12 Σεπτεμβρίου 2026

Εξάγουμε ρεύμα, πληρώνουμε το αέριο: Η «ενεργειακή επιτυχία» των 914 εκατ. ευρώ

Η κυβέρνηση παρουσιάζει την ανάδειξη της Ελλάδας σε καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας ως ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της ενεργειακής πολιτικής της. Πίσω, όμως, από τους πανηγυρισμούς για τις εξαγωγές και τον αναβαθμισμένο ρόλο της χώρας στην περιφερειακή αγορά ηλεκτρισμού, τα οικονομικά δεδομένα αποκαλύπτουν μία πολύ πιο σύνθετη και σαφώς λιγότερο θριαμβευτική πραγματικότητα.

Η νέα ανάλυση του The Green Tank φωτίζει την πλευρά του ενεργειακού ισοζυγίου που σπάνια βρίσκεται στο επίκεντρο της κυβερνητικής επικοινωνίας: το κόστος που προκαλεί στην εγχώρια αγορά η χρήση μονάδων φυσικού αερίου προκειμένου να παραχθεί ηλεκτρική ενέργεια η οποία στη συνέχεια εξάγεται.

Η Ελλάδα πράγματι αποκομίζει σημαντικό εμπορικό όφελος από την αύξηση των εξαγωγών. Από τον Ιανουάριο του 2024 έως και τον Ιούνιο του 2026, το σωρευτικό θετικό εμπορικό ισοζύγιο ηλεκτρικής ενέργειας υπολογίζεται σε περίπου 821,2 εκατ. ευρώ.

Ο αριθμός είναι εντυπωσιακός και προσφέρεται για πανηγυρικές ανακοινώσεις. Η εικόνα αλλάζει δραματικά όταν εξεταστεί το κόστος της επιπλέον παραγωγής από ορυκτό φυσικό αέριο που χρησιμοποιήθηκε για να υποστηρίξει τις εξαγωγές.

Κατά την ανάλυση του The Green Tank, η πρόσθετη ηλεκτροπαραγωγή από φυσικό αέριο για εξαγωγικό σκοπό επιβάρυνε την ελληνική χονδρεμπορική αγορά κατά περίπου 914,4 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για εκτιμώμενη επιβάρυνση μεγαλύτερη από το εμπορικό όφελος που προβάλλεται ως ένδειξη της ενεργειακής επιτυχίας της χώρας.

Εξαγωγές ρεύματος με ακριβό φυσικό αέριο

Εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση του κυβερνητικού αφηγήματος. Η Ελλάδα εξάγει περισσότερο ηλεκτρικό ρεύμα, όμως σημαντικό τμήμα αυτής της ενέργειας παράγεται από ένα ακριβό ορυκτό καύσιμο, το οποίο επηρεάζει άμεσα τη διαμόρφωση των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά.

Οι υψηλότερες τιμές στη χονδρική δεν παραμένουν σε κάποιο λογιστικό αρχείο του ενεργειακού συστήματος. Συνδέονται στενά με το κόστος που τελικά μεταφέρεται στη λιανική αγορά και, μέσα από διαφορετικούς μηχανισμούς, στους λογαριασμούς νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Στο εξεταζόμενο διάστημα, περίπου 6,56 τεραβατώρες ηλεκτρικής ενέργειας που παρήχθησαν από φυσικό αέριο συνδέονται, κατά την ανάλυση, με την κάλυψη των εξαγωγών. Η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί περίπου στο 11,4% της συνολικής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από φυσικό αέριο.

Η οικονομική επιβάρυνση συνοδεύεται και από σημαντικό περιβαλλοντικό κόστος. Η συγκεκριμένη παραγωγή υπολογίζεται ότι πρόσθεσε περίπου 2,6 εκατομμύρια τόνους διοξειδίου του άνθρακα στο ανθρακικό αποτύπωμα της ελληνικής ηλεκτροπαραγωγής.

Έτσι, η ενεργειακή πολιτική που παρουσιάζεται ως μέρος της «πράσινης μετάβασης» εμφανίζει μία ξεκάθαρη αντίφαση: η χώρα αυξάνει τις εξαγωγές ηλεκτρισμού χρησιμοποιώντας παράλληλα πρόσθετες ποσότητες ορυκτού αερίου, αυξάνοντας τόσο το κόστος στην εγχώρια αγορά όσο και τις εκπομπές.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το εναλλακτικό σενάριο που εξετάζει το The Green Tank. Εάν η ίδια ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που απαιτήθηκε για τις εξαγωγές είχε παραχθεί από πρόσθετες ανανεώσιμες πηγές αντί από φυσικό αέριο, το όφελος για την ελληνική χονδρεμπορική αγορά εκτιμάται ότι θα μπορούσε να φτάσει περίπου το 1,065 δισ. ευρώ.

Ταυτόχρονα, το θετικό εμπορικό ισοζύγιο θα μπορούσε να παραμείνει σημαντικό, φτάνοντας περίπου τα 605,4 εκατ. ευρώ. Με άλλα λόγια, η επιλογή περισσότερων καθαρών πηγών θα μπορούσε, με βάση το συγκεκριμένο μοντέλο, να διατηρήσει την εξαγωγική δραστηριότητα και παράλληλα να περιορίσει ουσιαστικά την επιβάρυνση της εγχώριας αγοράς.

