9 Αυγούστου 2026

Εξαγωγές: Η Ελλάδα κερδίζει μερίδια στην Ευρώπη

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Ο ρυθμός ανάπτυξης των εξαγωγών το α' πεντάμηνο του 2026 περιορίστηκε στο 0,2%.
  • Η Ελλάδα αύξησε το μερίδιό της στις ευρωπαϊκές εξαγωγές στο 0,59% από 0,56%.
  • Τα τρόφιμα συνεισέφεραν τα 3/4 της ανόδου των εξαγωγών του κλάδου.
  • Γιαούρτι, ακτινίδιο και φράουλα ακολουθούν διαφορετικές στρατηγικές ανάπτυξης.

Σε ένα διεθνές οικονομικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από έντονη μεταβλητότητα και γεωπολιτικές αναταράξεις, ο εξωστρεφής προσανατολισμός της ελληνικής οικονομίας αναδεικνύεται σε κρίσιμο παράγοντα για τη μελλοντική της πορεία. Η διεύρυνση των εμπορικών οριζόντων, η ενίσχυση της ανταγωνιστικής θέσης των ελληνικών προϊόντων και η παραγωγή υψηλότερης προστιθέμενης αξίας αποτελούν τους βασικούς πυλώνες που θα καθορίσουν τις προοπτικές των ελληνικών εξαγωγών τα επόμενα χρόνια.

Σε αυτό το πλαίσιο, η νέα μελέτη της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας, που παρουσιάζεται στο τεύχος "Τάσεις του Επιχειρείν", προσφέρει μια διαφορετική και πιο αισιόδοξη εικόνα για την πορεία των εξαγωγών. Παρά τις ισχυρές πιέσεις που ασκούνται από το διεθνές περιβάλλον, ιδιαίτερα στον τομέα των δασμών και της γεωπολιτικής αστάθειας, η ανάλυση αποκαλύπτει ότι η Ελλάδα συνεχίζει να βελτιώνει τη θέση της έναντι των Ευρωπαίων ανταγωνιστών της. Η ικανότητα να αποκωδικοποιεί κανείς την πραγματική δυναμική πίσω από τους γενικούς αριθμούς καθίσταται ολοένα και πιο σημαντική σε ένα τόσο ρευστό περιβάλλον.

Η εικόνα του πρώτου πενταμήνου

Κατά το πρώτο πεντάμηνο του 2026, ο ρυθμός ανάπτυξης των ελληνικών εξαγωγών περιορίστηκε σε ένα οριακό 0,2% σε αποπληθωρισμένους όρους, μια επίδοση που αντιστοιχεί περίπου στο ένα δέκατο του μέσου ετήσιου ρυθμού της προηγούμενης τριετίας. Η θετική αυτή μεταβολή, ωστόσο, στηρίχθηκε σε λιγότερους κλάδους και αγορές, γεγονός που υποδηλώνει μια στενότερη βάση ανάπτυξης.

Παρά την ασθενική συνολική εικόνα, η έρευνα εντοπίζει δύο βασικούς πυλώνες που λειτούργησαν ως σταθεροποιητές. Πρώτον, η Ευρώπη αποτέλεσε την κύρια πηγή ώθησης σε επίπεδο αγορών, συνεισφέροντας θετικά κατά 0,9 ποσοστιαίες μονάδες. Η συνεχιζόμενη διείσδυση των ελληνικών προϊόντων τόσο στη Δυτική όσο και στην Ανατολική Ευρώπη κατάφερε να αντισταθμίσει τις πιέσεις που προήλθαν από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αμερική. Δεύτερον, ο κλάδος των τροφίμων αναδείχθηκε ως ο βασικός μοχλός ανάπτυξης σε επίπεδο κλάδων, με θετική συνεισφορά 1,8 ποσοστιαίων μονάδων, αντισταθμίζοντας την αρνητική πορεία τομέων όπως τα ορυκτά, τα υφάσματα και το ελαιόλαδο.

Η υποκείμενη ανθεκτικότητα και τα μερίδια αγοράς

Η νέα αναλυτική μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε, η οποία βασίζεται σε μια bottom-up προσέγγιση με την επεξεργασία εκατοντάδων εκατομμυρίων εξαγωγικών ροών, αποσυνθέτει τα δεδομένα ανά προϊόν, χώρα, όγκο και τιμή. Αυτή η προσέγγιση επιτρέπει τη σύγκριση με τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές και αποκαλύπτει μια πιο ανθεκτική εικόνα για τις ελληνικές εξαγωγές. Συγκεκριμένα, η Ελλάδα κατάφερε να αυξήσει ή να διατηρήσει το μερίδιό της σε 7 από τις 9 γεωγραφικές περιοχές και σε 9 από τους 11 κλάδους. Το συνολικό μερίδιο της χώρας στις ευρωπαϊκές εξαγωγές αυξήθηκε στο 0,59%, από 0,56% που ήταν ένα χρόνο νωρίτερα. Ακόμη και στη Βόρεια Αμερική, όπου παρατηρήθηκε μείωση των ελληνικών εξαγωγών, η πτώση ήταν ηπιότερη σε σύγκριση με εκείνη των Ευρωπαίων ανταγωνιστών. Το συμπέρασμα είναι ότι, ενώ η βάση της τρέχουσας ανάπτυξης είναι στενή, η σχετική υπεραπόδοση της Ελλάδας είναι ευρεία και διάχυτη.

Οι τρεις κινητήρες των τροφίμων

Η ωρίμανση της ελληνικής εξωστρέφειας αποτυπώνεται με χαρακτηριστικό τρόπο στην πορεία τριών βασικών εξαγωγικών προϊόντων του κλάδου τροφίμων: του γιαουρτιού, του ακτινιδίου και της φράουλας. Αυτά τα τρία προϊόντα συνεισέφεραν τα τρία τέταρτα της συνολικής ανόδου των εξαγωγών του κλάδου και τα δύο τρίτα της αύξησης του μεριδίου του στην Ευρώπη. Παρόλο που το κοινό αποτέλεσμα είναι τα ισχυρά κέρδη σε όγκους και μερίδια, ο μηχανισμός επίτευξης διαφέρει ουσιαστικά ανά προϊόν, αναδεικνύοντας διαφορετικές στρατηγικές.

Το γιαούρτι ακολουθεί μια στρατηγική εμβάθυνσης, εδραιώνοντας την παρουσία του σε λίγες ώριμες αγορές της Δυτικής και της Νότιας Ευρώπης. Παρά τον υπερτριπλασιασμό του όγκου εξαγωγών την τελευταία εξαετία και την αύξηση του μεριδίου του στις ευρωπαϊκές εξαγωγές από 7% σε 20%, το προϊόν διατηρεί ένα σημαντικό πλεονέκτημα τιμής, της τάξης του 30%, έναντι των ανταγωνιστών. Αυτό αποδεικνύει ότι η αύξηση της κλίμακας παραγωγής μπορεί να συνδυαστεί με τη διατήρηση υψηλής εμπορικής αξίας.

Στον αντίποδα, το ακτινίδιο ακολουθεί μια στρατηγική γεωγραφικής διεύρυνσης. Το προϊόν περιορίζει σταδιακά την εξάρτησή του από την Ιταλία, η οποία φαίνεται να λειτουργούσε ως ενδιάμεσος εμπορικός κόμβος, και αποκτά πιο άμεση πρόσβαση σε νέες αγορές. Αυτή η στρατηγική αποδίδει καρπούς σε όγκους και μερίδια, με το ελληνικό μερίδιο στις ευρωπαϊκές εξαγωγές να αυξάνεται στο 30%, από 24% το 2019. Ωστόσο, η ανάπτυξη αυτή εξακολουθεί να στηρίζεται σε μια χαμηλή σχετική τιμή, γεγονός που καθιστά το επόμενο βήμα τη μετατροπή της διεθνούς διείσδυσης σε υψηλότερη εμπορική αξία.

Η φράουλα, από την πλευρά της, συνδυάζει στοιχεία και από τα δύο πρότυπα. Αυξάνει τα μερίδιά της τόσο στην Ανατολική όσο και στη Δυτική Ευρώπη, με τα ποσοστά να διαμορφώνονται από 30% σε 60% και από 2% σε 10% αντίστοιχα. Παράλληλα, καταφέρνει να περιορίσει σταδιακά την απόσταση τιμής από τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές. Η επόμενη φάση για το προϊόν απαιτεί την περαιτέρω τιμολογιακή αναβάθμιση στην Ανατολική Ευρώπη και την αναπαραγωγή της επιτυχίας που έχει σημειώσει στη Γερμανία, όπου κατέχει μερίδιο 21%, σε νέες αγορές της Δυτικής Ευρώπης.

Το συμπέρασμα και η νέα μεθοδολογία

Το ευρύτερο συμπέρασμα που προκύπτει από την ανάλυση είναι ότι δεν χρειάζονται όλοι οι εξαγωγείς περισσότερες αγορές ή μεγαλύτερους όγκους. Το ζητούμενο για κάθε επιχείρηση είναι να εντοπίσει και να επιλύσει τον συγκεκριμένο περιορισμό που την εμποδίζει να περάσει στο επόμενο στάδιο ανάπτυξης. Για κάποιους, ο δεσμευτικός περιορισμός είναι η πρόσβαση σε νέες αγορές, για άλλους είναι η κλίμακα παραγωγής και για άλλους η αξία που καρπώνονται από την παρουσία τους στις διεθνείς αγορές.

Η νέα μεθοδολογία της Εθνικής Τράπεζας επιτρέπει ακριβώς αυτή τη διάγνωση. Μέσω της επεξεργασίας περισσότερων από 3 εκατομμυρίων παρατηρήσεων ανά μήνα για την Ελλάδα και την Ευρώπη, που αντιστοιχούν σε πάνω από 250 εκατομμύρια παρατηρήσεις στο δείγμα 2019-2026, η ανάλυση μπορεί να διακρίνει την ανάπτυξη μέσω premium προϊόντων από τη διείσδυση μέσω χαμηλής τιμής. Μπορεί επίσης να ξεχωρίσει την εδραίωση σε μια αγορά από τις συγκυριακές ροές και τη γεωγραφική διαφοροποίηση από την εξάρτηση από μεμονωμένους προορισμούς. Αποκτώντας τη δυνατότητα να δούμε πίσω από το "πέπλο" της συνολικής επίδοσης, η μέτρηση των εξαγωγών μετατρέπεται από μια απλή άσκηση καταγραφής σε ένα ισχυρό εργαλείο πληροφόρησης για την επιλογή επιχειρηματικών στρατηγικών και τον σχεδιασμό στοχευμένων παρεμβάσεων από την πλευρά της Πολιτείας.

Η δυνατότητα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, καθώς η εξαγωγική της βάση, αν και σχετικά ρηχή σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, παρουσιάζει έντονη κινητικότητα και σταδιακή ωρίμανση. Η χώρα διεισδύει σε νέες αγορές και εδραιώνει τη θέση της στις υφιστάμενες, επιτυγχάνοντας αυξανόμενα μερίδια αγοράς, γεγονός που αποτελεί θετική ένδειξη για τη μελλοντική πορεία της ελληνικής οικονομίας.