ΕΚΤ: Ακριβότερο χρήμα, βαρύτερη καθημερινότητα
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προχώρησε σε νέα αύξηση των βασικών επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, διαμορφώνοντάς τα στο 2,25%, επιβεβαιώνοντας ότι η μάχη κατά του πληθωρισμού παραμένει στην πρώτη γραμμή της ευρωπαϊκής νομισματικής πολιτικής.
Η απόφαση ελήφθη σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή οικονομία κινείται ανάμεσα σε δύο πιέσεις. Από τη μία βρίσκεται η ανάγκη συγκράτησης των ανατιμήσεων και προστασίας της αγοραστικής δύναμης των πολιτών. Από την άλλη βρίσκεται η ανάγκη να διατηρηθούν η ανάπτυξη, οι επενδύσεις και η ανταγωνιστικότητα σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.
Αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι η συγκεκριμένη αύξηση ενδέχεται να μην αποτελέσει την τελευταία παρέμβαση της ΕΚΤ μέσα στο έτος. Εφόσον οι πληθωριστικές πιέσεις επιμείνουν, η Φρανκφούρτη μπορεί να προχωρήσει σε νέες κινήσεις, κρατώντας ακριβότερο το κόστος χρήματος για νοικοκυριά, επιχειρήσεις και κράτη.
Για πολλούς πολίτες, οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας μοιάζουν τεχνικές και μακρινές από την καθημερινή ζωή. Στην πράξη, επηρεάζουν άμεσα τη δόση ενός στεγαστικού δανείου, το κόστος χρηματοδότησης μιας επιχείρησης, την πρόσβαση στην κατοικία, την κατανάλωση, τις επενδύσεις και τελικά την αναπτυξιακή πορεία ολόκληρης της Ευρώπης.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν περιορίζεται στον λόγο για τον οποίο αυξάνονται τα επιτόκια. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι τι αποκαλύπτει αυτή η επιλογή για την κατάσταση της ευρωπαϊκής οικονομίας και πώς θα μεταφερθεί το κόστος της στους πολίτες, στους νέους, στις οικογένειες και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Γιατί η ΕΚΤ ανεβάζει το κόστος του χρήματος
Η βασική αποστολή της ΕΚΤ είναι η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών, με στόχο τον πληθωρισμό κοντά στο 2%. Όταν οι τιμές κινούνται υψηλότερα από αυτό το επίπεδο, η κεντρική τράπεζα επιχειρεί να περιορίσει τη ζήτηση αυξάνοντας το κόστος δανεισμού.
Με απλούστερους όρους, η αύξηση των επιτοκίων κάνει ακριβότερα τα δάνεια. Οι καταναλωτές περιορίζουν μέρος των δαπανών τους, οι επιχειρήσεις επανεξετάζουν επενδυτικά σχέδια που στηρίζονται σε τραπεζική χρηματοδότηση και η οικονομική δραστηριότητα επιβραδύνεται. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, οι πληθωριστικές πιέσεις σταδιακά υποχωρούν.
Το εργαλείο αυτό είναι ισχυρό όταν η ακρίβεια προκαλείται κυρίως από υπερβολική ζήτηση. Η σημερινή ευρωπαϊκή πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πιο σύνθετη. Μεγάλο μέρος των ανατιμήσεων που πιέζουν τα νοικοκυριά δεν προέρχεται από υπερκατανάλωση, καθώς οι πολίτες δεν διαθέτουν πλεονάζον εισόδημα. Προέρχεται από την πλευρά του κόστους.
Οι τιμές αυξάνονται επειδή η ενέργεια παραμένει ακριβή, οι γεωπολιτικές εντάσεις επιβαρύνουν τις αγορές, οι μεταφορές κοστίζουν περισσότερο, οι εφοδιαστικές αλυσίδες πιέζονται και οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος παραγωγής και χρηματοδότησης.
Πρόκειται για πληθωρισμό κόστους, ο οποίος καθιστά τη σημερινή εξίσωση ιδιαίτερα δύσκολη. Η αύξηση των επιτοκίων μπορεί να περιορίσει τη ζήτηση, αδυνατεί όμως να μειώσει άμεσα το ενεργειακό κόστος, να αποκαταστήσει τις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού ή να τερματίσει τις γεωπολιτικές αναταράξεις.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται έτσι μπροστά σε ένα από τα δυσκολότερα διλήμματα των τελευταίων ετών. Ο πληθωρισμός διαβρώνει το διαθέσιμο εισόδημα και υπονομεύει την αγοραστική δύναμη. Τα υψηλά επιτόκια, από την άλλη πλευρά, επιβαρύνουν την ανάπτυξη, φρενάρουν επενδύσεις και κάνουν πιο δύσκολη την πρόσβαση σε νέο χρήμα.
Η πρόκληση για την Ευρώπη είναι να περιορίσει την ακρίβεια χωρίς να οδηγήσει την οικονομία σε παρατεταμένη στασιμότητα. Η απόφαση της ΕΚΤ δείχνει ότι η μάχη κατά του πληθωρισμού παραμένει προτεραιότητα, ακόμη και με τίμημα την αύξηση του κόστους για δανειολήπτες και επιχειρήσεις.
Σε περιόδους ισχυρής ανάπτυξης, η αύξηση επιτοκίων συχνά λειτουργεί ως φρένο στην υπερθέρμανση της οικονομίας. Στη σημερινή Ευρώπη, η κίνηση της ΕΚΤ έχει διαφορετική ανάγνωση. Αποτελεί κυρίως απόπειρα συγκράτησης της ακρίβειας και αποτροπής της μονιμοποίησης των ανατιμήσεων σε ένα περιβάλλον χαμηλότερων ρυθμών ανάπτυξης, ενεργειακών πιέσεων και διεθνούς αστάθειας.
Νοικοκυριά, κατοικία και επιχειρήσεις στη νέα πίεση
Οι αυξήσεις επιτοκίων δεν πλήττουν όλους με τον ίδιο τρόπο. Το μεγαλύτερο βάρος μεταφέρεται συχνά στη νέα γενιά, στους πολίτες που προσπαθούν να αποκτήσουν πρώτη κατοικία, στα νέα ζευγάρια που σχεδιάζουν οικογένεια και στους εργαζόμενους που βλέπουν το κόστος στέγασης να αυξάνεται ταχύτερα από τα εισοδήματά τους.
Η νέα γενιά βρίσκεται αντιμέτωπη με υψηλά ενοίκια, ακριβότερο τραπεζικό δανεισμό, αυξημένες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και περιορισμένη πρόσβαση στην αγορά κατοικίας. Η στεγαστική κρίση συνδέεται πλέον άμεσα με το δημογραφικό, τη δημιουργία οικογένειας και την κοινωνική συνοχή.
Για τον μέσο πολίτη, η λέξη «επιτόκιο» μεταφράζεται κυρίως σε δόση. Οι κάτοχοι στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων κυμαινόμενου επιτοκίου θα δουν σταδιακά αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης. Για ένα στεγαστικό δάνειο ύψους 150.000 ευρώ, με υπολειπόμενη διάρκεια 20 ετών, συνολική αύξηση επιτοκίων κατά 75 μονάδες βάσης μπορεί να σημαίνει πρόσθετη επιβάρυνση 50 έως 80 ευρώ τον μήνα.
Για μια οικογένεια που ήδη πιέζεται από τρόφιμα, ενέργεια, ενοίκιο, μετακινήσεις και καθημερινές υποχρεώσεις, ακόμη και μια φαινομενικά περιορισμένη αύξηση στη μηνιαία δόση αποκτά ουσιαστική βαρύτητα. Το περιθώριο αντοχής των νοικοκυριών δεν είναι απεριόριστο.
Η ελληνική αγορά ακινήτων έχει ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που της δίνουν μεγαλύτερες αντοχές σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές αγορές. Σημαντικό μέρος των αγοραπωλησιών γίνεται με ίδια κεφάλαια ή με περιορισμένη τραπεζική χρηματοδότηση, ενώ η ζήτηση στηρίζεται και σε ξένους επενδυτές, αποταμιευτικά κεφάλαια και αγοραστές που αναζητούν επενδυτική απόδοση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ελληνική κτηματαγορά μένει ανεπηρέαστη. Οι επιπτώσεις θα είναι πιο αισθητές στους αγοραστές πρώτης κατοικίας, στις νέες οικογένειες, στα μεσαίας αξίας ακίνητα και σε όσους εξαρτώνται από τραπεζικό δανεισμό. Πιθανότερη εξέλιξη είναι η επιβράδυνση της ανόδου των τιμών, τα μεγαλύτερα περιθώρια διαπραγμάτευσης και οι επιλεκτικές διορθώσεις σε αγορές που τα προηγούμενα χρόνια κινήθηκαν υπερβολικά ανοδικά.
