29 Ιουνίου 2026

ΕΛ.Α.Σ. κατά ΝΔ: 20 δείκτες που αποδομούν το κυβερνητικό success story

Με σφοδρή πολιτική επίθεση απαντά η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα στον κυβερνητικό απολογισμό της περιόδου 2019-2026, κατηγορώντας τη Νέα Δημοκρατία ότι επιχειρεί να παρουσιάσει μια ωραιοποιημένη εικόνα της οικονομίας, αποκομμένη από την πραγματικότητα που βιώνουν νοικοκυριά, εργαζόμενοι, συνταξιούχοι και μικρομεσαίοι.

Στην ανακοίνωσή της, η ΕΛ.Α.Σ. κάνει λόγο για «ταχυδακτυλουργικά κόλπα» και για ένα κυβερνητικό αφήγημα που στηρίζεται σε αριθμούς απομονωμένους από το κοινωνικό τους περιεχόμενο. Το βασικό της επιχείρημα είναι ότι η οικονομία δεν μπορεί να αξιολογείται μέσα από παρουσιάσεις και power point του Μεγάρου Μαξίμου, όταν η καθημερινότητα των πολιτών χαρακτηρίζεται από ακρίβεια, χρέη, πλειστηριασμούς, στεγαστική πίεση και απώλεια αγοραστικής δύναμης.

Η αντιπολιτευτική επίθεση εστιάζει στην απόσταση ανάμεσα στους μακροοικονομικούς δείκτες που προβάλλει η κυβέρνηση και στην πραγματική κατάσταση της κοινωνίας. Η ΕΛ.Α.Σ. υποστηρίζει ότι το κυβερνητικό αφήγημα περί επιτυχίας δεν αντέχει στη σύγκριση με τα δεδομένα, καθώς η Ελλάδα, αντί να γίνει πιο ισχυρή και πιο δίκαιη, έγινε πιο άνιση, πιο πιεστική και πιο ακριβή για την κοινωνική πλειοψηφία.

Οι 20 δείκτες που αμφισβητούν το κυβερνητικό αφήγημα

Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η επταετία 2019-2026 δεν αποτυπώνει οικονομική απογείωση, αλλά μια ανάπτυξη χωρίς ουσιαστικό κοινωνικό αποτέλεσμα. Η ΕΛ.Α.Σ. επισημαίνει ότι ο ρυθμός ανάπτυξης ήταν 2,3% το 2019 και βρίσκεται σήμερα στο 2,1%, γεγονός που, όπως υποστηρίζει, διαψεύδει το αφήγημα της «εκτόξευσης», παρά τα 70 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης.

Στο πεδίο της ανταγωνιστικότητας, η ανακοίνωση υπογραμμίζει ότι το εμπορικό έλλειμμα αυξήθηκε από 1,7 δισ. ευρώ σε 11 δισ. ευρώ, δηλαδή κατά 9,3 δισ. ευρώ. Η εικόνα αυτή παρουσιάζεται ως ένδειξη ότι το παραγωγικό μοντέλο δεν άλλαξε και ότι η χώρα παραμένει εξαρτημένη από εισαγωγές και δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας.

Η ΕΛ.Α.Σ. αμφισβητεί και την κυβερνητική ανάγνωση του πρωτογενούς πλεονάσματος. Το πλεόνασμα αυξήθηκε από 3,8% σε 4,9% του ΑΕΠ, όμως η αντιπολίτευση υποστηρίζει ότι αυτό δεν αποτελεί επιτυχία διαχείρισης, αλλά αποτέλεσμα υψηλότερων φόρων και ακρίβειας που βαραίνει την καθημερινότητα.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα έσοδα από ΦΠΑ, τα οποία αυξήθηκαν κατά 8,1 δισ. ευρώ. Κατά την ΕΛ.Α.Σ., η αύξηση αυτή δεν δείχνει πραγματική ευημερία, αλλά το γεγονός ότι κάθε νοικοκυριό πληρώνει περισσότερο για τα ίδια βασικά αγαθά, εξαιτίας της ακρίβειας.

Στο ίδιο πλαίσιο, η ανακοίνωση αναφέρει ότι τα έσοδα από φόρους εισοδήματος και περιουσίας αυξήθηκαν κατά 10,6 δισ. ευρώ. Η διαπίστωση αυτή χρησιμοποιείται για να αποδομηθεί ο κυβερνητικός ισχυρισμός περί μείωσης του φορολογικού βάρους, καθώς τα συνολικά φορολογικά έσοδα αυξάνονται με τρόπο που πλήττει άμεσα την κοινωνία.

Για το δημόσιο χρέος, η ΕΛ.Α.Σ. επισημαίνει ότι σε απόλυτους αριθμούς αυξήθηκε από 339 δισ. ευρώ σε 363 δισ. ευρώ. Η μείωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ αποδίδεται κυρίως στον πληθωρισμό και στην αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, όχι σε πραγματική απομείωση του χρέους ή σε ουσιαστική δημοσιονομική εξυγίανση.

Η ανακοίνωση στρέφει τα βέλη της και στο κράτος, σημειώνοντας ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τους πολίτες αυξήθηκαν από 2 δισ. ευρώ σε 3,3 δισ. ευρώ. Το στοιχείο αυτό παρουσιάζεται ως αντίφαση απέναντι στην κυβερνητική εικόνα ενός «νοικοκυρεμένου» κράτους που αυξάνει έσοδα, αλλά καθυστερεί περισσότερο να πληρώσει τις υποχρεώσεις του.

