Ελληνικός «χρυσός»: Στα 2,1 δισ. οι εξαγωγές φέτας και ελαιολάδου
Δύο προϊόντα που έχουν ταυτιστεί ιστορικά με την ελληνική διατροφή εξακολουθούν να καταγράφουν ισχυρή παρουσία στις αγορές του εξωτερικού. Η φέτα και το ελληνικό ελαιόλαδο λειτουργούν ως βασικοί πρεσβευτές της εγχώριας γαστρονομίας, στηρίζοντας παράλληλα χιλιάδες παραγωγούς, μεταποιητικές επιχειρήσεις και τοπικές οικονομίες.
Η συνολική αξία των εξαγωγών τους ξεπέρασε το 2025 τα 2,1 δισ. ευρώ, αποδεικνύοντας ότι τα ελληνικά αγροδιατροφικά προϊόντα μπορούν να κατακτήσουν σημαντικά μερίδια όταν διαθέτουν ποιότητα, αναγνωρίσιμη προέλευση και κατοχυρωμένη ταυτότητα.
Ο γενικός γραμματέας Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Σπύρος Πρωτοψάλτης, υπογράμμισε ότι πίσω από τη φέτα και το ελαιόλαδο βρίσκεται ένα ολόκληρο παραγωγικό οικορο παραγωγικό οικοσύστημα. Πρόκειται για κλάδους που επηρεάζουν άμεσα το εισόδημα αγροτικών οικογενειών, τη λειτουργία μονάδων μεταποίησης και την οικονομική αντοχή πολλών περιοχών της χώρας.
Η φέτα ενισχύει την ελληνική αιγοπροβατοτροφία και τις εξαγωγές
Η φέτα παραμένει το σημαντικότερο ελληνικό τυρί και έναν από τους βασικότερους πυλώνες της εγχώριας αιγοπροβατοτροφίας. Η Ελλάδα διαθέτει 25 αναγνωρισμένες ονομασίες τυριών, από τις οποίες οι 23 έχουν χαρακτηριστεί Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης και οι δύο Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης.
Στην κορυφή αυτής της παραγωγικής δραστηριότητας βρίσκεται η φέτα, η οποία κυριαρχεί τόσο ως προς τον όγκο παραγωγής όσο και ως προς την εξαγωγική της αξία. Το 2025 παρήχθησαν περίπου 152.700 τόνοι φέτας, ποσότητα που αντιστοιχεί σχεδόν στα δύο τρίτα της συνολικής παραγωγής τυριών στην Ελλάδα.
Για την παρασκευή της κατευθύνθηκε περίπου το 69% της συνολικής εγχώριας παραγωγής πρόβειου και γίδινου γάλακτος. Το στοιχείο αυτό αποτυπώνει τον καθοριστικό ρόλο της φέτας στη διατήρηση της κτηνοτροφικής δραστηριότητας και στη βιωσιμότητα χιλιάδων εκμεταλλεύσεων.
Η εξαγωγική πορεία του προϊόντος παρέμεινε ιδιαίτερα ισχυρή. Περίπου 105.000 τόνοι φέτας, δηλαδή το 69% της συνολικής παραγωγής, διοχετεύθηκαν στις διεθνείς αγορές, με την αξία των εξαγωγών να πλησιάζει τα 835 εκατ. ευρώ.
Η φέτα αντιπροσωπεύει πλέον περίπου το 9% της συνολικής αξίας των ελληνικών εξαγωγών τροφίμων. Κυριότερος προορισμός παραμένει η Γερμανία και ακολουθούν η Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Οι συγκεκριμένες πέντε αγορές απορροφούν περίπου το 70% των συνολικών εξαγωγών του προϊόντος.
Η μεγάλη συγκέντρωση σε περιορισμένο αριθμό χωρών δημιουργεί ισχυρή εμπορική βάση, ταυτόχρονα όμως καταδεικνύει την ανάγκη για περαιτέρω διεύρυνση των προορισμών και για αποτελεσματικότερη προστασία της ονομασίας «φέτα» στις διεθνείς συμφωνίες.
Ελαιόλαδο: Υψηλές εξαγωγές, χαμηλότερη προστιθέμενη αξία για τον παραγωγό
Αντίστοιχα ισχυρή είναι η οικονομική και κοινωνική σημασία της ελληνικής ελαιοκομίας, η οποία αφορά περίπου 700.000 παραγωγούς σε ολόκληρη τη χώρα. Στην Ελλάδα έχουν αναγνωριστεί 33 ονομασίες ελαιολάδων, από τις οποίες οι 20 είναι ΠΟΠ και οι 13 ΠΓΕ, αποτυπώνοντας τη μεγάλη ποικιλία των ελαιοπαραγωγικών ζωνών.

Οι εξαγωγές ελληνικού ελαιολάδου έφτασαν το 2025 τα 1,31 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 12,4% της συνολικής αξίας των εξαγωγών τροφίμων της χώρας. Για την ελαιοκομική περίοδο 2025-2026 η παραγωγή υπολογίζεται περίπου στους 235.000 τόνους, ενώ οι εξαγωγές αναμένεται να διαμορφωθούν στους 139.000 τόνους.
Με βάση τις επιδόσεις των τελευταίων ετών, η Ελλάδα διατηρεί την τέταρτη θέση παγκοσμίως στην παραγωγή ελαιολάδου, πίσω από την Ισπανία, την Τουρκία και την Τυνησία. Η θέση αυτή επιβεβαιώνει το παραγωγικό βάρος της χώρας, χωρίς να εξασφαλίζει αυτος, χωρίς να εξασμάτως το μέγιστο δυνατό εισόδημα για τους Έλληνες ελαιοπαραγωγούς.
Το βασικό διαρθρωτικό πρόβλημα παραμένει η περιορισμένη διάθεση του ελληνικού ελαιολάδου ως τυποποιημένου και επώνυμου προϊόντος. Σημαντικές ποσότητες εξακολουθούν να εξάγονται ως πρώτη ύλη, με αποτέλεσμα μέρος της τελικής υπεραξίας να δημιουργείται και να παραμένει εκτός Ελλάδας.
Η κυβερνητική πολιτική καλείται να καλύψει αυτή τη χρόνια υστέρηση με συγκεκριμένα εργαλεία για τυποποίηση, εμπορική προώθηση και ενίσχυση του ελληνικού brand. Οι εντυπωσιακοί αριθμοί των εξαγωγών δεν αναιρούν το γεγονός ότι μεγάλο τμήμα της προστιθέμενης αξίας δεν επιστρέφει στους παραγωγούς με την ένταση που θα επέτρεπε η ποιότητα του προϊόντος.
Στο πλαίσιο της καλύτερης οργάνωσης του κλάδου προωθείται η επικαιροποίηση του Ελαιοκομικού Μητρώου, με στόχο τη δημιουργία αξιόπιστης βάσης δεδομένων για τις καλλιέργειες, τις εκμεταλλεύσεις και τις παραγόμενες ποσότητες.
Η υποχρεωτική υποβολή δηλώσεων συγκομιδής ελαιοκάρπου μεταφέρεται στην περίοδο 2026-2027, με ημερομηνία έναρξης την 1η Οκτωβρίου 2026. Η αναβολή αποδίδεται στην ανάγκη ολοκλήρωσης τεχνικών προσαρμογών, αναδεικνύοντας ωστόσο τις καθυστερήσεις στον εκσυγχρονισμό των μηχανισμών ελέγχου και καταγραφής.
Παράλληλα, σχεδιάζεται η διασύνδεση των πληροφοριακών συστημάτων με την ΑΑΔΕ και η αξιοποίηση των στοιχείων του ΟΣΔΕ, ώστε να μειωθούν οι επαναλαμβανόμενες διαδικασίες για τους αγρότες. Το ζητούμενο είναι ένα σύστημα με λιγότερη γραφειοκρατία, ουσιαστική ιχνηλασιμότητα και αποτελεσματικό έλεγχο, ώστε η διεθνής επιτυχία της φέτας και του ελαιολάδου να μεταφράζεται σε πραγματικό όφελος για την ελληνική παραγωγή.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Επίθεση Νέστορα: Προφυλακίστηκε και ο τέταρτος κατηγορούμενος