Σήμερα Γιορτάζουν:

ΑΝΑΡΓΥΡΟΣ

ΔΑΜΙΑΝΟΣ

ΚΟΣΜΑΣ

ΜΑΥΡΙΚΙΟΣ

1 Ιουλίου 2026

Ελλάδα: Το 9,7% των εργαζομένων ζει με εισόδημα κάτω από το όριο φτώχειας

Η εργασία στην Ελλάδα εξακολουθεί να μην λειτουργεί ως ασφαλές ανάχωμα απέναντι στη φτώχεια για χιλιάδες εργαζόμενους. Παρά τη βελτίωση που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια, σχεδόν ένας στους δέκα απασχολούμενους εξακολουθεί να ζει με εισόδημα κάτω από το όριο της φτώχειας, με τη χώρα να παραμένει πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα νέα στοιχεία του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ φωτίζουν ξανά το πρόβλημα των λεγόμενων «εργαζόμενων φτωχών», δηλαδή πολιτών που έχουν δουλειά, όμως οι αποδοχές τους δεν επαρκούν για να τους εξασφαλίσουν οικονομική ασφάλεια και αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης.

Σύμφωνα με την έκθεση, το 2025 το ποσοστό των εργαζομένων ηλικίας 18 έως 64 ετών που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας διαμορφώθηκε στην Ελλάδα στο 9,7%. Την ίδια ώρα, ο αντίστοιχος μέσος όρος στις 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται στο 8,3%.

Η απόσταση της Ελλάδας από την ευρωπαϊκή εικόνα έχει περιοριστεί σε σχέση με προηγούμενες περιόδους. Το 2009 ο δείκτης των εργαζόμενων φτωχών στην Ελλάδα ανερχόταν στο 13,7%, ενώ το 2019 είχε υποχωρήσει στο 10,1%. Η αποκλιμάκωση συνεχίστηκε το 2025, χωρίς όμως η χώρα να έχει καταφέρει να φτάσει τον μέσο ευρωπαϊκό όρο.

Η θέση της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό χάρτη

Η συγκριτική αποτύπωση δείχνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει έντονο πρόβλημα φτώχειας μέσα στην εργασία, αν και δεν βρίσκεται στις χειρότερες θέσεις της Ευρώπης. Το ελληνικό ποσοστό είναι χαμηλότερο από εκείνο της Ισπανίας, όπου ο δείκτης φτάνει το 11,2%, της Βουλγαρίας με 11,8%, της Ρουμανίας με 10,7%, της Εσθονίας με 10,5% και της Ιταλίας με 10,2%.

Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα εμφανίζεται σε δυσμενέστερη θέση από χώρες όπως η Πορτογαλία, όπου το ποσοστό διαμορφώνεται στο 8,6%, η Πολωνία με 8,5%, η Σλοβενία με 5,5% και κυρίως η Τσεχία, όπου μόλις το 4,1% των εργαζομένων βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας.

Σε επίπεδο γεωγραφικών ομάδων, η χώρα καταγράφει χειρότερη επίδοση τόσο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και από τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, όπου ο αντίστοιχος δείκτης βρίσκεται στο 7,7%. Παρουσιάζει, ωστόσο, ελαφρώς καλύτερη εικόνα από τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, στις οποίες το ποσοστό φτάνει το 10,5%, καθώς και από τις βαλκανικές χώρες, όπου διαμορφώνεται στο 10,2%.

Το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι βαρύ για την αγορά εργασίας: ακόμη και η πλήρης απασχόληση αδυνατεί σε αρκετές περιπτώσεις να εγγυηθεί αξιοπρεπή διαβίωση. Η ύπαρξη μιας σταθερής θέσης εργασίας δεν αρκεί από μόνη της, όταν οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί και το κόστος ζωής κινείται σε υψηλά επίπεδα.

Στην Ελλάδα, το ποσοστό των εργαζομένων πλήρους απασχόλησης που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ανέρχεται στο 9,1%. Η εικόνα είναι σαφώς καλύτερη από το 2009, όταν το αντίστοιχο ποσοστό έφτανε το 13%, παραμένει όμως πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει μια κρίσιμη αδυναμία του ελληνικού μοντέλου εργασίας. Η πλήρης απασχόληση, που θεωρητικά θα έπρεπε να προσφέρει σταθερότητα, για σημαντικό αριθμό εργαζομένων μετατρέπεται σε εισόδημα οριακής επιβίωσης. Οι αποδοχές σε αρκετούς κλάδους δεν συμβαδίζουν με τις πραγματικές ανάγκες των νοικοκυριών, ειδικά σε περιβάλλον ακρίβειας, υψηλών ενοικίων και αυξημένων βασικών δαπανών.

Πιο ευάλωτοι οι μερικώς απασχολούμενοι

Ακόμη δυσκολότερη είναι η κατάσταση για τους εργαζόμενους με μερική απασχόληση. Στην Ελλάδα, το 21,4% όσων εργάζονται με μειωμένο ωράριο βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από το 13,5% που καταγράφεται κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Παρότι το ποσοστό έχει υποχωρήσει σε σχέση με το 26,9% του 2009, παραμένει σχεδόν στα ίδια επίπεδα με το 2019, όταν είχε διαμορφωθεί στο 20,9%. Η στασιμότητα αυτή δείχνει ότι η μερική απασχόληση εξακολουθεί να συνδέεται με αυξημένη οικονομική ανασφάλεια και περιορισμένη δυνατότητα κάλυψης βασικών αναγκών.

Οι εργαζόμενοι σε ευέλικτες μορφές απασχόλησης βρίσκονται σε πιο ευάλωτη θέση, καθώς εργάζονται λιγότερες ώρες και λαμβάνουν χαμηλότερες αποδοχές. Για πολλούς, το εισόδημα από τη μερική απασχόληση δεν επαρκεί για ενοίκιο, λογαριασμούς, διατροφή και βασικές οικογενειακές υποχρεώσεις.

Η Ελλάδα εμφανίζει πολύ υψηλότερο ποσοστό φτώχειας στους μερικώς απασχολούμενους σε σχέση με τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, όπου ο δείκτης βρίσκεται στο 13%. Υπερβαίνει επίσης τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, στις οποίες το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 17,4%.

Η εικόνα είναι καλύτερη μόνο σε σύγκριση με τις βαλκανικές χώρες, όπου ο κίνδυνος φτώχειας για τους μερικώς απασχολούμενους εκτοξεύεται στο 44,8%. Η ακραία αυτή επίδοση αποδίδεται κυρίως στα πολύ υψηλά ποσοστά που καταγράφονται στη Ρουμανία και τη Βουλγαρία.

Η συνολική εικόνα της έκθεσης επιβεβαιώνει ότι η ελληνική αγορά εργασίας έχει κάνει βήματα βελτίωσης, όμως εξακολουθεί να κουβαλά μια σοβαρή διαρθρωτική αδυναμία. Για χιλιάδες εργαζόμενους, η εργασία δεν ισοδυναμεί ακόμη με προστασία από τη φτώχεια.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην ύπαρξη θέσεων εργασίας, αλλά αφορά την ποιότητα της απασχόλησης, το ύψος των μισθών, τη σταθερότητα του εισοδήματος και τη σχέση των αποδοχών με το πραγματικό κόστος ζωής. Όσο αυτά τα μεγέθη παραμένουν αποσυνδεδεμένα, η ανάπτυξη δεν μεταφράζεται σε κοινωνική ασφάλεια για όσους εργάζονται.

Η έκθεση της ΓΣΕΕ δείχνει ότι η φτώχεια μέσα στην εργασία παραμένει ενεργό πρόβλημα και όχι υπόλειμμα της κρίσης. Η Ελλάδα μπορεί να έχει μειώσει τα ποσοστά της, όμως η απόσταση από μια πραγματικά προστατευτική αγορά εργασίας παραμένει μεγάλη. Το κρίσιμο ζητούμενο είναι πλέον οι δουλειές να εξασφαλίζουν όχι μόνο απασχόληση, αλλά και αξιοπρεπή ζωή.