Στο κοινωνικό πεδίο, η ΕΛ.Α.Σ. υπογραμμίζει ότι ο πληθυσμός σε κίνδυνο φτώχειας αυξήθηκε από 18% σε 19,5%. Το συμπέρασμα που εξάγει είναι ότι η ανάπτυξη δεν έφτασε στην κοινωνία και ότι οι αριθμοί της κυβέρνησης δεν μεταφράζονται σε πραγματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.

Η ανακοίνωση αναφέρεται και στην κατάργηση της ουσιαστικής προστασίας της πρώτης κατοικίας με τον νόμο 4738/2020, υποστηρίζοντας ότι η χώρα πέρασε από την προστασία της κύριας κατοικίας σε ένα καθεστώς γενικευμένης ρευστοποίησης. Το ζήτημα συνδέεται με τη ραγδαία αύξηση των πλειστηριασμών και την πίεση στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά.

Το ιδιωτικό χρέος, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η ΕΛ.Α.Σ., αυξήθηκε από 367 δισ. ευρώ σε 407,6 δισ. ευρώ, δηλαδή κατά περίπου 40 δισ. ευρώ. Η αύξηση αυτή παρουσιάζεται ως απόδειξη ότι το πρόβλημα όχι μόνο δεν αντιμετωπίστηκε, αλλά διογκώθηκε στη διάρκεια της κυβερνητικής θητείας.

Χρέη, πλειστηριασμοί και αγοραστική δύναμη

Για τα κόκκινα δάνεια, η ανακοίνωση σημειώνει ότι μειώθηκαν από 92 δισ. ευρώ σε 82,6 δισ. ευρώ, όμως μεγάλο μέρος τους μεταφέρθηκε σε servicers. Κατά την ΕΛ.Α.Σ., η πραγματική επιβάρυνση δεν εξαφανίστηκε, καθώς το χρέος απλώς άλλαξε διαχειριστή, ενώ οι ισολογισμοί των τραπεζών καθάρισαν σε βάρος των δανειοληπτών.

Οι οφειλές προς την εφορία αυξήθηκαν από 105,6 δισ. ευρώ σε 114,5 δισ. ευρώ, δείχνοντας ότι η λεγόμενη οικονομική κανονικότητα παράγει νέα χρέη. Αντίστοιχα, οι οφειλές προς τον ΕΦΚΑ εκτοξεύθηκαν από 35,4 δισ. ευρώ σε 51,8 δισ. ευρώ, στοιχείο που, κατά την ΕΛ.Α.Σ., αποτυπώνει εισοδήματα στραγγισμένα και αδυναμία πολιτών και επαγγελματιών να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.

Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι η αναφορά στους πλειστηριασμούς, οι οποίοι αυξήθηκαν από 29.100 σε 67.309, καταγράφοντας άνοδο 131%. Συνολικά, από το 2020 εκτιμάται ότι έχουν φτάσει περίπου τις 300.000. Για την ΕΛ.Α.Σ., αυτό δεν συνιστά εξυγίανση, αλλά μαζική κοινωνική πίεση.

Το εργαλείο του εξωδικαστικού μηχανισμού παρουσιάζεται επίσης ως ανεπαρκές. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, έχουν υποβληθεί αιτήματα ύψους 42 δισ. ευρώ, ενώ οι ρυθμίσεις περιορίζονται στα 5 δισ. ευρώ. Η διαφορά αυτή χρησιμοποιείται ως ένδειξη ότι το σύστημα δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό μέγεθος της κρίσης χρέους.

Για τους ευάλωτους οφειλέτες, η ΕΛ.Α.Σ. σημειώνει ότι οι αναστολές πλειστηριασμών ανέρχονται μόλις σε 560, γεγονός που, κατά την ανακοίνωση, δείχνει ότι η προστασία λειτουργεί ως εξαίρεση και όχι ως ουσιαστικό δίχτυ ασφαλείας.

Στο πεδίο της ευρωπαϊκής σύγκλισης, η ανακοίνωση επισημαίνει ότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξάνεται ονομαστικά, όμως η Ελλάδα παραμένει 32% κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Παράλληλα, κατατάσσεται μαζί με τη Βουλγαρία στις τελευταίες θέσεις ως προς την αγοραστική δύναμη, στοιχείο που ακυρώνει, κατά την ΕΛ.Α.Σ., το αφήγημα της επιτυχημένης σύγκλισης.

Στους μισθούς και τις συντάξεις, η ανακοίνωση κάνει λόγο για αυξήσεις που υπάρχουν στα χαρτιά, αλλά δεν φτάνουν στην τσέπη. Οι συντάξεις αυξήθηκαν κατά 16,4%, όμως ο πληθωρισμός έφτασε το 19,8%, ενώ οι πραγματικοί μισθοί παραμένουν ουσιαστικά στάσιμοι. Το αποτέλεσμα είναι απώλεια αγοραστικής δύναμης την ώρα που η κυβέρνηση μιλά για επιτυχία.

Το πολιτικό συμπέρασμα της ΕΛ.Α.Σ. είναι ότι η κυβέρνηση ζητά από τους πολίτες να βλέπουν τρεις αριθμούς: ανάπτυξη, επενδύσεις και αναβαθμίσεις. Η κοινωνία, όμως, μετρά πέντε πραγματικότητες: τον μισθό, την ακρίβεια, το ιδιωτικό χρέος, τη στέγη και τη φτώχεια.

Η ανακοίνωση καταλήγει ότι αυτοί οι πέντε δείκτες δεν βελτιώθηκαν, αλλά επιδεινώθηκαν. Το κυβερνητικό success story, όπως υποστηρίζει η ΕΛ.Α.Σ., επιστρέφεται από την κοινωνική πλειοψηφία ως απαράδεκτο, επειδή δεν απαντά στο βασικό ερώτημα της καθημερινότητας: αν οι πολίτες ζουν καλύτερα μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας.