Έλλειψη σιδήρου: Αλλάζουν τα διαγνωστικά όρια φερριτίνης στις οδηγίες της ASH

Νέα διαγνωστικά όρια φερριτίνης προτείνει η Αμερικανική Αιματολογική Εταιρεία (ASH), επιδιώκοντας να περιορίσει τις περιπτώσεις έλλειψης σιδήρου που παραμένουν αδιάγνωστες. Οι κατευθυντήριες οδηγίες δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Blood Advances το 2026 και αφορούν διαφορετικές πληθυσμιακές ομάδες, με ή χωρίς αναιμία.

Η σιδηροπενία συγκαταλέγεται στις συχνότερες διατροφικές ανεπάρκειες παγκοσμίως. Παρότι μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά, αρκετοί ασθενείς παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα με κόπωση και άλλα συμπτώματα, χωρίς να έχει αναγνωριστεί η αιτία τους.

Η διαφοροποίηση των εργαστηριακών ορίων και ο ανεπαρκής έλεγχος ομάδων αυξημένου κινδύνου αποτελούν βασικές δυσκολίες στη διάγνωση. Οι νέες συστάσεις επιχειρούν να διαμορφώσουν σαφέστερα κριτήρια αξιολόγησης, ώστε τα χαμηλά αποθέματα σιδήρου να αναγνωρίζονται νωρίτερα.

Τα κυριότερα σημεία παρουσιάζουν οι γιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής του Νοσοκομείου «Αλεξάνδρα», της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Κωνσταντίνος Γιάννακας, αιματολόγος, και Θάνος Δημόπουλος, καθηγητής Θεραπευτικής–Ογκολογίας–Αιματολογίας, διευθυντής της Κλινικής και πρώην πρύτανης του ΕΚΠΑ.

Η έλλειψη σιδήρου μπορεί να προηγείται της αναιμίας

Ο σίδηρος συμμετέχει στην παραγωγή της αιμοσφαιρίνης, της πρωτεΐνης των ερυθρών αιμοσφαιρίων που μεταφέρει οξυγόνο στους ιστούς. Είναι επίσης απαραίτητος για λειτουργίες του εγκεφάλου, του ανοσοποιητικού και των μυών, καθώς και για την υγεία του δέρματος, των μαλλιών και των νυχιών.

Η φερριτίνη αποτελεί βασική πρωτεΐνη αποθήκευσης σιδήρου. Η μέτρησή της στο αίμα χρησιμοποιείται ως έμμεσος δείκτης των αποθεμάτων του οργανισμού και κατέχει κεντρική θέση στη διερεύνηση πιθανής σιδηροπενίας.

Η ανεπάρκεια εξελίσσεται σταδιακά. Όταν η πρόσληψη και η απορρόφηση δεν καλύπτουν τις ανάγκες ή τις απώλειες, τα αποθέματα μειώνονται. Σε αυτό το στάδιο η φερριτίνη μπορεί να είναι χαμηλή, ενώ η αιμοσφαιρίνη παραμένει εντός φυσιολογικών ορίων.

Εάν η έλλειψη συνεχιστεί, επηρεάζεται η παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων και μπορεί να εμφανιστεί σιδηροπενική αναιμία. Τα ερυθρά συχνά γίνονται μικρότερα και περιέχουν λιγότερη αιμοσφαιρίνη. Η σοβαρή ή παραμελημένη αναιμία μπορεί να προκαλέσει σημαντικές επιπλοκές.

Σημαντικό είναι ότι η φυσιολογική αιμοσφαιρίνη δεν αποκλείει την έλλειψη σιδήρου. Συμπτώματα μπορούν να εμφανιστούν πριν εγκατασταθεί αναιμία, γεγονός που καθιστά απαραίτητη την αξιολόγηση της συνολικής εικόνας.

Η απώλεια αίματος αποτελεί συχνή αιτία σιδηροπενίας. Αυξημένο κίνδυνο αντιμετωπίζουν άτομα με έντονη ή παρατεταμένη έμμηνο ρύση, καθώς και οι έγκυοι και οι θηλάζουσες, λόγω μεγαλύτερων αναγκών. Η ταχεία ανάπτυξη αυξάνει επίσης τις απαιτήσεις σε βρέφη, μικρά παιδιά και εφήβους.

Σε άνδρες και μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται η πιθανότητα χρόνιας απώλειας αίματος από το πεπτικό. Έλκη, άλλες γαστρεντερικές παθήσεις και όγκοι περιλαμβάνονται στις αιτίες που ο γιατρός μπορεί να χρειαστεί να διερευνήσει.

Δυσκολία απορρόφησης μπορεί να συνδέεται με κοιλιοκάκη, φλεγμονώδη νόσο του εντέρου, ατροφική γαστρίτιδα, λοίμωξη από Helicobacter pylori ή προηγούμενη βαριατρική επέμβαση. Περιοριστικές δίαιτες και χρόνια νοσήματα, όπως νεφρική νόσος, καρδιακή ανεπάρκεια και ρευματολογικές παθήσεις, απαιτούν επίσης προσεκτική αξιολόγηση.

Τα συμπτώματα συχνά περιλαμβάνουν κόπωση, μειωμένη ενεργητικότητα, αδυναμία, ζάλη, δύσπνοια, ταχυκαρδία, πονοκέφαλο, ωχρότητα και δυσκολία συγκέντρωσης. Επειδή είναι μη ειδικά, μπορούν να αποδοθούν σε διαφορετικές αιτίες και να καθυστερήσουν τον εντοπισμό της σιδηροπενίας.

Ενδέχεται επίσης να εμφανιστεί σύνδρομο ανήσυχων ποδιών. Σε εντονότερη ανεπάρκεια περιγράφονται επιθυμία κατανάλωσης πάγου ή μη βρώσιμων ουσιών, γνωστή ως πίκα, φλεγμονή της γλώσσας, αλλοιώσεις στα χείλη και νύχια με κοίλο σχήμα, η λεγόμενη κοιλονυχία.

Τα νέα όρια φερριτίνης και η σημασία της ιατρικής εκτίμησης

Ο εργαστηριακός έλεγχος επιλέγεται ανάλογα με το ιστορικό και την κλινική εικόνα. Μπορεί να περιλαμβάνει γενική αίματος, φερριτίνη, σίδηρο ορού, ικανότητα δέσμευσης σιδήρου και κορεσμό τρανσφερρίνης, καθώς και δικτυοερυθροκύτταρα ή επίχρισμα περιφερικού αίματος, όταν χρειάζονται.

Η ερμηνεία της φερριτίνης απαιτεί προσοχή, επειδή είναι πρωτεΐνη οξείας φάσης. Σε φλεγμονή, λοίμωξη ή κακοήθεια μπορεί να αυξηθεί, με αποτέλεσμα μια φυσιολογική ή υψηλή μέτρηση να συνυπάρχει με έλλειψη διαθέσιμου σιδήρου.

Ένα από τα προβλήματα που επιχειρούν να αντιμετωπίσουν οι οδηγίες είναι η χρήση διαφορετικών κατώτερων ορίων μεταξύ εργαστηρίων. Ορισμένα όρια αναφοράς έχουν προκύψει από πληθυσμούς στους οποίους ενδέχεται να περιλαμβάνονταν άτομα με μη αναγνωρισμένη σιδηροπενία, περιορίζοντας τη διαγνωστική τους χρησιμότητα.

Η πολυεπιστημονική επιτροπή της ASH αξιολόγησε συστηματικά την επιστημονική βιβλιογραφία με τη μεθοδολογία GRADE και διατύπωσε πέντε συστάσεις. Η βασική κατεύθυνση είναι η χρήση υψηλότερων, πληθυσμιακά προσαρμοσμένων διαγνωστικών ορίων, ανεξάρτητα από την παρουσία αναιμίας.

Τα όρια που παρουσιάζει η ASH είναι:

  • Παιδιά ηλικίας 9 μηνών έως 4 ετών: φερριτίνη 20 ng/mL ή χαμηλότερη, έναντι του παλαιότερα χρησιμοποιούμενου ορίου των 12 ng/mL.
  • Ενήλικες, άτομα με έμμηνο ρύση και έγκυοι: φερριτίνη 30 ng/mL ή χαμηλότερη, αντί του ορίου των 15 ng/mL.
  • Ομάδες υψηλού κινδύνου: όριο 50 ng/mL ή χαμηλότερο, μεταξύ άλλων για άτομα με βαριά έμμηνο ρύση και εγκύους με αναιμία.
  • Ενήλικες με φλεγμονή: φερριτίνη κάτω από 100 ng/mL ή κορεσμός τρανσφερρίνης κάτω από 20%.

Για την εγκυμοσύνη, οι οδηγίες απομακρύνονται από τη χρήση των 15 ng/mL ως διαγνωστικού ορίου. Σε συνθήκες φλεγμονής, η συνδυαστική αξιολόγηση φερριτίνης και κορεσμού τρανσφερρίνης βοηθά στην αναγνώριση της έλλειψης, καθώς μπορεί να αρκεί η εκπλήρωση ενός από τα δύο προβλεπόμενα κριτήρια.

Η προετοιμασία για τη μέτρηση του κορεσμού τρανσφερρίνης χρειάζεται να ακολουθεί τις οδηγίες του γιατρού και του εργαστηρίου. Η πρόσφατη λήψη σιδήρου ή πολυβιταμινών μπορεί να επηρεάσει την ερμηνεία, γι’ αυτό απαιτείται σχετική ενημέρωση πριν από την εξέταση.

Τα διαγνωστικά όρια δεν αποτελούν αυτόματη ένδειξη χορήγησης θεραπείας. Η απόφαση για λήψη σιδήρου βασίζεται στην αιτία της ανεπάρκειας, στα συμπτώματα, στις συνοδές παθήσεις και στην εκτίμηση οφέλους και κινδύνου.

Με τα υψηλότερα όρια, ορισμένοι άνθρωποι που είχαν παλαιότερα χαρακτηριστεί ως μη σιδηροπενικοί μπορεί πλέον να πληρούν τα διαγνωστικά κριτήρια. Αυτό αφορά ιδιαίτερα περιπτώσεις με μετρήσεις κοντά στα παλαιότερα κατώτερα όρια και επίμονα συμπτώματα ή παράγοντες κινδύνου.

Η συζήτηση με τον θεράποντα επιτρέπει να καθοριστεί εάν χρειάζεται επανέλεγχος και ποια διερεύνηση είναι κατάλληλη. Η αυθαίρετη λήψη συμπληρωμάτων σιδήρου πρέπει να αποφεύγεται, καθώς μπορεί να καθυστερήσει την αναγνώριση της υποκείμενης αιτίας και να οδηγήσει σε ακατάλληλη αγωγή.