«Έχει ήδη αρχίσει ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος;» – Η σκοτεινή προειδοποίηση των NYT
Το 2022, λίγες εβδομάδες μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ο αρθρογράφος των New York Times Μπρετ Στέφενς είχε προειδοποιήσει ότι ένας νέος παγκόσμιος πόλεμος μπορεί να μη ξεκινήσει με μία θεαματική κήρυξη πολέμου ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις, αλλά μέσα από τη σταδιακή ένωση πολλών περιφερειακών συγκρούσεων. Τέσσερα χρόνια αργότερα επιστρέφει στο ίδιο θέμα, αυτή τη φορά εξετάζοντας εάν ο κόσμος έχει ήδη περάσει, χωρίς ακόμη να το έχει συνειδητοποιήσει, σε μια πρώιμη φάση γενικευμένης σύγκρουσης.
Η νέα του ανάλυση, με τίτλο «Has World War III Already Started?», ξεκινά από μία ιστορική παρατήρηση: ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν γεννήθηκε ξαφνικά την 1η Σεπτεμβρίου 1939 με τη γερμανική εισβολή στην Πολωνία. Είχαν προηγηθεί χρόνια επιθετικών κινήσεων, τοπικών πολέμων, αλλαγών συνόρων και αποτυχημένων προσπαθειών κατευνασμού.
Η ιαπωνική εισβολή στη Μαντζουρία το 1931, η άνοδος των ολοκληρωτικών καθεστώτων, οι διαδοχικές ευρωπαϊκές κρίσεις και η αδυναμία των δημοκρατιών να αντιδράσουν εγκαίρως δημιούργησαν σταδιακά ένα ενιαίο πεδίο σύγκρουσης. Μόνο εκ των υστέρων έγινε πλήρως αντιληπτό ότι γεγονότα τα οποία αρχικά αντιμετωπίζονταν ως διαφορετικές κρίσεις αποτελούσαν κομμάτια της ίδιας ιστορικής καταστροφής.
Αυτή ακριβώς την αναλογία χρησιμοποιεί ο Στέφενς για να περιγράψει τη σημερινή διεθνή κατάσταση. Δεν υποστηρίζει ότι ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος έχει επισήμως αρχίσει. Προειδοποιεί όμως ότι οι συγκρούσεις πληθαίνουν, οι στρατιωτικές συμμαχίες βαθαίνουν και τα διαφορετικά πολεμικά μέτωπα αρχίζουν να επηρεάζουν άμεσα το ένα το άλλο.
Το 2022 είχε εντοπίσει ως πρώτο μεγάλο προειδοποιητικό σημάδι την εισβολή του Βλαντίμιρ Πούτιν στην Ουκρανία. Κατά την εκτίμησή του, η επί χρόνια περιορισμένη δυτική αντίδραση στις προηγούμενες κινήσεις της Μόσχας είχε ενισχύσει στον Ρώσο πρόεδρο την πεποίθηση ότι μπορούσε να αναλαμβάνει ολοένα μεγαλύτερα στρατηγικά ρίσκα.
Την ίδια περίοδο, η Μόσχα είχε ήδη εμβαθύνει τις σχέσεις της με την Κίνα, το Ιράν και τη Βόρεια Κορέα, ενώ λίγες εβδομάδες πριν από τη ρωσική εισβολή Ρωσία και Κίνα είχαν διακηρύξει την περίφημη εταιρική σχέση «χωρίς όρια». Για τον Στέφενς, η εικόνα της χαοτικής αμερικανικής αποχώρησης από το Αφγανιστάν είχε επίσης λειτουργήσει ως μήνυμα δυτικής αδυναμίας.

