Ελληνοτουρκικά: Το τουρκικό νομοσχέδιο για τις θαλάσσιες ζώνες δοκιμάζει τα «ήρεμα νερά» - Οι τουρκικές θαλάσσιες ζώνες και η ανησυχία της Αθήνας
Η Αθήνα παρακολουθεί με αυξημένη ανησυχία την τουρκική πρόθεση να νομοθετήσει για θαλάσσιες ζώνες και κυριαρχικά δικαιώματα.
Το ενδεχόμενο να ζητούνται τουρκικές άδειες για έρευνες ή εργασίες σε περιοχές ελληνικού ενδιαφέροντος θεωρείται κρίσιμο σημείο τριβής.
Παρά την ένταση, οι διπλωματικοί δίαυλοι Ελλάδας και Τουρκίας παραμένουν ενεργοί, με αβέβαιο όμως το αποτέλεσμα της διαχείρισης.
Σε κρίσιμο σημείο εισέρχονται οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, καθώς η Άγκυρα εμφανίζεται αποφασισμένη να προχωρήσει στην κατάθεση νομοσχεδίου για τις θαλάσσιες ζώνες και την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Η εξέλιξη αυτή προκαλεί έντονο προβληματισμό στην Αθήνα, καθώς έρχεται δυόμισι χρόνια μετά τη Διακήρυξη των Αθηνών, μέσω της οποίας επιχειρήθηκε να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο χαμηλής έντασης και θεσμικού διαλόγου ανάμεσα στις δύο χώρες.
Η ελληνική πλευρά βλέπει πλέον να δοκιμάζεται στην πράξη το αφήγημα των «ήρεμων νερών». Η τουρκική πρωτοβουλία κινείται σε πεδίο υψηλής ευαισθησίας, καθώς αφορά τον πυρήνα των διαφορών για την ΑΟΖ, την υφαλοκρηπίδα και τα κυριαρχικά δικαιώματα. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, το νομοθέτημα αναμένεται να κατατεθεί στην τουρκική Εθνοσυνέλευση στις πρώτες ημέρες του Ιουνίου, γεγονός που συμπυκνώνει την ανησυχία για νέα περίοδο έντασης.
Η ακριβής διατύπωση των διατάξεων παραμένει άγνωστη. Ωστόσο, ο βασικός φόβος της Αθήνας εστιάζεται στη συνολική λογική του νομοσχεδίου. Η μετατροπή των αναθεωρητικών θέσεων της Τουρκίας σε εσωτερικό νόμο του κράτους παγιώνει τη σύγκρουση, περιορίζει τις δυνατότητες διευθέτησης και δεσμεύει κάθε μελλοντική τουρκική ηγεσία να υπερασπίζεται θεσμικά αυτές τις διεκδικήσεις. Με άλλα λόγια, η Άγκυρα επιχειρεί να προσδώσει κρατική και νομική μορφή σε πρακτικές που ήδη εφαρμόζει στο πεδίο.
Η ελληνική ανησυχία για τις τουρκικές άδειες
Το σημείο που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία είναι το ενδεχόμενο να περιληφθεί διάταξη που θα απαιτεί έκδοση αδειών από τουρκικές αρχές για έρευνες, πόντιση καλωδίων ή άλλες δραστηριότητες σε περιοχές που η Άγκυρα θεωρεί δικής της δικαιοδοσίας. Μια τέτοια ρύθμιση θα νομιμοποιούσε, κατά την τουρκική ανάγνωση, την πρακτική παρενόχλησης ερευνητικών πλοίων έως ότου οι εταιρείες ζητήσουν άδεια από τους αρμόδιους τουρκικούς υδρογραφικούς σταθμούς.
Η πρακτική αυτή έχει ήδη εμφανιστεί σε κρίσιμες υποθέσεις, όπως το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου, καθώς και σε περιστατικά ανοικτά της Κρήτης και στα Δωδεκάνησα. Η τουρκική μέθοδος στηρίζεται στη δημιουργία πίεσης επί του πεδίου, με παρουσία πολεμικών μονάδων και σταδιακή επιβολή μιας αντίληψης κατά την οποία καμία ενεργειακή ή τεχνική δραστηριότητα στην Ανατολική Μεσόγειο δεν μπορεί να εξελιχθεί χωρίς τουρκική συναίνεση.
Στην Αθήνα θεωρούν λιγότερο πιθανό το σενάριο να ενταχθεί ρητά στο νομοσχέδιο ζήτημα κυριαρχίας επί των αποκαλούμενων «γκρίζων ζωνών». Παρά ταύτα, αναμένεται να υπάρξει αναφορά σε νησιά, νησίδες και βραχονησίδες του Αιγαίου των οποίων η Άγκυρα αμφισβητεί το καθεστώς. Η διατύπωση αυτή θα επιχειρήσει να ντύσει με νομικό μανδύα την τουρκική αμφισβήτηση, χωρίς να παράγει άμεσο τετελεσμένο από μόνη της.
Η τουρκική κίνηση έχει και εσωτερική πολιτική στόχευση. Απευθύνεται στο τουρκικό ακροατήριο και εντάσσεται στη σταθερή στρατηγική ανάδειξης της «Γαλάζιας Πατρίδας» σε κεντρικό δόγμα. Παράλληλα, αναμένεται να προκαλέσει διεθνείς αντιδράσεις, καθώς συγκρούεται με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, με τις συμφωνίες οριοθέτησης που έχουν υπογραφεί στην Ανατολική Μεσόγειο και με την ανάγκη σταθερότητας στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Ουάσιγκτον δεν έχει συμφέρον να ανοίξει νέα εστία έντασης ανάμεσα σε δύο συμμάχους του ΝΑΤΟ, ειδικά σε μια περίοδο κατά την οποία η Chevron προετοιμάζεται για έρευνες νοτιοανατολικά της Κρήτης, ακόμη και σε περιοχές που τέμνονται με τις τουρκολιβυκές διεκδικήσεις. Στην Αθήνα εκτιμούν ότι μέχρι την κατάθεση του νομοσχεδίου μπορεί να υπάρξουν αμερικανικές πιέσεις προς την Άγκυρα, είτε για ηπιότερη διατύπωση είτε για πιο ελεγχόμενη διαχείριση της επόμενης ημέρας.
Αντίστοιχα, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα βρεθεί μπροστά σε ακόμη μία δοκιμασία των σχέσεών της με την Τουρκία. Η Άγκυρα επιδιώκει λειτουργική σχέση με τις Βρυξέλλες, κυρίως μέσα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής αμυντικής αυτονομίας, την ίδια στιγμή που κινείται αντίθετα με βασικές αρχές καλής γειτονίας. Στην Ανατολική Μεσόγειο υπάρχουν ήδη οριοθετήσεις ΑΟΖ στη βάση του Δικαίου της Θάλασσας, όπως οι συμφωνίες Κύπρου – Ισραήλ, Κύπρου – Αιγύπτου, Ελλάδας – Αιγύπτου και Ισραήλ – Λιβάνου. Η Τουρκία επιλέγει διαφορετική πορεία, στηριζόμενη σε μονομερείς αξιώσεις και στο τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Οι ενεργοί δίαυλοι και το όριο της αποκλιμάκωσης
Παρά την επιδείνωση του κλίματος, οι γραμμές επικοινωνίας ανάμεσα στην Αθήνα και την Άγκυρα παραμένουν ανοικτές. Επισήμως, μέχρι στιγμής δεν έχει καταγραφεί επικοινωνία ανάμεσα στους υπουργούς Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη και Χακάν Φιντάν για το συγκεκριμένο ζήτημα. Διπλωματικές πηγές, ωστόσο, επιβεβαιώνουν ότι οι δίαυλοι των δύο πλευρών εξακολουθούν να λειτουργούν.
Κατά την τελευταία τριετία, οι δύο υπουργοί έχουν παρέμβει σε κρίσιμες στιγμές ώστε επεισόδια έντασης να μη μετατραπούν σε ευρύτερες κρίσεις. Χαρακτηριστική θεωρείται η περίπτωση της ηλεκτρικής διασύνδεσης, όταν η τουρκική αποστολή φρεγατών στην περιοχή ανέβασε απότομα τη θερμοκρασία. Ανάλογη αποκλιμάκωση είχε υπάρξει και σε άλλες περιπτώσεις, όπως στο ζήτημα της ένταξης της «Γαλάζιας Πατρίδας» στα τουρκικά σχολικά εγχειρίδια, όπου τελικά δεν δημοσιοποιήθηκαν χάρτες.
Σε αυτό το πλαίσιο, δεν αποκλείεται να λειτουργήσει ξανά παρασκηνιακή γραμμή επικοινωνίας, εφόσον η δημοσίευση του τουρκικού νομοσχεδίου δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα. Πέρα από τους υπουργούς Εξωτερικών, επαφή διατηρείται και ανάμεσα στα διπλωματικά γραφεία των δύο ηγετών, Κυριάκου Μητσοτάκη και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Η επικοινωνία αυτή θεωρείται χρήσιμη, παρά τις προηγούμενες δυσλειτουργίες, όπως η ακύρωση της συνάντησης των δύο ηγετών στον ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο του 2023.
Στο ίδιο επίπεδο κινείται και ο πολιτικός διάλογος μέσω της υφυπουργού Εξωτερικών Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου και του τούρκου ομολόγου της Μεχμέτ Κεμάλ Μποζάι. Το νέο νομοσχέδιο, όμως, θα μετρήσει τα πραγματικά όρια των διαύλων επικοινωνίας. Από τη διαχείρισή του θα κριθεί και το αν μπορεί να πραγματοποιηθεί συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν στην Άγκυρα, στο περιθώριο της θερινής Συνόδου Κορυφής.
Τις τελευταίες ημέρες, οι τόνοι στην Τουρκία εμφανίζονται χαμηλότεροι. Τουρκικές πηγές αποδίδουν μέρος της έντασης σε υπερβολές των μέσων ενημέρωσης, ενώ παραμένει ανοιχτό το ερώτημα αν το νομοσχέδιο θα συνοδεύεται από χάρτες. Το σενάριο αυτό, προς το παρόν, θεωρείται χαμηλής πιθανότητας, καθώς οι βασικές τουρκικές διεκδικήσεις έχουν ήδη αποτυπωθεί στις συντεταγμένες που κατατέθηκαν στον ΟΗΕ το 2019 και στο τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2020.
Το πραγματικό πρόβλημα θα αναδειχθεί κατά την εφαρμογή των ρυθμίσεων. Αν η Τουρκία επιχειρήσει, για παράδειγμα, να ορίσει αλιευτική ή άλλη ειδική ζώνη ανάμεσα σε ελληνικά νησιά, τότε θα προκύψει ανάγκη πρακτικής υποστήριξης αυτής της αξίωσης με τουρκικά πλοία. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Ελλάδα θα κληθεί να απαντήσει επί του πεδίου. Εκεί θα φανεί αν οι δίαυλοι επικοινωνίας μπορούν να λειτουργήσουν ως μηχανισμός αποτροπής κρίσης ή αν τα «ήρεμα νερά» θα αντικατασταθούν από μια νέα, επικίνδυνη φάση ελληνοτουρκικής έντασης.
Πιο Δημοφιλή
Από τον Άγιο Κωνσταντίνο στη Μάχη της Κρήτης
Πιο Πρόσφατα
Πούτιν: Νόμος για ανάπτυξη στρατού στο εξωτερικό