27 Αυγούστου 2026

Palantir: Ο ψηφιακός «Μεγάλος Αδελφός» που συνδέει δορυφόρους, drones και δεδομένα

Η Palantir Technologies, μία από τις ισχυρότερες και πιο αμφιλεγόμενες εταιρείες ανάλυσης δεδομένων στον κόσμο, βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της συζήτησης για τα όρια ανάμεσα στην τεχνολογία, την εθνική ασφάλεια και τη μαζική επιτήρηση. Τα νέα στρατιωτικά συστήματα στα οποία συμμετέχει μπορούν να συνδυάζουν δεδομένα από δορυφόρους, ραντάρ, drones, επίγειους αισθητήρες και άλλες πηγές, δημιουργώντας μια ενιαία επιχειρησιακή εικόνα σχεδόν σε πραγματικό χρόνο.

Πρόκειται για δυνατότητες που πριν από λίγα χρόνια θα παρέπεμπαν σε σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Σήμερα αποτελούν κομμάτι πραγματικών στρατιωτικών προγραμμάτων των ΗΠΑ, με την τεχνητή νοημοσύνη να χρησιμοποιείται για τη συγχώνευση τεράστιων όγκων πληροφοριών, τον εντοπισμό στόχων και την ταχύτερη λήψη αποφάσεων.

Χρειάζεται, ωστόσο, μία κρίσιμη διευκρίνιση. Ο ισχυρισμός που κυκλοφορεί ότι η Palantir παρουσίασε ένα καινούργιο, ενιαίο σύστημα το οποίο συνδέει κυριολεκτικά «όλες τις κάμερες» και παρακολουθεί όλους τους ανθρώπους σε πραγματικό χρόνο δεν τεκμηριώνεται με αυτή τη μορφή. Αυτό που είναι πραγματικό και ήδη επιχειρησιακό είναι ένα οικοσύστημα τεχνολογιών που μπορεί να συνδέει διαφορετικές πηγές αισθητήρων όταν ο φορέας που χρησιμοποιεί το λογισμικό έχει πρόσβαση στα συγκεκριμένα δεδομένα.

Η διαφορά είναι ουσιαστική. Η Palantir δεν αποκτά αυτόματα πρόσβαση σε κάθε κάμερα, δορυφόρο ή βάση δεδομένων. Η τεχνολογία της, όμως, είναι σχεδιασμένη ώστε να μπορεί να συγκεντρώνει και να συσχετίζει τεράστιες ποσότητες πληροφοριών που της διαθέτει ένας πελάτης, δημιουργώντας ένα εξαιρετικά ισχυρό εργαλείο επιχειρησιακής επιτήρησης.

Από τους δορυφόρους και τα drones στον ενιαίο ψηφιακό χάρτη

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το TITAN – Tactical Intelligence Targeting Access Node του αμερικανικού στρατού. Πρόκειται για επίγειο σταθμό πληροφοριών που χρησιμοποιεί τεχνητή νοημοσύνη και μηχανική μάθηση για να επεξεργάζεται δεδομένα προερχόμενα από το διάστημα, μεγάλα ύψη, εναέρια μέσα και επίγειους αισθητήρες.

Ο ίδιος ο αμερικανικός στρατός περιγράφει το TITAN ως σύστημα που μπορεί να συγχωνεύει πληροφορίες από πολλαπλές πηγές και να περιορίζει δραστικά τον χρόνο που μεσολαβεί από τον εντοπισμό μιας απειλής μέχρι τη μετάδοση των δεδομένων στις μονάδες που πρέπει να αντιδράσουν.

Αντίστοιχη φιλοσοφία βρίσκεται πίσω από το Maven Smart System, το οποίο έχει πλέον αποκτήσει κεντρική θέση στην αμερικανική στρατιωτική υποδομή τεχνητής νοημοσύνης. Το σύστημα επεξεργάζεται μεγάλες ροές δεδομένων από δορυφόρους, drones, ραντάρ και αισθητήρες, αξιοποιώντας αλγορίθμους για την αναγνώριση και αξιολόγηση πιθανών στόχων.

Παράλληλα, το Foundry και το Artificial Intelligence Platform – AIP της Palantir λειτουργούν ως πλατφόρμες διασύνδεσης δεδομένων και εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης. Η ίδια η εταιρεία διαφημίζει τη δυνατότητα συγχώνευσης δεδομένων από δορυφόρους χαμηλής και υψηλής τροχιάς, επίγεια ραντάρ και άλλες πηγές πληροφοριών, ώστε οι χρήστες να αποκτούν κοινή επιχειρησιακή εικόνα σχεδόν σε πραγματικό χρόνο.

Το 2026 η Palantir ανακοίνωσε επίσης συνεργασία με τις Ondas και World View για μια νέα αρχιτεκτονική πολλαπλών πεδίων επιτήρησης, η οποία συνδέει στρατοσφαιρικούς αισθητήρες, εναέρια και επίγεια αυτόνομα συστήματα με ενιαία υποδομή διοίκησης και ελέγχου.

Οι δυνατότητες αυτές έχουν προφανή στρατιωτική αξία. Δημιουργούν όμως ταυτόχρονα σοβαρά ερωτήματα για την ιδιωτικότητα όταν παρόμοια εργαλεία χρησιμοποιούνται από υπηρεσίες ασφαλείας και οργανισμούς επιβολής του νόμου. Η Palantir έχει ήδη συνεργαστεί επί χρόνια με αμερικανικές υπηρεσίες όπως η ICE, συνδέοντας διαφορετικές βάσεις πληροφοριών για έρευνες και επιχειρήσεις εντοπισμού προσώπων.

Η εταιρεία έχει πράγματι ιστορικούς δεσμούς με την αμερικανική κοινότητα πληροφοριών. Στα πρώτα της βήματα είχε χρηματοδοτηθεί από την In-Q-Tel, τον επενδυτικό βραχίονα της CIA. Αυτό επιβεβαιώνει μια στενή ιστορική σχέση με τον χώρο των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, χωρίς να σημαίνει ότι η Palantir αποτελεί «τμήμα της CIA» ή ότι η υπηρεσία ελέγχει την εταιρεία.

Η ελληνική υπόθεση του 2020 και η συνεργασία που έμεινε για μήνες μακριά από τα φώτα

Για την Ελλάδα, η Palantir δεν είναι άγνωστη. Η κυβέρνηση συνεργάστηκε μαζί της το 2020, στην πρώτη φάση της πανδημίας, χρησιμοποιώντας την πλατφόρμα Foundry για την επεξεργασία δεδομένων και την υποστήριξη της λήψης κυβερνητικών αποφάσεων για την COVID-19.

Η αρχική συμφωνία υπογράφηκε στις 24 Μαρτίου 2020 για δοκιμαστική περίοδο έξι μηνών, τροποποιήθηκε δύο ημέρες αργότερα και στη συνέχεια παρατάθηκε μέχρι τις 23 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Η συνεργασία δεν είχε οικονομικό αντάλλαγμα, σύμφωνα με τα έγγραφα που δόθηκαν αργότερα στη δημοσιότητα.

Το πολιτικά προβληματικό σημείο ήταν η έλλειψη έγκαιρης διαφάνειας. Η συνεργασία έγινε ευρύτερα γνωστή τον Δεκέμβριο του 2020 μετά από ανακοίνωση της ίδιας της Palantir. Στις 3 Δεκεμβρίου είχε προηγηθεί τηλεδιάσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον CEO της εταιρείας Alex Karp, με τη συμμετοχή του τότε υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης Κυριάκου Πιερρακάκη και του στελέχους της Palantir Josh Harris.

Η Palantir ανακοίνωσε τότε ότι η ελληνική κυβέρνηση χρησιμοποιούσε το Foundry πάνω σε υποδομή Amazon Web Services και ότι είχε δημιουργηθεί dashboard διαχείρισης κρίσης για τον πρωθυπουργό, το οποίο παρουσίαζε σε πραγματικό χρόνο συνολική εικόνα για την εξέλιξη της πανδημίας.

Ακολούθησαν κοινοβουλευτικές ερωτήσεις, αντιδράσεις για την προστασία προσωπικών δεδομένων και αίτημα δημοσιοποίησης των συμβάσεων. Η υπόθεση έφτασε ακόμη και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπου κατατέθηκε ερώτηση για την αδιαφάνεια της συνεργασίας.

Το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης υποστήριξε ότι στο σύστημα είχαν μεταφορτωθεί ανοικτά δεδομένα και ανώνυμα στατιστικά και δημογραφικά στοιχεία από την Πολιτική Προστασία και τον ΕΟΔΥ, χωρίς πληροφορίες που επέτρεπαν άμεση ή έμμεση ταυτοποίηση φυσικού προσώπου.

Στα δεδομένα περιλαμβάνονταν πληροφορίες όπως ηλικία, φύλο, νομός, δήμος και κατάσταση ασθενούς. Η σύμβαση προκάλεσε εύλογη συζήτηση για το επίπεδο ανωνυμοποίησης και τις εγγυήσεις προστασίας δεδομένων. Δεν έχει, όμως, αποδειχθεί ότι η κυβέρνηση παρέδωσε στην Palantir τα ονομαστικά προσωπικά δεδομένα υγείας 150.000 πολιτών ή ότι η εταιρεία μπορούσε μέσω των συγκεκριμένων στοιχείων να ταυτοποιεί όλους όσοι είχαν νοσήσει.

Η συνεργασία ολοκληρώθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2020 και δεν μετατράπηκε σε εμπορική σύμβαση. Αργότερα χρησιμοποιήθηκαν άλλοι ανάδοχοι για υπηρεσίες επεξεργασίας και οπτικοποίησης δεδομένων.

Η υπόθεση, ωστόσο, άφησε πίσω της ένα ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα που παραμένει επίκαιρο: πόση πρόσβαση πρέπει να αποκτούν ιδιωτικές εταιρείες τεχνολογίας σε κρατικά δεδομένα και πόση διαφάνεια οφείλει να υπάρχει πριν αυτές οι συνεργασίες ξεκινήσουν;

Οι σημερινές στρατιωτικές δυνατότητες της Palantir κάνουν το ερώτημα ακόμη πιο σοβαρό. Μια πλατφόρμα που μπορεί να συνδέσει δορυφορικές εικόνες, ραντάρ, drones, δεδομένα θέσης και τεράστιες βάσεις πληροφοριών αποτελεί εξαιρετικά αποτελεσματικό εργαλείο όταν χρησιμοποιείται για άμυνα. Η ίδια τεχνολογική αρχιτεκτονική, εάν τροφοδοτηθεί με προσωπικά δεδομένα, μπορεί να δημιουργήσει εξαιρετικά ισχυρές δυνατότητες παρακολούθησης.

Εξίσου προσεκτικά πρέπει να αντιμετωπίζονται οι πληροφορίες περί μεγάλης κυβερνοεπίθεσης εναντίον της Palantir το 2026 και υποκλοπής δεδομένων του Donald Trump, του J.D. Vance και του Elon Musk. Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί εξαπλώθηκαν μέσω διαδικτύου, όμως δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα. Η Palantir τους χαρακτήρισε αβάσιμους και μέχρι σήμερα δεν έχει παρουσιαστεί δημόσια το υλικό που θα αποδείκνυε μια τέτοια παραβίαση.

Αυτό που δεν χρειάζεται υπερβολές για να προκαλέσει προβληματισμό είναι η πραγματική τεχνολογική ισχύς που έχει ήδη συγκεντρωθεί. Η Palantir μπορεί να μετατρέπει κατακερματισμένα δεδομένα από διαφορετικά συστήματα σε μία ενιαία επιχειρησιακή εικόνα και να εφαρμόζει πάνω σε αυτή τεχνητή νοημοσύνη.

Το πραγματικό ζήτημα επομένως δεν είναι ένας μυθικός «παντεπόπτης οφθαλμός» που βλέπει αυτόματα τους πάντες. Είναι κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο: ποιος συγκεντρώνει τα δεδομένα, ποιος αποκτά πρόσβαση σε αυτά, ποιος αποφασίζει πώς θα συνδεθούν και ποιος ελέγχει τελικά εκείνον που κρατά στα χέρια του αυτή την τεχνολογική δύναμη.