«Δουλεύαμε στα όρια της εξάντλησης»: πρώην εργαζόμενη καταγγέλλει ακραίες συνθήκες εργασίας

«Είχαν απενεργοποιήσει το φωτοκύτταρο»

Σοβαρές καταγγελίες για εξοντωτικές συνθήκες εργασίας, συστηματική πίεση και έλλειψη ουσιαστικής προστασίας των εργαζομένων φέρνει στο φως πρώην εργαζόμενη, η οποία μίλησε αποκλειστικά στην εκπομπή «Αποκαλύψεις», σε ρεπορτάζ που προβλήθηκε μέσω της πλατφόρμας Glomex. Η μαρτυρία της σκιαγραφεί ένα εργασιακό περιβάλλον που, όπως περιγράφει, λειτουργούσε στα όρια της νομιμότητας και της ανθρώπινης αντοχής.

Η πρώην εργαζόμενη περιγράφει μια καθημερινότητα έντονης σωματικής και ψυχολογικής καταπόνησης, με εξαντλητικά ωράρια, διαρκή πίεση για απόδοση και ελάχιστα –έως ανύπαρκτα– περιθώρια ξεκούρασης. Όπως αναφέρει, οι συνθήκες δεν ήταν περιστασιακές, αλλά πάγια πρακτική, γνωστή στη διοίκηση και αποδεκτή ως «κανονικότητα».

«Η δουλειά γινόταν σε ακραίες συνθήκες. Δεν υπήρχε πραγματικός έλεγχος, ούτε ουσιαστικό ενδιαφέρον για το πώς αντέχουν οι άνθρωποι», σημειώνει, προσθέτοντας ότι κάθε προσπάθεια διαμαρτυρίας αντιμετωπιζόταν με απαξίωση ή έμμεσες απειλές. Το μήνυμα, όπως λέει, ήταν σαφές: ή προσαρμόζεσαι ή φεύγεις.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην έλλειψη επαρκών μέτρων προστασίας και στη γενικευμένη αίσθηση ανασφάλειας. Η πρώην εργαζόμενη περιγράφει ότι οι εργαζόμενοι καλούνταν να αντεπεξέλθουν σε απαιτήσεις που ξεπερνούσαν τις ανθρώπινες δυνατότητες, χωρίς την ανάλογη υλική ή θεσμική κάλυψη. «Δεν υπήρχε περιθώριο λάθους, αλλά ούτε και στήριξη», τονίζει χαρακτηριστικά.

Η μαρτυρία αναδεικνύει και μια ακόμη κρίσιμη διάσταση: τον φόβο. Φόβο για απώλεια εργασίας, φόβο για στοχοποίηση, φόβο για αποκλεισμό. Σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, αυτός ο φόβος λειτουργούσε ως μηχανισμός σιωπής, αποτρέποντας τους εργαζόμενους από το να απευθυνθούν σε αρμόδιες αρχές ή να διεκδικήσουν τα αυτονόητα. «Πολλοί ήθελαν να μιλήσουν, αλλά δεν τολμούσαν», αναφέρει.

Το ρεπορτάζ των «Αποκαλύψεων» δεν περιορίζεται στη μεμονωμένη μαρτυρία, αλλά εγείρει ευρύτερα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο ελέγχονται οι συνθήκες εργασίας, την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών εποπτείας και τον ρόλο της πολιτείας στην προστασία των εργαζομένων. Πόσο συχνά πραγματοποιούνται ουσιαστικοί έλεγχοι; Πόσες καταγγελίες μένουν στα συρτάρια; Και, τελικά, πόσο εύκολο είναι για έναν εργαζόμενο να βρει δικαίωση χωρίς να πληρώσει προσωπικό τίμημα;

Η πρώην εργαζόμενη δηλώνει ότι αποφάσισε να μιλήσει αφότου αποχώρησε από τη συγκεκριμένη εργασία, ακριβώς γιατί, όσο βρισκόταν εντός του συστήματος, ένιωθε ότι δεν είχε φωνή. «Δεν το κάνω από εκδίκηση. Το κάνω γιατί δεν πρέπει να θεωρείται φυσιολογικό να δουλεύει κανείς έτσι», υπογραμμίζει.

Η υπόθεση έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά παρόμοιων καταγγελιών που βλέπουν κατά καιρούς το φως της δημοσιότητας, αποκαλύπτοντας ότι η εργασιακή αυθαιρεσία δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά επαναλαμβανόμενο φαινόμενο. Παρά τις διακηρύξεις για προστασία της εργασίας και σεβασμό στα δικαιώματα, η πραγματικότητα που περιγράφεται απέχει δραματικά από το θεσμικό πλαίσιο.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι σαφές: θα υπάρξει έλεγχος και λογοδοσία ή η μαρτυρία αυτή θα προστεθεί απλώς σε έναν μακρύ κατάλογο καταγγελιών που ακούστηκαν, καταγράφηκαν και ξεχάστηκαν; Γιατί όσο οι ακραίες συνθήκες εργασίας αντιμετωπίζονται ως «κόστος παραγωγής», τόσο η ανθρώπινη αξιοπρέπεια θα παραμένει ο αδύναμος κρίκος.