Αυτό ακριβώς είναι το σημείο που αποδυναμώνει τους εύκολους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς. Η αύξηση των εξαγωγών από μόνη της δεν αποτελεί επαρκές κριτήριο επιτυχίας μιας ενεργειακής στρατηγικής. Σημασία έχει με ποιο καύσιμο παράγεται η ενέργεια, ποιο είναι το πραγματικό της κόστος και ποιος τελικά επωμίζεται αυτό το κόστος.

Τα κέρδη στους δείκτες, η επιβάρυνση στους λογαριασμούς

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει επενδύσει πολιτικά στην εικόνα μιας Ελλάδας που μετατρέπεται σε ισχυρό περιφερειακό ενεργειακό κόμβο. Η αύξηση των διασυνδέσεων και των εξαγωγών παρουσιάζεται ως απόδειξη ότι η χώρα ενισχύει τη γεωπολιτική και οικονομική της θέση.

Η ενεργειακή επιτυχία, όμως, δεν μπορεί να μετριέται μόνο από το πόσες τεραβατώρες περνούν τα σύνορα ούτε από το θετικό πρόσημο ενός εμπορικού ισοζυγίου.

Για τον πολίτη η πραγματική μέτρηση γίνεται κάθε μήνα. Γίνεται στον λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος, στο κόστος λειτουργίας μιας μικρής επιχείρησης, στα χρήματα που απομένουν σε μία οικογένεια μετά τις πάγιες υποχρεώσεις της.

Όταν μια χώρα αυξάνει τις εξαγωγές της με παραγωγή από φυσικό αέριο και αυτή η επιλογή πιέζει προς τα πάνω την εγχώρια χονδρεμπορική τιμή, τότε η κυβέρνηση οφείλει να παρουσιάζει ολόκληρη την εικόνα. Το εμπορικό πλεόνασμα αποτελεί μόνο τη μία πλευρά του λογαριασμού.

Η άλλη πλευρά είναι το πρόσθετο κόστος που υπολογίζει η μελέτη για την εγχώρια αγορά, οι επιπλέον εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και η χαμένη δυνατότητα αξιοποίησης περισσότερων ΑΠΕ και συστημάτων αποθήκευσης.

Η Ελλάδα διαθέτει εξαιρετικά υψηλό δυναμικό σε ηλιακή και αιολική ενέργεια. Η περαιτέρω ανάπτυξη των ΑΠΕ, σε συνδυασμό με επαρκείς διασυνδέσεις και αποθήκευση, μπορεί να επιτρέψει στη χώρα να διατηρήσει τον εξαγωγικό της χαρακτήρα χωρίς να εξαρτά την περιφερειακή της ενεργειακή στρατηγική από ολοένα περισσότερες μονάδες φυσικού αερίου.

Αυτό μετατρέπει τη συζήτηση από επικοινωνιακή σε βαθιά πολιτική. Η κυβέρνηση καλείται να επιλέξει εάν το ενεργειακό μοντέλο θα υπηρετεί πρωτίστως την αύξηση της παραγωγικής ισχύος και των εξαγωγών ή εάν θα έχει ως βασικό κριτήριο τη μείωση του κόστους για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Η χώρα μπορεί να είναι ενεργειακός κόμβος. Μπορεί να εξάγει ρεύμα. Μπορεί να δημιουργεί εμπορικό πλεόνασμα. Όλα αυτά έχουν οικονομική και γεωπολιτική αξία. Δεν αποτελούν, όμως, αυτομάτως κοινωνικό όφελος όταν η μέθοδος με την οποία επιτυγχάνονται αυξάνει το κόστος στην εσωτερική αγορά.

Οι αριθμοί του The Green Tank αφαιρούν σημαντικό μέρος από τη λάμψη του κυβερνητικού αφηγήματος. Από τη μία βρίσκονται περίπου 821,2 εκατ. ευρώ εμπορικού οφέλους. Από την άλλη, η ανάλυση υπολογίζει επιβάρυνση 914,4 εκατ. ευρώ στην εγχώρια χονδρεμπορική αγορά από την πρόσθετη χρήση φυσικού αερίου για εξαγωγές.

Αυτή είναι η συζήτηση που πρέπει να γίνει χωρίς πανηγυρισμούς και χωρίς επικοινωνιακές κορδέλες. Η ενεργειακή πολιτική κρίνεται από το καθαρό αποτέλεσμα για την οικονομία, το περιβάλλον και κυρίως για τον πολίτη.

Μια «ενεργειακή επιτυχία» που εμφανίζεται εντυπωσιακή στους πίνακες των εξαγωγών, αλλά επιβαρύνει την εσωτερική αγορά και διατηρεί ακριβό τον λογαριασμό του ρεύματος, είναι μια επιτυχία που χρειάζεται πολύ περισσότερη εξήγηση και πολύ λιγότερους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς.