Σήμερα Γιορτάζουν:

ΙΕΡΙΑ

ΥΠΑΤΙΑ

Συνταγματική αναθεώρηση: Το σχέδιο Μητσοτάκη για λιγότερη δημοκρατία και περισσότερη εξουσία

Η συνταγματική αναθεώρηση που εισηγείται η Νέα Δημοκρατία δεν πρέπει να διαβαστεί μόνο ως κατάλογος τεχνικών παρεμβάσεων στο θεσμικό πλαίσιο της χώρας. Πίσω από τη ρητορική του «εκσυγχρονισμού», της «αποτελεσματικότητας» και της «θεσμικής σταθερότητας», διαμορφώνεται ένα βαθύτερο πολιτικό σχέδιο: η ανακατανομή ισχύος υπέρ της εκτελεστικής εξουσίας, η αποδυνάμωση κοινωνικών εγγυήσεων και η συνταγματική κατοχύρωση επιλογών που μέχρι σήμερα εμφανίζονταν ως απλές κυβερνητικές πολιτικές.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη παρουσιάζει την αναθεώρηση ως αναγκαίο βήμα προσαρμογής της χώρας στις ανάγκες της εποχής. Στην πραγματικότητα, όμως, αρκετές από τις προτάσεις της δείχνουν να αξιοποιούν πραγματικές παθογένειες του κράτους για να περάσουν βαθύτερες ιδεολογικές μεταβολές. Η αναποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης γίνεται όχημα για την αμφισβήτηση της μονιμότητας. Τα προβλήματα των πανεπιστημίων γίνονται επιχείρημα για τη συνταγματική νομιμοποίηση μη κρατικών ιδρυμάτων. Η δυσπιστία των πολιτών απέναντι στο πολιτικό σύστημα γίνεται πρόσχημα για μείωση της αντιπροσώπευσης. Η κόπωση απέναντι στην ακυβερνησία μετατρέπεται σε επιχείρημα υπέρ ενός πιο συγκεντρωτικού μοντέλου κυβερνησιμότητας.

Το άρθρο 16 είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η κυβέρνηση εμφανίζει τη λειτουργία μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων ως αυτονόητη ευρωπαϊκή κανονικότητα και ως απάντηση στη φυγή Ελλήνων φοιτητών στο εξωτερικό. Το ισχύον άρθρο 16, όμως, έχει στον πυρήνα του την κρατική ευθύνη για την Παιδεία και την ακαδημαϊκή ελευθερία, ενώ η πρόταση της ΝΔ επιχειρεί να μετακινήσει το κέντρο βάρους από το δημόσιο πανεπιστήμιο στην αγορά της ανώτατης εκπαίδευσης. Δεν πρόκειται μόνο για άνοιγμα σε νέους φορείς εκπαίδευσης. Πρόκειται για αλλαγή φιλοσοφίας: η Παιδεία παύει να αντιμετωπίζεται κυρίως ως δημόσιο αγαθό και αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως πεδίο ανταγωνισμού, επενδύσεων και ιδιωτικών πιστοποιήσεων.

Το κρυφό σημείο εδώ δεν είναι η ίδρυση κάποιων μη κρατικών ιδρυμάτων. Είναι η σταδιακή υποβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου μέσα από τη σύγκριση με ιδιωτικά ή ημι-ιδιωτικά σχήματα που θα διαθέτουν μεγαλύτερη ευελιξία, χρηματοδοτική άνεση και δυνατότητα επιλογής φοιτητών, προσωπικού και προγραμμάτων. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση δεν λύνει το πρόβλημα του δημόσιου πανεπιστημίου. Δημιουργεί ένα παράλληλο σύστημα, το οποίο μακροπρόθεσμα μπορεί να πιέσει το δημόσιο προς συρρίκνωση, ταξική διαφοροποίηση και λειτουργία με όρους αγοράς.

Ανάλογη είναι η δεύτερη ανάγνωση στο άρθρο 103 για τους δημοσίους υπαλλήλους. Η κυβέρνηση μιλά για αξιολόγηση, λογοδοσία και αποτελεσματικότητα. Κανείς σοβαρός πολίτης δεν μπορεί να υπερασπιστεί ένα Δημόσιο χωρίς έλεγχο, χωρίς απόδοση και χωρίς ευθύνη. Το ζήτημα, όμως, είναι ποιος αξιολογεί, με ποια κριτήρια, με ποιες εγγυήσεις και υπό ποιο πολιτικό καθεστώς. Το ισχύον άρθρο 103 περιγράφει τους δημοσίους υπαλλήλους ως εκτελεστές της θέλησης του κράτους που υπηρετούν τον λαό, με συνταγματικές εγγυήσεις για την υπηρεσιακή τους κατάσταση.

Η μονιμότητα δεν θεσπίστηκε για να προστατεύει την αδράνεια. Θεσπίστηκε για να προστατεύει τη διοίκηση από την κομματική αυθαιρεσία. Αν αποδυναμωθεί χωρίς ισχυρές εγγυήσεις ανεξαρτησίας, ο δημόσιος υπάλληλος δεν θα γίνει αναγκαστικά πιο παραγωγικός. Μπορεί να γίνει πιο φοβισμένος, πιο εξαρτημένος και πιο ευάλωτος σε πιέσεις. Σε ένα κράτος όπου η κομματική επιρροή, οι μετακλητοί, οι απευθείας αναθέσεις και η επιλεκτική πειθαρχική αυστηρότητα αποτελούν υπαρκτές πληγές, η αποσύνδεση της μονιμότητας από τη θεσμική προστασία μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός πειθάρχησης της διοίκησης από την εκάστοτε κυβέρνηση.

Το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών εμφανίζεται ως πεδίο αποκατάστασης της εμπιστοσύνης. Και πράγματι, η κοινωνία έχει κάθε λόγο να απαιτεί πραγματική λογοδοσία των πολιτικών προσώπων. Το ισχύον Σύνταγμα προβλέπει ειδικό καθεστώς δίωξης υπουργών, με κεντρικό ρόλο της Βουλής. Το ερώτημα, όμως, είναι αν η προτεινόμενη αλλαγή θα καταργήσει ουσιαστικά την αίσθηση πολιτικής ασυλίας ή αν θα λειτουργήσει ως θεσμικό ξέπλυμα ενός συστήματος που διατηρεί τον έλεγχο της ευθύνης μέσα στο πολιτικό προσωπικό.

Εδώ βρίσκεται ένα ακόμη κρυφό σημείο. Η κυβέρνηση μπορεί να εμφανίζεται ως δύναμη κάθαρσης, ενώ στην πράξη να περιορίζεται σε βελτιώσεις που δεν θίγουν τον πυρήνα του προβλήματος: την εξάρτηση της διερεύνησης πολιτικών ευθυνών από κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς. Αν η πλειοψηφία εξακολουθεί να ελέγχει τον κρίσιμο χρόνο, το βάθος και την κατεύθυνση της διερεύνησης, τότε η αναθεώρηση δεν αποκαθιστά τη λογοδοσία. Την επανασυσκευάζει.

Η μείωση των βουλευτών από 300 σε 200 είναι ίσως η πιο επικοινωνιακά ελκυστική πρόταση. Απευθύνεται στο αντιπολιτικό ένστικτο της κοινωνίας, στην αγανάκτηση απέναντι στο πολιτικό προσωπικό και στην εύκολη εντύπωση ότι «λιγότεροι βουλευτές σημαίνει λιγότερο κόστος και περισσότερη αποτελεσματικότητα». Όμως το Κοινοβούλιο δεν είναι εταιρικό διοικητικό συμβούλιο. Είναι όργανο αντιπροσώπευσης. Όσο μειώνεται ο αριθμός των εδρών, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να περιοριστεί η φωνή μικρότερων κομμάτων, περιφερειών και κοινωνικών ομάδων.

Η πρόταση αυτή, ενώ εμφανίζεται ως μέτρο εξορθολογισμού, μπορεί να οδηγήσει σε πιο κλειστό πολιτικό σύστημα. Λιγότερες έδρες σημαίνουν υψηλότερο πραγματικό κόστος εκπροσώπησης. Σε συνδυασμό με εκλογικούς κανόνες που προτάσσουν την κυβερνησιμότητα, μπορεί να ενισχυθεί η κυριαρχία των μεγάλων κομμάτων και να μειωθεί η δυνατότητα εισόδου ή ουσιαστικής επιρροής μικρότερων πολιτικών σχηματισμών. Αυτό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι ζήτημα δημοκρατικής αναλογικότητας.

Η συνταγματική κατοχύρωση της επιστολικής ψήφου παρουσιάζεται ως διεύρυνση της συμμετοχής. Σε μια δημοκρατία, η διευκόλυνση της ψήφου είναι θεμιτός στόχος. Ωστόσο, η καθολική επέκταση της επιστολικής ψήφου απαιτεί εξαιρετικά αυστηρές εγγυήσεις ταυτοπροσωπίας, μυστικότητας, ακεραιότητας και ελέγχου της διαδικασίας. Το κρυφό σημείο δεν είναι ότι η επιστολική ψήφος είναι από μόνη της προβληματική. Είναι ότι, αν κατοχυρωθεί συνταγματικά χωρίς πλήρη θεσμική θωράκιση, μετατρέπει ένα εκλογικό εργαλείο σε μόνιμο μηχανισμό αναδιάταξης του εκλογικού σώματος.

Ακόμη πιο κρίσιμη είναι η πρόταση για συνταγματική θωράκιση βασικών αρχών του εκλογικού συστήματος με έμφαση στην κυβερνησιμότητα. Η λέξη ακούγεται ουδέτερη. Στην πράξη, όμως, μπορεί να σημαίνει συνταγματική προτεραιότητα της κυβερνητικής σταθερότητας έναντι της αναλογικής εκπροσώπησης. Δηλαδή, η λαϊκή ψήφος να ερμηνεύεται πρωτίστως ως εργαλείο παραγωγής κυβέρνησης και δευτερευόντως ως έκφραση κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών. Αυτό είναι βαθιά πολιτική επιλογή, όχι τεχνική διόρθωση.

Η εξαετής θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας και η κατάργηση της δυνατότητας διάλυσης της Βουλής λόγω «εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας» παρουσιάζονται ως κινήσεις σταθερότητας. Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία της πρότασης, η ΝΔ εισηγείται εξαετή προεδρική θητεία και αλλαγές στον τρόπο πρόωρης προσφυγής στις κάλπες. Εδώ η δεύτερη ανάγνωση είναι πιο σύνθετη. Από τη μία πλευρά, ο περιορισμός προσχηματικών πρόωρων εκλογών μπορεί να λειτουργήσει θετικά. Από την άλλη, κάθε αλλαγή στη σχέση κυβέρνησης, Βουλής και Προεδρίας πρέπει να εξετάζεται με βάση το συνολικό ισοζύγιο εξουσιών.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιχειρεί να εμφανίσει το πακέτο ως ώριμη θεσμική μεταρρύθμιση. Όμως η συνολική εικόνα δείχνει κάτι ευρύτερο: λιγότερες κοινωνικές εγγυήσεις, μεγαλύτερη ευελιξία της εκτελεστικής εξουσίας, πιο ισχυρό φίλτρο κυβερνησιμότητας, πιο περιορισμένη αντιπροσώπευση, πιο ανοιχτό πεδίο για ιδιωτικούς φορείς στην Παιδεία και πιο πειθαρχημένη δημόσια διοίκηση. Αυτά τα σημεία δεν είναι άσχετα μεταξύ τους. Συνθέτουν ένα νέο υπόδειγμα κράτους.

Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν το Σύνταγμα χρειάζεται αναθεώρηση. Κάθε Σύνταγμα μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να αναθεωρείται. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος αναθεωρεί, με ποιον σκοπό και υπέρ ποιων ισορροπιών. Άλλο πράγμα η θεσμική ανανέωση και άλλο η συνταγματική μονιμοποίηση μιας κυβερνητικής ιδεολογίας.

Η αναθεώρηση που προτείνει η ΝΔ, με βάση τα βασικά της σημεία, δεν αφορά απλώς την Παιδεία, τη δημόσια διοίκηση, την ευθύνη υπουργών, τον αριθμό των βουλευτών ή την επιστολική ψήφο. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο η εξουσία θέλει να οργανώσει το κράτος για τις επόμενες δεκαετίες. Και ακριβώς γι’ αυτό η συζήτηση δεν μπορεί να γίνει με όρους επικοινωνιακών συνθημάτων. Πρέπει να γίνει με πολιτική καχυποψία, θεσμική μνήμη και δημοκρατική εγρήγορση.

Διότι το Σύνταγμα δεν είναι εργαλείο κυβερνητικής ευκολίας. Είναι φραγμός στην αυθαιρεσία της εξουσίας. Όταν μια κυβέρνηση ζητά να αλλάξει τον φραγμό, οι πολίτες οφείλουν να κοιτούν όχι μόνο τι γράφεται στην πρόταση, αλλά κυρίως τι μπορεί να συμβεί όταν η πρόταση γίνει κανόνας. Και στην περίπτωση της κυβέρνησης Μητσοτάκη, η δεύτερη ανάγνωση δείχνει ότι πίσω από τη βιτρίνα του εκσυγχρονισμού υπάρχει μια σαφής επιδίωξη: λιγότερα αντίβαρα, περισσότερη κυβερνητική ευχέρεια και ένα κράτος περισσότερο προσαρμοσμένο στις ανάγκες της εξουσίας παρά στις εγγυήσεις της κοινωνίας.