LIVE Ακούστε Live Δια Πυρός
13 Ιουλίου 2026

Έκθεση Κομισιόν: Ψηφιακή πρόοδος, αλλά βαριά φορολογία στην εργασία

Σημαντικά βήματα στην ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης και στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής έχει κάνει η Ελλάδα, όμως το φορολογικό της μοντέλο παραμένει βαριά άνισο και διαρθρωτικά προβληματικό. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της Ετήσιας Έκθεσης Φορολογίας 2026 της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Η έκθεση αναγνωρίζει τις μεταρρυθμίσεις της ΑΑΔΕ, την επέκταση του myDATA, τη χρήση ψηφιακών εργαλείων στους φορολογικούς ελέγχους, την ανάπτυξη συστημάτων ανάλυσης κινδύνου και τη σταδιακή μετάβαση σε ένα πιο σύγχρονο μοντέλο φορολογικής διοίκησης.

Ωστόσο, πίσω από τη θετική εικόνα της ψηφιακής προόδου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει μια σκληρή πραγματικότητα: η Ελλάδα εξακολουθεί να στηρίζει τα δημόσια έσοδά της κυρίως στη βαριά φορολόγηση της εργασίας, στον ΦΠΑ και στους φόρους κατανάλωσης.

Με άλλα λόγια, η φορολογική διοίκηση μπορεί να γίνεται πιο ψηφιακή και πιο αποτελεσματική, όμως το βάρος συνεχίζει να πέφτει στους ίδιους: στους εργαζόμενους, στα νοικοκυριά, στη μεσαία τάξη και στους καταναλωτές που πληρώνουν ακριβά κάθε προϊόν και υπηρεσία.

Η εργασία σηκώνει το μεγαλύτερο φορολογικό βάρος

Παρά την πρόοδο στη φορολογική συμμόρφωση, τα στοιχεία δείχνουν ότι η εργασία παραμένει η βασική πηγή φορολογικών εσόδων. Ο έμμεσος φορολογικός συντελεστής στην εργασία, γνωστός ως Implicit Tax Rate on Labour, διαμορφώθηκε το 2024 στο 44,8%, το υψηλότερο ποσοστό σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο δείκτης αυτός δεν περιλαμβάνει μόνο τον φόρο εισοδήματος. Περιλαμβάνει και τις ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένου και εργοδότη, καθώς και κάθε άλλη επιβάρυνση που συνδέεται με τη μισθωτή εργασία.

Η εικόνα είναι αποκαλυπτική: από κάθε 100 ευρώ που κοστίζει συνολικά ένας εργαζόμενος σε μια επιχείρηση, σχεδόν τα 45 ευρώ καταλήγουν στα δημόσια ταμεία μέσω φόρων και εισφορών.

Η απόσταση από την υπόλοιπη Ευρώπη είναι μεγάλη. Ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται στο 37,1%, δηλαδή περίπου οκτώ ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από την Ελλάδα.

Ανάλογη εικόνα αποτυπώνει και η έκθεση του ΟΟΣΑ για τη φορολογική επιβάρυνση της εργασίας. Για έναν άγαμο εργαζόμενο με μέσο μισθό, η συνολική επιβάρυνση στην Ελλάδα ανήλθε το 2025 στο 39,3% του συνολικού κόστους εργασίας, έναντι 35,1% στις χώρες του ΟΟΣΑ.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ακόμη ότι οι πραγματικοί οριακοί φορολογικοί συντελεστές αυξάνονται αισθητά στα υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια. Αυτό μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά για την αύξηση των αποδοχών, την ανάληψη πρόσθετης εργασίας και την παραγωγική ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού.

Η διαπίστωση αυτή ακυρώνει στην πράξη μεγάλο μέρος του κυβερνητικού αφηγήματος περί ενίσχυσης της εργασίας. Όταν η μισθωτή εργασία παραμένει η πιο βαριά φορολογημένη στην Ευρώπη, η ανάπτυξη δεν φτάνει με ουσιαστικό τρόπο στον εργαζόμενο και στην επιχείρηση που καλείται να αντέξει υψηλό μη μισθολογικό κόστος.

ΦΠΑ, κατανάλωση και περιβαλλοντικοί φόροι

Το δεύτερο μεγάλο συμπέρασμα της έκθεσης αφορά τη δομή των φορολογικών εσόδων. Η Ελλάδα εξακολουθεί να εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από την έμμεση φορολογία και κυρίως από τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας.

Ο ΦΠΑ παραμένει ο βασικός αιμοδότης των δημόσιων ταμείων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ελλάδα κατέγραψε τη μεγαλύτερη αύξηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς τη συμμετοχή του ΦΠΑ στο συνολικό φορολογικό μείγμα από το 2014 έως το 2024, με άνοδο 3,1 ποσοστιαίων μονάδων.

Την ίδια στιγμή, η χώρα συγκαταλέγεται μαζί με τη Γαλλία και την Ουγγαρία στις λίγες περιπτώσεις όπου το μερίδιο των ειδικών φόρων κατανάλωσης στα συνολικά φορολογικά έσοδα δεν μειώθηκε, παρά τη γενικότερη ευρωπαϊκή τάση.

Η έκθεση καταγράφει επίσης ότι ο έμμεσος φορολογικός συντελεστής στην κατανάλωση υποχώρησε κατά 2,6 ποσοστιαίες μονάδες. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η διατήρηση υψηλών φορολογικών εσόδων δεν οφείλεται σε ισχυρότερη κατανάλωση, αλλά στη διατήρηση υψηλών συντελεστών σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες.

Η Ελλάδα εξακολουθεί να εφαρμόζει βασικό συντελεστή ΦΠΑ 24%, έναν από τους υψηλότερους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το αποτέλεσμα είναι ότι το φορολογικό βάρος μεταφέρεται δυσανάλογα στα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, τα οποία καταναλώνουν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για βασικές ανάγκες.

Η έμμεση φορολογία είναι κοινωνικά πιο βαριά, επειδή επιβάλλεται ανεξάρτητα από το πραγματικό εισόδημα του πολίτη. Ο εργαζόμενος των χαμηλών αποδοχών και ο υψηλόμισθος πληρώνουν τον ίδιο ΦΠΑ στο ίδιο προϊόν. Αυτή η πραγματικότητα καθιστά το σημερινό φορολογικό μοντέλο βαθιά πιεστικό για τα νοικοκυριά που ήδη δοκιμάζονται από την ακρίβεια.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα στοιχεία για τους περιβαλλοντικούς φόρους. Η Ελλάδα εμφανίζει την υψηλότερη συμμετοχή περιβαλλοντικών φόρων στα δημόσια έσοδα μεταξύ των κρατών-μελών, καθώς αυτοί αντιστοιχούν στο 3,8% του ΑΕΠ.

Η επίδοση αυτή συνδέεται κυρίως με την υψηλή φορολόγηση της ενέργειας και των καυσίμων. Αν και οι συγκεκριμένοι φόροι συνδέονται με τους στόχους της πράσινης μετάβασης, η υπερβολική εξάρτηση από αυτούς αυξάνει το κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ιδίως σε περιόδους υψηλών τιμών ενέργειας.

Σε μια χώρα όπου το κόστος καυσίμων, ρεύματος και μεταφορών επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα, οι περιβαλλοντικοί φόροι δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται μόνο ως εργαλείο πράσινης πολιτικής. Λειτουργούν και ως πρόσθετη δημοσιονομική επιβάρυνση πάνω σε μια οικονομία που ήδη πληρώνει ακριβά την κατανάλωση.

Αντίθετα, στους φόρους ακίνητης περιουσίας καταγράφεται σταδιακή υποχώρηση της συμμετοχής τους σε σχέση με το 2014, αν και εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν περίπου 6,6% των συνολικών φορολογικών εσόδων.

Συνολικά, η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περιγράφει μια χώρα που έχει εκσυγχρονίσει τα εργαλεία είσπραξης και ελέγχου, χωρίς να έχει διορθώσει τη βασική αδικία του φορολογικού της μοντέλου. Η διοίκηση έγινε πιο ψηφιακή, η φορολογική βάση παρακολουθείται πιο στενά, όμως η εργασία και η κατανάλωση συνεχίζουν να σηκώνουν δυσανάλογο βάρος.

Το κρίσιμο ζητούμενο δεν είναι μόνο η αύξηση της συμμόρφωσης και η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Είναι η σταδιακή μετατόπιση του φορολογικού βάρους σε ένα πιο ισορροπημένο, δίκαιο και αναπτυξιακό μοντέλο, χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η δημοσιονομική σταθερότητα.

Η έκθεση δείχνει καθαρά ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να χτίζει μόνιμα τα δημόσια έσοδά της πάνω στην υπερφορολόγηση της εργασίας, στον υψηλό ΦΠΑ και στους φόρους κατανάλωσης. Ένα τέτοιο μοντέλο μπορεί να γεμίζει τα ταμεία βραχυπρόθεσμα, όμως περιορίζει την αγοραστική δύναμη, πιέζει την παραγωγή και κρατά τη μεσαία τάξη σε διαρκή φορολογική ασφυξία.