19 Οκτωβρίου 2026

ΕΛΣΤΑΤ: 1 στους 3 εργαζόμενους δυσκολεύεται να συνδυάσει εργασία και φροντίδα

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Το 33% των εργαζομένων βιώνει σύγκρουση εργασίας-φροντίδας, με υψηλότερα ποσοστά σε γυναίκες (35,4%) και ηλικίες 35-44 (37,5%).
  • Κύριοι παράγοντες: πολλές ώρες εργασίας (34,9%) και απαιτητικές συνθήκες (27%).
  • Το 59,9% δεν έχει λάβει οικογενειακή άδεια, με ανισότητες μεταξύ φύλων και τομέων απασχόλησης.
  • Το 67,9% δεν χρησιμοποιεί υπηρεσίες φροντίδας, κυρίως λόγω προτίμησης για αυτοφροντίδα (47,6%).
  • Σημαντικές διαφορές σε παιδιά ανά άτομο βάσει περιοχής, εκπαίδευσης και απασχόλησης.

Η πρόσφατη ειδική έρευνα της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για τον συνδυασμό οικογενειακής ζωής και εργασίας αποκαλύπτει μια σημαντική πρόκληση για το εργατικό δυναμικό της χώρας: περίπου ένας στους τρεις εργαζόμενους (ποσοστό 33%) δηλώνει ότι οι επαγγελματικές του υποχρεώσεις συγκρούονται με τις ευθύνες φροντίδας παιδιών ή εξαρτώμενων ενηλίκων. Η ανάλυση των δεδομένων αναδεικνύει ότι το φαινόμενο πλήττει δυσανάλογα τις γυναίκες, με το ποσοστό να ανέρχεται σε 35,4%, και τις ηλικίες 35 έως 44 ετών, όπου η σύγκρουση αγγίζει το 37,5%.

Οι κύριοι παράγοντες που επιτείνουν αυτή την πίεση είναι κυρίως οι εκτεταμένες ώρες εργασίας, τις οποίες αναφέρει το 34,9% των ερωτηθέντων που αντιμετωπίζουν δυσκολίες, και δευτερευόντως οι απαιτητικές ή εξαντλητικές συνθήκες εργασίας (27%). Επιπλέον, ο χρόνος μετακίνησης και τα απρόβλεπτα ή δύσκολα ωράρια συμβάλλουν στην επιβάρυνση, με ποσοστά 12,9% και 13% αντίστοιχα, υπογραμμίζοντας την πολυδιάστατη φύση του προβλήματος.

Η έρευνα εξέτασε επίσης τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των ατόμων που έχουν αναθρέψει παιδιά, εστιάζοντας σε ηλικίες 18-54 ετών. Κατά μέσο όρο, δηλώθηκε περίπου ένα παιδί ανά άτομο σε εθνικό επίπεδο, με τις ημιαστικές περιοχές να καταγράφουν τον υψηλότερο μέσο όρο (1,26 παιδιά) και το Πολεοδομικό Συγκρότημα Αθηνών τον χαμηλότερο (0,81). Αξιοσημείωτη είναι η διαφορά μεταξύ ατόμων ελληνικής και ξένης ιθαγένειας (1,03 έναντι 1,41 παιδιών), καθώς και η επίδραση του εκπαιδευτικού επιπέδου: τα άτομα με εκπαίδευση έως το Γυμνάσιο δηλώνουν τα περισσότερα παιδιά, ακολουθούμενα από πτυχιούχους Πανεπιστημίου (1,01), ενώ τα άτομα με μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση καταγράφουν τον χαμηλότερο μέσο όρο (0,93).

Παράλληλα, σημαντικές διαφοροποιήσεις παρατηρούνται με βάση την απασχόληση: οι εργαζόμενοι δηλώνουν κατά μέσο όρο 1,15 παιδιά, έναντι 0,81 για ανέργους και άτομα εκτός εργατικού δυναμικού, ενώ οι δημόσιοι υπάλληλοι αναφέρουν 1,48 παιδιά σε σύγκριση με 1,07 στον ιδιωτικό τομέα.

Ένα άλλο κρίσιμο εύρημα αφορά τη λήψη οικογενειακής άδειας: η πλειονότητα (59,9%) των ατόμων που έχουν αναθρέψει παιδιά και εργάζονται ή εργάστηκαν στο παρελθόν δεν έχει λάβει καμία μορφή σχετικής άδειας. Η ανάλυση κατά φύλο δείχνει ότι οι άνδρες λαμβάνουν σπανιότερα άδεια (24%), ενώ οι γυναίκες συχνότερα λαμβάνουν άδεια μητρότητας ή γονική άδεια. Η λήψη οικογενειακής άδειας είναι πιο διαδεδομένη σε νεαρές ηλικίες 18-24 ετών (57,3%), σε πτυχιούχους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (59,2%) και κατόχους μεταπτυχιακών (58,7%), καθώς και σε δημόσιους υπαλλήλους (80,9%), αλλά σπάνια σε άτομα ξένης ιθαγένειας (14,3%) ή με εκπαίδευση έως Γυμνάσιο (9,2%).

Η διάρκεια της άδειας παρουσιάζει επίσης έντονες ανισότητες: το 85,3% των ανδρών έλαβε άδεια έως 6 μήνες, ενώ μόνο 5,2% έλαβε 6-12 μήνες και 2,8% περισσότερο από ένα έτος. Αντιθέτως, το 27,1% των γυναικών έλαβε άδεια 6-12 μηνών και το 30,5% άνω του έτους, αναδεικνύοντας την άνιση κατανομή των ευθυνών φροντίδας.

Σχετικά με τις υποχρεώσεις φροντίδας, το 29,8% των συμμετεχόντων δηλώνει ότι έχει τέτοιες ευθύνες, με το 25,7% να φροντίζει μόνο παιδιά, το 3,2% μόνο ενήλικες και το 0,9% και τα δύο. Οι γυναίκες (31,9%) και οι ηλικίες 35-44 ετών (65,7%) είναι πιο επιβαρυμένες, όπως και οι εργαζόμενοι (35,2%).

Όσον αφορά τη χρήση υπηρεσιών φροντίδας για παιδιά κάτω των 15 ετών, το 67,9% δεν χρησιμοποιεί καμία υπηρεσία, με τα υψηλότερα ποσοστά χρήσης να εντοπίζονται σε ηλικίες 35-44 ετών (36,5%) και εργαζόμενους (34,9%), και τα χαμηλότερα σε ανέργους (17%) και νέους 18-24 ετών (14,1%). Τα νοικοκυριά με παιδιά κάτω των 15 ετών, ιδίως ζευγάρια (31,7%) και μονογονεϊκές οικογένειες (19,3%), καταγράφουν μεγαλύτερη χρήση.

Για όσους δεν χρησιμοποιούν υπηρεσίες φροντίδας, ο κύριος λόγος είναι η προτίμηση για αυτοφροντίδα ή φροντίδα από τον σύντροφο (47,6%), με υψηλά ποσοστά σε άτομα εκτός εργατικού δυναμικού (68%) και ηλικίες 25-34 ετών (64,1%). Άλλοι λόγοι περιλαμβάνουν βοήθεια από συγγενείς και φίλους ή την αυτονομία των παιδιών. Ένα 9,6% αναφέρει προβλήματα με τις υπηρεσίες, όπως κόστος (5,6%), διαθεσιμότητα (3%) ή άλλα ζητήματα (1%).