Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΡΜΥΛΛΟΣ

12 Ιανουαρίου 2026

Εξοπλισμοί χωρίς σχέδιο, φρεγάτες χωρίς πλήρωμα και υποβρύχια-«φαντάσματα»: Το πάρτι της αποτυχίας στην άμυνα

Η Ελλάδα επενδύει δισεκατομμύρια στον λεγόμενο «επανεξοπλισμό» των Ενόπλων Δυνάμεων, όμως η πραγματικότητα αποδεικνύει ότι οι εξοπλισμοί είναι περισσότερο παράσταση εντυπωσιασμού παρά στρατηγικό σχέδιο. Οι αποφάσεις λαμβάνονται βιαστικά, αποσπασματικά και χωρίς καμία πρόβλεψη για τη στήριξη της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, αφήνοντας πίσω τους σπατάλες, αποτυχίες και προσωπικό να παραιτείται.

Η πρώτη φρεγάτα Belharra φτάνει στην Ελλάδα, αλλά το πλήρωμά της φεύγει σχεδόν αμέσως μετά τον κατάπλου. Η κατάσταση αυτή δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό. Είναι η εικόνα της πολιτικής που εφαρμόζεται τα τελευταία χρόνια στον τομέα της άμυνας: μεγάλα οπλικά συστήματα αγοράζονται χωρίς συνολικό σχέδιο, χωρίς να εξασφαλίζεται η υποστήριξη και η βιωσιμότητα των μέσων που αποκτώνται.

Το πρόγραμμα αγοράς Rafale από τη Γαλλία, για παράδειγμα, έγινε χωρίς καμία μέριμνα για την ελληνική αμυντική βιομηχανία και τη μακροπρόθεσμη τεχνική υποστήριξη των αεροσκαφών. Οι φρεγάτες FDI, που η πρώτη έφθασε στην Ελλάδα στις 15 Ιανουαρίου, είναι άλλη μια απόδειξη: η χώρα αποκτά πανάκριβα πλοία, αλλά δεν έχει προσωπικό να τα υπηρετήσει. Τουλάχιστον 13 μέλη του πρώτου πληρώματος της φρεγάτας ΚΙΜΩΝ εκφράζουν την πρόθεση να παραιτηθούν, αμέσως μετά την άφιξη του πλοίου.

Η ιστορία του υποβρυχίου ΠΟΣΕΙΔΩΝ είναι χαρακτηριστική του χάους στον τομέα της άμυνας. Το παλιό υποβρύχιο πέρασε ενάμιση χρόνο σε επισκευές στην Κρήτη, με μεγάλο κόστος σε χρόνο, εργατοώρες και χρήμα. Όταν το πλήρωμά του ήταν έτοιμο να το επαναφέρει σε επιχειρησιακή κατάσταση, ενημερώθηκε αιφνιδιαστικά ότι το πλοίο παροπλίζεται.

Η διαδικασία παροπλισμού παραβίασε κάθε κανόνα και πρόβλεψη, όπως το Προεδρικό Διάταγμα 210/1993 και την Πάγια Διαταγή ΠαΔ 6-32/2006. Δεν υπήρξε καμία διαφάνεια, καμία αιτιολόγηση, κανένας σεβασμός στους πόρους του δημοσίου και στο προσωπικό. Το ερώτημα που προκύπτει αβίαστα είναι: γιατί δαπανήθηκαν τόσοι πόροι για ένα υποβρύχιο που δεν θα υπηρετήσει ποτέ; Και μήπως η όλη διαδικασία έχει σχέση με άλλες, διεθνείς συμφωνίες, όπου ο εξοπλισμός της Ελλάδας γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από ξένους παράγοντες;

Η κρατική αμυντική βιομηχανία σε ελεύθερη πτώση

Στα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα  (ΕΑΣ), η κατάσταση είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική. Η κρατική βιομηχανία έχει συστηματικά απαξιωθεί τις τελευταίες δεκαετίες, ενώ η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τα ΕΑΣ ως εργαλείο εξυπηρέτησης κομματικών και πολιτικών συμφερόντων.

Από το 2020 έως το 2025, τα ΕΑΣ ενισχύθηκαν με 170 εκατ. ευρώ από το δημόσιο ταμείο. Αντί να ενισχυθεί η παραγωγή και η τεχνογνωσία, τα χρήματα αυτά διοχετεύθηκαν σε συμβουλευτικές υπηρεσίες, outsourcing και μελέτες, με αποτέλεσμα η εταιρεία να παραμένει ζημιογόνα. Τα έσοδα μειώθηκαν κατά 65% σε σχέση με το 2019, ενώ τα έξοδα διοίκησης ήταν 60% υψηλότερα από τα έσοδα. Μια χαρακτηριστική απόδειξη σπατάλης και κακής διαχείρισης.

Η κατάσταση στα ΕΑΣ ήταν κακή ήδη από το 2019, με συσσωρευμένες ζημιές και καθυστερήσεις στις συμβατικές υποχρεώσεις. Οι συγχωνεύσεις του 2004 και τα σχέδια αναδιάρθρωσης 2013-2014 απέτυχαν, και οι δεσμεύσεις του υπουργείου Εθνικής Άμυνας για νέες παραγγελίες ουδέποτε τηρήθηκαν. Μετά το 2019, τα ΕΑΣ χρησιμοποιήθηκαν ως μηχανισμός εξυπηρέτησης εργολαβικών συμφερόντων, με δημόσιο χρήμα να διοχετεύεται σε παροχές συμβουλευτικών και νομικών υπηρεσιών, outsourcing και πρόσληψη προσωπικού μέσω εργολάβων.

Τον Απρίλιο του 2021 ανακοινώθηκε η δημιουργία του πάρκου Λεντάκη, με στόχο την εκκένωση των εργοστασίων των ΕΑΣ. Τον Ιούλιο του 2022, η κυβέρνηση διέταξε την αναστολή γραμμών παραγωγής πυρομαχικών στον Υμηττό, ενώ η ζήτηση για τα προϊόντα ήταν αυξημένη και οι τιμές είχαν ανέβει. Τα ΕΑΣ έχασαν συμβάσεις 350 εκατ. ευρώ και αναγκάστηκαν να ακυρώσουν εξαγωγικές συμφωνίες, ενώ ταυτόχρονα δημιουργήθηκε συνεργασία με τσέχικο όμιλο, που εξασφαλίζει τα κέρδη στον ξένο επενδυτή, αφήνοντας την ελληνική πλευρά να περιμένει όποτε υπάρξουν κέρδη.

Οι δημοσιευμένοι ισολογισμοί των ΕΑΣ για τις χρήσεις 2020-2024 αποκαλύπτουν την συστηματική κατάρρευση των εσόδων και την διαχειριστική εκτροπή. Ο τζίρος στην χρήση 2019 έκλεισε στα 30,5 εκατ. ευρώ, δηλαδή στο ύψος μιας μέτριας χρήσης της ΕΒΟ ή της ΠΥΡΚΑΛ. Έναντι των 30,5 εκατ. ευρώ ο μέσος όρος της περιόδου 2020-2024 ήταν 10,5 εκατ. ευρώ δηλαδή 65% μειωμένος από αυτό στην χρήση 2019. Την ίδια χρονική περίοδο ο μέσος όρος των εξόδων διοίκησης έφτασε τα 16,7 εκατ. Ευρώ, δηλαδή τα έξοδα διοίκησης ήταν 60% περίπου υψηλότερα των εσόδων. Την ίδια πάντα περίοδο 2020-2024 η διοίκηση των ΕΑΣ διαχειρίστηκε 170.000.000 ευρώ ζεστό χρήμα που διέθεσε το δημόσιο ταμείο.

Η απόφαση εκχώρησης για 25 χρόνια των γραμμών παραγωγής σε μια νέα εταιρεία που τον απόλυτο έλεγχο της διοίκησης-διαχείρισης την έχει ο μέτοχος του 49%, την ίδια περίοδο που υπάρχει αυξημένη ζήτηση για γομώσεις βλημάτων πυροβολικού, δεν μπορεί να αξιολογηθεί ως συμφέρουσα. Σε αυτή την συνεργασία η ελληνική πλευρά δίνει δυνατότητα αυξημένων κερδών στον όμιλο της Τσεχίας από την αύξηση του όγκου παραγωγής και πωλήσεων των βλημάτων παραγωγής σε συνθήκες ελεγχόμενου κόστους-κέρδους. Διότι αποκλειστικά η νέα εταιρεία θα αγοράζει και θα πουλάει από και προς τον τσέχικο όμιλο. Αντίστοιχα η ελληνική πλευρά, δηλαδή τα ΕΑΣ, προσδοκούν σε διανομή κερδών αν και όποτε υπάρξουν στην νέα εταιρεία (με ελεγχόμενες τιμές πώλησης και κόστους παραγωγής.)   

Οι συνέπειες στην εθνική ασφάλεια

Το αποτέλεσμα της κυβερνητικής πολιτικής είναι σαφές: η Ελλάδα διαθέτει ακριβά οπλικά συστήματα χωρίς προσωπικό για να τα χειριστεί, υποβρύχια επισκευασμένα και παροπλισμένα, φρεγάτες χωρίς πλήρωμα και μια κρατική βιομηχανία σε κατάρρευση. Η κυβέρνηση προχωρά σε αγορές εντυπωσιασμού, σπαταλά πόρους και αφήνει το προσωπικό και τους φορολογούμενους να πληρώνουν το τίμημα.

Η εικόνα αυτή δεν είναι απλώς διοικητική αποτυχία· αποτελεί βαθιά στρατηγική ανικανότητα, που υπονομεύει την εθνική άμυνα και την αξιοπιστία της χώρας. Τα εκατομμύρια που διαχειρίζεται η κυβέρνηση, αντί να ενισχύουν την τεχνογνωσία, την παραγωγή και τη βιωσιμότητα της βιομηχανίας, σπαταλώνται σε έργα βιτρίνας και εξυπηρετήσεις ξένων συμφερόντων.

Η πολιτική εξοπλισμών της κυβέρνησης αποδεικνύεται τραγική και επικίνδυνη. Η Ελλάδα ξοδεύει δισεκατομμύρια χωρίς στρατηγικό σχέδιο, οι φρεγάτες φτάνουν χωρίς πλήρωμα, τα υποβρύχια επισκευάζονται για να παροπλιστούν, και η κρατική αμυντική βιομηχανία συρρικνώνεται, αφήνοντας τη χώρα εκτεθειμένη. Η κυβέρνηση συνεχίζει αμέριμνη, επενδύοντας στην εικόνα και την εντυπωσιακή παρουσία, ενώ η πραγματικότητα δείχνει σπατάλη, αποτυχία και εθνική υποβάθμιση.

Η Ελλάδα αξίζει στρατηγική σκέψη, υπεύθυνη διαχείριση και στήριξη της αμυντικής της βιομηχανίας. Αυτό που έχει σήμερα είναι ένα πάρτι σπατάλης, απουσίας σχεδίου και επικίνδυνης ανικανότητας.