Σημαντική πίεση θα δεχθούν και οι επιχειρήσεις. Η ανάπτυξη, οι επενδύσεις και το κεφάλαιο κίνησης χρηματοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό μέσω τραπεζικού δανεισμού. Όταν το κόστος χρήματος ανεβαίνει, αυξάνεται το κόστος χρηματοδότησης, περιορίζονται οι επενδυτικές αποφάσεις, συρρικνώνονται τα περιθώρια ανάπτυξης και γίνεται δυσκολότερη η πρόσβαση σε νέο δανεισμό.
Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, η εξέλιξη αυτή είναι κρίσιμη. Μια επιχείρηση που λειτουργεί ήδη με αυξημένο ενεργειακό κόστος, ακριβότερες πρώτες ύλες και υψηλές φορολογικές υποχρεώσεις, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ακόμη επιβάρυνση στο κόστος λειτουργίας της.
Η Ευρώπη καλείται να αποφύγει δύο ακραίες παγίδες. Η πρώτη είναι η μονιμοποίηση του πληθωρισμού, που εξαντλεί την κοινωνία και ακυρώνει την αξία του εισοδήματος. Η δεύτερη είναι μια παρατεταμένη περίοδος χαμηλής ανάπτυξης, περιορισμένων επενδύσεων και οικονομικής στασιμότητας.
Το στοίχημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει ταυτόχρονα να χρηματοδοτήσει την πράσινη μετάβαση, τον ψηφιακό μετασχηματισμό, την αμυντική της θωράκιση και τη στεγαστική πολιτική των επόμενων δεκαετιών. Όλα αυτά πρέπει να γίνουν σε ένα περιβάλλον όπου το χρήμα κοστίζει περισσότερο και οι κοινωνικές αντοχές είναι περιορισμένες.
Πίσω από κάθε απόφαση για επιτόκια, πίσω από κάθε δείκτη και κάθε στατιστική, υπάρχει η πραγματική οικονομία. Υπάρχουν οικογένειες που προσπαθούν να κρατήσουν το σπίτι τους, νέοι που αναβάλλουν τη δημιουργία οικογένειας, επιχειρήσεις που καθυστερούν επενδύσεις και εργαζόμενοι που βλέπουν το εισόδημά τους να χάνει δύναμη.
Οι αγορές θα παρακολουθούν τα επιτόκια, οι κυβερνήσεις τον πληθωρισμό και οι τράπεζες το κόστος χρήματος. Οι πολίτες θα κρίνουν την οικονομική πολιτική από κάτι πιο άμεσο: αν μπορούν να αποκτήσουν κατοικία, να δημιουργήσουν οικογένεια, να επενδύσουν και να σχεδιάσουν το μέλλον τους με ασφάλεια.
Η πραγματική επιτυχία μιας οικονομίας δεν μετριέται μόνο από τους δείκτες ανάπτυξης, τις δημοσιονομικές επιδόσεις ή την πορεία του πληθωρισμού. Μετριέται από το αν δημιουργεί ευκαιρίες, αν ενισχύει την κοινωνική συνοχή και αν επιτρέπει στους ανθρώπους να προχωρούν με αξιοπρέπεια και προοπτική.
Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα της Ευρώπης τα επόμενα χρόνια. Να ελέγξει τον πληθωρισμό, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα ότι η ανάπτυξη, η κατοικία και η οικονομική ασφάλεια θα παραμείνουν προσβάσιμες για τους πολίτες της. Γιατί στο τέλος, η οικονομική πολιτική κρίνεται από τη ζωή που επιτρέπει στους ανθρώπους να ζήσουν.
Πιο Δημοφιλή
Γεννήθηκε ο γιος του Σάκη και της Μαριαλένας
Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων με 210 ομιλητές
Δίκη Τεμπών: Να μη θαφτεί η αλήθεια
Πιο Πρόσφατα
Πετρέλαιο: Πτώση μετά τη συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν
Πετρέλαιο: Βουτιά μετά τη συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν
Φον ντερ Λάιεν: Χαιρετίζει τη συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν