30 Μαρτίου 2026

Ευρωπαϊκό φρένο στην απαγόρευση των Social Media και σκιές για το «Kids Wallet»

Εξελίξεις καταγράφονται στο θέμα της απαγόρευσης των social media για ανηλίκους, με την υπόθεση να μπαίνει πλέον σε τροχιά καθυστέρησης και επανασχεδιασμού. Παρά τη δημόσια δέσμευση του πρωθυπουργού Κυριάκος Μητσοτάκης ότι τα μέτρα θα ανακοινωθούν εντός Μαρτίου, ο μήνας ολοκληρώνεται χωρίς να υπάρχει καμία επίσημη ανακοίνωση, γεγονός που προκαλεί ερωτήματα για το τι μεσολάβησε στο παρασκήνιο.

Οι πληροφορίες συγκλίνουν στο ότι υπήρξε νέα εμπλοκή από ευρωπαϊκής πλευράς, η οποία φρέναρε τον αρχικό σχεδιασμό του Μεγάρου Μαξίμου. Το σχέδιο που παρουσιαζόταν με ιδιαίτερη ένταση φαίνεται να προσκρούει σε νομικά και πολιτικά όρια, ενώ ταυτόχρονα το κυβερνητικό επιτελείο καλείται να διαχειριστεί ήδη ανοιχτά ζητήματα που αφορούν προσωπικά δεδομένα. Σε αυτό το περιβάλλον, η ανάληψη ενός ακόμη ευαίσθητου εγχειρήματος κρίνεται ως κίνηση υψηλού ρίσκου.

Το ενδιαφέρον εντοπίζεται και στη μεταβολή της κυβερνητικής γραμμής. Αρχικά, είχε διατυπωθεί η θέση ότι η Ελλάδα θα προχωρήσει σε ανακοινώσεις με τρόπο που να συμβαδίζει με το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Στην πορεία, όμως, η τοποθέτηση διαφοροποιήθηκε, καθώς ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης Δημήτρης Παπαστεργίου ανέφερε ότι οι σχετικές πρωτοβουλίες θα παρουσιαστούν «σύντομα», χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα, και σε συντονισμό με την Ευρωπαϊκή Ένωση, επικαλούμενος την ανάγκη κοινής προσέγγισης λόγω της ενιαίας αγοράς.

Η μετατόπιση αυτή δείχνει ότι το αρχικό πλάνο για αυτόνομη προώθηση των μέτρων εγκαταλείπεται, με την κυβέρνηση να επιλέγει πλέον μια πιο προσεκτική στάση. Η αλλαγή των τόνων αποτυπώνει και τις δυσκολίες εφαρμογής ενός τέτοιου μέτρου σε ευρωπαϊκό περιβάλλον, όπου οι ρυθμίσεις για τα προσωπικά δεδομένα και την ψηφιακή δραστηριότητα παραμένουν αυστηρές.

Την ίδια στιγμή, ιδιαίτερη αίσθηση προκαλούν τα ευρήματα που προέκυψαν από την ανάλυση του σχεδιασμού, με τη συνδρομή ειδικού στην κυβερνοασφάλεια. Στο επίκεντρο βρίσκεται η εφαρμογή Kids Wallet, η οποία παρουσιάστηκε ως εργαλείο γονικού ελέγχου, αλλά φαίνεται να συγκεντρώνει χαρακτηριστικά που ξεπερνούν αυτόν τον ρόλο. Η εγκατάστασή της, τόσο στη συσκευή του ανηλίκου όσο και σε εκείνη του γονέα, συνδέεται με ευρεία πρόσβαση σε δεδομένα, δημιουργώντας ερωτήματα για το εύρος των πληροφοριών που θα μπορούσαν να συλλέγονται.

Το ζήτημα δεν περιορίζεται μόνο στη λειτουργικότητα της εφαρμογής, αλλά επεκτείνεται και στη συνολική εικόνα που διαμορφώνεται. Η συγκέντρωση πολλαπλών δικαιωμάτων πρόσβασης, τα οποία μεμονωμένα μπορεί να φαίνονται αναγκαία, οδηγεί σε ένα σύνολο δυνατοτήτων που επιτρέπει την παρακολούθηση δραστηριότητας, τη χαρτογράφηση συνηθειών και την ανάλυση συμπεριφοράς. Σε αυτό το πλαίσιο, η εφαρμογή αποκτά χαρακτηριστικά που θυμίζουν λογισμικά παρακολούθησης, με τη διαφορά ότι εγκαθίσταται με τη συγκατάθεση του ίδιου του χρήστη.

Παράλληλα, αναδεικνύεται και μια δεύτερη διάσταση που αφορά το λεγόμενο data profiling. Η δυνατότητα συγκέντρωσης και επεξεργασίας μεγάλου όγκου δεδομένων δημιουργεί προϋποθέσεις για τη διαμόρφωση προφίλ χρηστών, τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν σε πολλαπλά επίπεδα. Η πρακτική αυτή, που συνδέεται με τη στοχευμένη πολιτική επικοινωνία, εγείρει ζητήματα σχετικά με την ιδιωτικότητα και τη διαφάνεια της εκλογικής διαδικασίας.

Η ανάγκη αντιμετώπισης του εθισμού των νέων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελεί υπαρκτό ζήτημα και αναγνωρίζεται ως τέτοιο. Ωστόσο, η προσέγγιση που επιλέγεται φαίνεται να συνδέεται με ευρύτερους μηχανισμούς συλλογής δεδομένων, γεγονός που μεταβάλλει τη συζήτηση. Από εργαλείο προστασίας, το μέτρο κινδυνεύει να εξελιχθεί σε σύστημα παρακολούθησης, επηρεάζοντας όχι μόνο τους ανηλίκους αλλά και τους ενήλικες χρήστες.