24 Μαρτίου 2026

Ελεύθερος αφέθηκε ο Γιώργος Τσαγκαράκης

Ο γνωστός γκαλερίστας Γιώργος Τσαγκαράκης, παρά τις βαριές κατηγορίες για αρχαιοκαπηλία και απάτη, αφέθηκε ελεύθερος μετά την ολοκλήρωση της απολογίας του, κατόπιν σχετικής απόφασης των δικαστικών αρχών. Για την αποφυλάκισή του ορίστηκε η καταβολή χρηματικής εγγύησης που ανέρχεται στο ποσό των 50.000 ευρώ, ενώ του επιβλήθηκαν αυστηροί περιορισμοί που αφορούν τη δραστηριότητά του στην αγορά έργων τέχνης. Συγκεκριμένα, του απαγορεύεται ρητά η κατοχή, η πώληση, η αγορά ή οποιαδήποτε άλλη μορφή διάθεσης αρχαιοτήτων.

Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, το δικαστήριο έθεσε συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη συνέχιση της ενασχόλησης του κατηγορουμένου με τον κλάδο της τέχνης. Στο εξής, του επιτρέπεται να διαχειρίζεται αποκλειστικά και μόνο πίνακες ζωγραφικής, υπό την απαράβατη προϋπόθεση ότι αυτοί συνοδεύονται από επίσημο και έγκυρο πιστοποιητικό γνησιότητας, διασφαλίζοντας έτσι τη νομιμότητα των συναλλαγών του.

Πέραν των οικονομικών και επαγγελματικών περιορισμών, στον κ. Τσαγκαράκη επιβλήθηκαν και κλασικά διοικητικά μέτρα επιτήρησης. Ο κατηγορούμενος υποχρεούται πλέον να εμφανίζεται μία φορά τον μήνα στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής κατοικίας του, ενώ του απαγορεύθηκε παράλληλα η έξοδος από την ελληνική επικράτεια μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης.

Ελεύθερη αφέθηκε και η υπάλληλος της γκαλερί που είχε συλληφθεί με την κατηγορία της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος.

Ο νομικός παραστάτης του κατηγορουμένου, Μιχάλης Δημητρακόπουλος, αντέκρουσε τις κατηγορίες υποστηρίζοντας ότι η δίωξη στερείται λογικής βάσης. Το κεντρικό επιχείρημα της υπεράσπισης εστιάζει στο γεγονός ότι τα επίμαχα αντικείμενα προβάλλονταν δημόσια μέσω τηλεοπτικών εκπομπών, κάτι που, κατά τον δικηγόρο, καθιστά αδύνατη την ύπαρξη δόλου. Όπως επισημαίνει, θα αποτελούσε πράξη αυτοκαταστροφής για οποιονδήποτε έμπορο να διαφημίζει εν γνώσει του πλαστά έργα μπροστά σε εκατομμύρια θεατές, ενώ τονίζει πως για τα προϊόντα υπάρχουν γραπτές εγγυήσεις γνησιότητας από τους προμηθευτές.

Αναφορικά με ένα Ευαγγέλιο του 18ου αιώνα που περιλαμβάνεται στη δικογραφία, η πλευρά του γκαλερίστα ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είχε την πρόθεση να το θέσει υπό τον έλεγχο των αρχών. Σύμφωνα με την υπεράσπιση, ο κ. Τσαγκαράκης είχε ήδη επικοινωνήσει με την Εφορεία Αρχαιοτήτων για να προγραμματίσει συνάντηση επίδειξης του κειμηλίου, ωστόσο η αστυνομική επέμβαση προηγήθηκε του ραντεβού. Για να αποδειχθεί η αλληλουχία των γεγονότων, έχει ζητηθεί η άρση του απορρήτου των τηλεπικοινωνιών του κατηγορουμένου.

Η υπεράσπιση ασκεί δριμεία κριτική στη μέθοδο με την οποία χαρακτηρίστηκαν πλαστοί ορισμένοι πίνακες, υποστηρίζοντας ότι η εκτίμηση βασίστηκε σε απλή τηλεοπτική παρατήρηση και όχι σε ενδελεχή φυσική εξέταση. Από την άλλη πλευρά, οι έρευνες της Ελληνικής Αστυνομίας σε αποθήκες και καταστήματα σε Ελληνικό, Γλυφάδα και Κολωνάκι οδήγησαν στην κατάσχεση περίπου 400 πινάκων. Αν και η δικογραφία στηρίχθηκε αρχικά σε δειγματοληπτικό έλεγχο περιορισμένου αριθμού έργων, η διαδικασία εκτίμησης συνεχίζεται για το σύνολο των κατασχεθέντων, με τις αρχές να διατηρούν την εκτίμηση περί εκτεταμένης πλαστότητας.