Μία από τις προβλέψεις του, ωστόσο, δεν επιβεβαιώθηκε. Η Ουκρανία δεν κατέρρευσε γρήγορα. Αντίθετα, άντεξε στρατιωτικά, διατήρησε το κράτος της και υποχρέωσε τη Ρωσία σε έναν μακρύ πόλεμο φθοράς. Η κυβέρνηση Μπάιντεν και οι ευρωπαϊκές χώρες προσέφεραν τεράστια στρατιωτική και οικονομική βοήθεια, αποτρέποντας την ήττα του Κιέβου.
Παράλληλα, ο πόλεμος στην Ουκρανία εξελίχθηκε σε εργαστήριο νέων στρατιωτικών τεχνολογιών. Drones, ηλεκτρονικός πόλεμος, τεχνητή νοημοσύνη, δορυφορική αναγνώριση και φθηνά μη επανδρωμένα συστήματα άλλαξαν σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο διεξαγωγής των επιχειρήσεων και υποχρεώνουν πλέον τις μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνάμεις να επανεξετάσουν δόγματα δεκαετιών.
Πέντε προειδοποιήσεις για έναν κόσμο που πλησιάζει επικίνδυνα στην καταιγίδα
Για τον Στέφενς, τα θετικά στοιχεία τελειώνουν περίπου εκεί. Το πρώτο και σημαντικότερο πρόβλημα είναι ότι τα πολεμικά μέτωπα δεν παραμένουν πλέον πραγματικά ανεξάρτητα μεταξύ τους.
Η Ρωσία συνεχίζει τον πόλεμο στην Ουκρανία και ταυτόχρονα ασκεί έντονες πιέσεις σε ευρωπαϊκά κράτη μέσω απειλών, υβριδικών επιχειρήσεων και ενεργειών που οι δυτικές κυβερνήσεις αποδίδουν στη Μόσχα. Παρά τις απώλειες και τα προβλήματα που έχει αντιμετωπίσει στο ουκρανικό μέτωπο, ο Πούτιν, κατά την εκτίμηση του αρθρογράφου, δεν εμφανίζει μικρότερη διάθεση ανάληψης ρίσκου.
Την ίδια στιγμή, η Μέση Ανατολή πέρασε μέσα σε λίγα χρόνια από την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ σε μια πολύ μεγαλύτερη περιφερειακή σύγκρουση, στην οποία ενεπλάκησαν η Χεζμπολάχ, οι Χούθι, το Ιράν, το Ισραήλ, οι Ηνωμένες Πολιτείες και κράτη του Κόλπου.
Η σύνδεση των διαφορετικών πολέμων αποκτά πλέον και πρακτική διάσταση. Στρατιωτικό υλικό, πυρομαχικά, πληροφορίες και συστήματα αεράμυνας που χρησιμοποιούνται σε ένα μέτωπο δεν μπορούν να διατεθούν ταυτόχρονα σε άλλο. Η αυξημένη χρήση αντιπυραυλικών συστημάτων στη Μέση Ανατολή, για παράδειγμα, επηρεάζει τις διαθέσιμες ποσότητες για την Ουκρανία.
Παράλληλα, ουκρανικά πλήγματα σε υποδομές και διαδρομές που σχετίζονται με τη στρατιωτική συνεργασία Ιράν–Ρωσίας δείχνουν πόσο εύκολα μια σύγκρουση στην Ανατολική Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει άμεση επαφή με έναν πόλεμο στη Μέση Ανατολή.

Η δεύτερη μεγάλη προειδοποίηση αφορά αυτό που ο Στέφενς χαρακτηρίζει ως «Άξονα των Αυταρχικών». Ο όρος δεν περιγράφει μια ενιαία συμμαχία αντίστοιχη με το ΝΑΤΟ, όμως ο αρθρογράφος θεωρεί ότι Ρωσία, Κίνα, Βόρεια Κορέα και Ιράν έχουν πλέον δημιουργήσει ένα λειτουργικό δίκτυο στρατιωτικής αλληλοϋποστήριξης.
Η Βόρεια Κορέα έχει προμηθεύσει τη Ρωσία με τεράστιες ποσότητες πυρομαχικών και έχει στείλει στρατιωτικό προσωπικό για την υποστήριξη των ρωσικών επιχειρήσεων, ενώ η Μόσχα παρέχει στην Πιονγκγιάνγκ τεχνογνωσία και βοήθεια που μπορεί να συμβάλει στον εκσυγχρονισμό των στρατιωτικών της δυνατοτήτων.
Η Κίνα, από την πλευρά της, δεν έχει εισέλθει επισήμως στον πόλεμο στο πλευρό της Ρωσίας. Έχει όμως εξελιχθεί στον σημαντικότερο οικονομικό εταίρο της Μόσχας και αποτελεί κρίσιμη πηγή ηλεκτρονικών και προϊόντων διπλής χρήσης που μπορούν να αξιοποιηθούν στην κατασκευή drones και άλλου στρατιωτικού εξοπλισμού.
Αντίστοιχα, οι στρατιωτικές σχέσεις Ρωσίας και Ιράν έχουν αποκτήσει πολύ μεγαλύτερο βάθος. Η ανταλλαγή τεχνολογίας, πληροφοριών και στρατιωτικού υλικού δημιουργεί ένα πλέγμα συνεργασιών στο οποίο, σύμφωνα με τον Στέφενς, κάθε αυταρχική δύναμη μπορεί να βοηθά την άλλη να διατηρεί ανοιχτό ένα διαφορετικό μέτωπο απέναντι στη Δύση.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος θα εμφανιζόταν σε περίπτωση κρίσης στην Ταϊβάν. Μια κινεζική στρατιωτική επιχείρηση θα ανάγκαζε τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους να διαθέσουν τεράστιους πόρους στον Ειρηνικό, την ώρα που Ευρώπη και Μέση Ανατολή θα παρέμεναν ήδη σε συνθήκες υψηλής στρατιωτικής έντασης.
Η τρίτη διαπίστωση του Στέφενς είναι ιδιαίτερα σκληρή για τη δυτική πλευρά: η Δύση βρίσκεται σε πολιτική και στρατηγική σύγχυση.
Ο Ντόναλντ Τραμπ κατηγορεί εδώ και χρόνια τους Ευρωπαίους και άλλους συμμάχους των ΗΠΑ ότι επένδυσαν ελάχιστα στην άμυνά τους και στηρίχθηκαν υπερβολικά στην αμερικανική στρατιωτική προστασία. Ο Στέφενς θεωρεί ότι ένα μέρος αυτής της κριτικής έχει πραγματική βάση.
Παράλληλα, όμως, καταλογίζει στον ίδιο τον Τραμπ απρόβλεπτη συμπεριφορά, συγκρούσεις με παραδοσιακούς συμμάχους και οικονομικές επιλογές που αποδυναμώνουν τη συνοχή του δυτικού στρατοπέδου. Χρησιμοποιεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τους αμερικανικούς δασμούς εναντίον του Καναδά, τους οποίους θεωρεί πολιτικά και στρατηγικά επιζήμιους.
Στον Καναδά αποδίδει επίσης ευθύνες. Μια χώρα με τεράστια ακτογραμμή και έντονη εξάρτηση από το διεθνές εμπόριο, σημειώνει, εξακολουθεί να διαθέτει περιορισμένες ναυτικές δυνατότητες. Παράλληλα επικρίνει την προσπάθεια της κυβέρνησης του Μαρκ Κάρνεϊ να διευρύνει τη στρατηγική συνεργασία με την Κίνα, θεωρώντας ότι η μακροπρόθεσμη πρόκληση που θέτει το Πεκίνο είναι πολύ σοβαρότερη από τις συγκρούσεις με έναν εκάστοτε Αμερικανό πρόεδρο.

Η στρατιωτική και οικονομική αδυναμία της Δύσης
Η τέταρτη προειδοποίηση αφορά την πραγματική στρατιωτική ετοιμότητα των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους. Ο Στέφενς θεωρεί ότι οι πρόσφατοι πόλεμοι έχουν αποκαλύψει προβλήματα που για χρόνια καλύπτονταν από την τεχνολογική υπεροχή της Δύσης.
Η σύγκρουση με το Ιράν αποκάλυψε, κατά την ανάλυσή του, περιορισμένα αποθέματα κρίσιμων πυρομαχικών και αντιπυραυλικών συστημάτων. Ένας μεγάλος και παρατεταμένος πόλεμος υψηλής έντασης απαιτεί τεράστιες ποσότητες πυραύλων, βλημάτων και ανταλλακτικών, τις οποίες η σημερινή δυτική βιομηχανική βάση δυσκολεύεται να αναπληρώσει με την απαραίτητη ταχύτητα.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία ανέδειξε ταυτόχρονα ένα δεύτερο πρόβλημα: πανάκριβα οπλικά συστήματα μπορούν να απειληθούν από πολύ φθηνότερα drones. Άρματα μάχης, πυροβολικό και τεθωρακισμένα που για δεκαετίες αποτελούσαν τον πυρήνα των χερσαίων δυνάμεων είναι πλέον εξαιρετικά ευάλωτα όταν επιχειρούν σε πεδίο που παρακολουθείται διαρκώς από μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με την εφαρμογή τεχνητής νοημοσύνης σε συστήματα αναγνώρισης και προσβολής στόχων, δημιουργεί ένα νέο είδος πολέμου. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διαθέτουν ασύγκριτες στρατιωτικές δυνατότητες, όμως μεγάλο μέρος του εξοπλισμού και των επιχειρησιακών αντιλήψεων πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η υπεροχή τους χρειάζεται ταχύτατη προσαρμογή.
Στο πλαίσιο αυτό ο Στέφενς ασκεί ιδιαίτερα σκληρή κριτική στον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ για αποφάσεις που αφορούν τις δυνατότητες μη επανδρωμένων συστημάτων. Θεωρεί ότι αντί η Ουάσιγκτον να επιταχύνει τη μετάβαση προς τον νέο τρόπο πολέμου, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και λανθασμένες προτεραιότητες μπορούν να καθυστερήσουν την αναγκαία προσαρμογή.
Ανάλογη ανησυχία εκφράζει για το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό. Οι δυσκολίες στη συντήρηση και επιχειρησιακή υποστήριξη μεγάλων μονάδων, όπως το αεροπλανοφόρο «Abraham Lincoln», αποτελούν κατά την άποψή του σύμπτωμα βαθύτερου προβλήματος: ο αμερικανικός στόλος είναι ιστορικά μικρός σε σχέση με τις παγκόσμιες υποχρεώσεις του, ενώ τα αμερικανικά ναυπηγεία αδυνατούν να παράγουν και να επισκευάζουν πλοία με τους ρυθμούς που θα απαιτούσε ένας μεγάλος πόλεμος.
Το πέμπτο και τελευταίο στοιχείο της προειδοποίησης είναι οικονομικό. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν βρίσκονται σήμερα σε κατάσταση αντίστοιχη με τη Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930. Ωστόσο, ο Στέφενς βλέπει μια σειρά οικονομικών κινδύνων που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως επιταχυντής μιας γεωπολιτικής κρίσης.
Η αμερικανική οικονομία στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό στην έκρηξη επενδύσεων γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη. Μια απότομη διόρθωση αυτής της αγοράς, αντίστοιχη με το σκάσιμο της φούσκας των εταιρειών dot-com στις αρχές της δεκαετίας του 2000, θα μπορούσε να προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση στις αγορές.
Παράλληλα, η κατάσταση στην Ιαπωνία και οι πιέσεις στις διεθνείς αγορές κρατικών ομολόγων μπορούν να δημιουργήσουν πρόσθετους κινδύνους για τις ΗΠΑ. Το αμερικανικό δημόσιο χρέος έχει πλέον ξεπεράσει τα 40 τρισεκατομμύρια δολάρια, γεγονός που καθιστά την οικονομία περισσότερο ευάλωτη σε υψηλότερα επιτόκια και σε μια πιθανή κρίση εμπιστοσύνης στις αγορές ομολόγων.
Ο γνωστός επενδυτής Στάνλεϊ Ντράκενμιλερ έχει ήδη προειδοποιήσει για τις προσπάθειες του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών να επηρεάσει τις αποδόσεις μέσω επαναγορών ομολόγων, θεωρώντας ότι τέτοιες παρεμβάσεις δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν το θεμελιώδες πρόβλημα των τεράστιων ελλειμμάτων και του διογκωμένου χρέους.
Για τον Στέφενς, μια βαθιά ύφεση ή μια διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση θα έκανε το γεωπολιτικό περιβάλλον ακόμη πιο επικίνδυνο. Οι δημοκρατικές κοινωνίες, όταν υφίστανται έντονη οικονομική πίεση, τείνουν να περιορίζουν την προθυμία τους για ακριβές στρατιωτικές δεσμεύσεις. Αντίθετα, αυταρχικά καθεστώτα μπορούν να αποδεχθούν πολύ μεγαλύτερο οικονομικό και ανθρώπινο κόστος προκειμένου να επιτύχουν στρατηγικούς στόχους.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της προειδοποίησης του Αμερικανού αρθρογράφου. Ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος, εφόσον ποτέ καταγραφεί από την Ιστορία, μπορεί να μη διαθέτει μία ξεκάθαρη ημερομηνία έναρξης. Μπορεί να προκύψει από τη σταδιακή σύνδεση πολέμων που σήμερα εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε ως διαφορετικές υποθέσεις.
Ουκρανία, Μέση Ανατολή, Ρωσία, Ιράν, Κίνα, Βόρεια Κορέα και η πιθανή μελλοντική κρίση στην Ταϊβάν σχηματίζουν έναν χάρτη γεωπολιτικών εντάσεων στον οποίο οι στρατιωτικές, οικονομικές και τεχνολογικές αλληλεξαρτήσεις γίνονται ολοένα μεγαλύτερες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ένας παγκόσμιος πόλεμος είναι αναπόφευκτος ή ότι έχει ήδη ξεκινήσει. Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται μηχανικά και η ύπαρξη ισχυρής πυρηνικής αποτροπής διαφοροποιεί ριζικά τη σημερινή εποχή από τη δεκαετία του 1930.
Η προειδοποίηση του Στέφενς βρίσκεται αλλού: οι μεγάλες καταστροφές γίνονται συχνά ευδιάκριτες μόνο όταν η αλληλουχία των γεγονότων έχει προχωρήσει πολύ. Και σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά την εισβολή στην Ουκρανία, τα μέτωπα είναι περισσότερα, οι αντίπαλοι στενότερα συνδεδεμένοι και οι δυτικές στρατιωτικές και οικονομικές αντοχές περισσότερο πιεσμένες.
Ο κόσμος μπορεί να μην βρίσκεται ακόμη σε Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Βρίσκεται όμως, σύμφωνα με αυτή την ανάλυση, σε μια περίοδο όπου οι μηχανισμοί που μπορούν να οδηγήσουν σε μια τέτοια σύγκρουση έχουν γίνει πολύ πιο ορατοί. Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο από όλα.
Πιο Δημοφιλή
Μετά από χρόνια ανεμογεννητριών παντού, το ΥΠΕΝ θυμήθηκε το χωροταξικό
Πιο Πρόσφατα
Κατρίνης: Κρίσιμη η συμφωνία για τις φρεγάτες Bergamini
Θεοδωρικάκος: Επενδύσεις 1 δισ. σε Μακεδονία και Θράκη
Συναγερμός στην Κοζάνη: Ύποπτο κρούσμα ευλογιάς σε μονάδα με 250 πρόβατα