνικής προστασίας, χωρίς όμως αυτό να μετατρέπεται ακόμη σε καθαρή πολιτική κυριαρχία. Στο πεδίο της διαφθοράς, προηγείται οριακά με 24,2%, ενώ η Νέα Δημοκρατία ακολουθεί με 21,7% και το ΠΑΣΟΚ με 13,3%.

Το πιο ηχηρό στοιχείο, ωστόσο, είναι ότι το 38,7% των ερωτηθέντων δηλώνει πως δεν εμπιστεύεται κανένα από τα τρία κόμματα για την αντιμετώπιση της διαφθοράς. Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό καμπανάκι. Η κρίση εμπιστοσύνης δεν αφορά μόνο κόμματα και ποσοστά, αλλά τον ίδιο τον πυρήνα της σχέσης πολιτών και πολιτικού συστήματος.

Η δημοσκόπηση της GPO αποτυπώνει μια χώρα που παραμένει πολιτικά ρευστή, με τη Νέα Δημοκρατία μπροστά αλλά φθαρμένη, την ΕΛ.Α.Σ. σταθερά δεύτερη, το ΠΑΣΟΚ σε υποχώρηση και την κοινωνία να ψηφίζει πλέον με βάση την ακρίβεια, τη θεσμική κόπωση και την αναζήτηση πραγματικής αξιοπιστίας.