Εμπορική επίθεση Τραμπ στον Καναδά με δασμούς 50%
Σε νέα, ακραία κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου με τον Καναδά προχώρησε ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, υπογράφοντας τη Δευτέρα 20 Ιουλίου προεδρική πράξη για την επιβολή πρόσθετων τελωνειακών δασμών ύψους 50% σε ευρύ φάσμα καναδικών προϊόντων.
Ο Λευκός Οίκος επικαλείται «διακριτική μεταχείριση» σε βάρος αμερικανικών επιχειρήσεων και προϊόντων, εστιάζοντας στις χρόνιες εμπορικές διενέξεις στους τομείς της αυτοκινητοβιομηχανίας, των γαλακτοκομικών προϊόντων και των αλκοολούχων ποτών.
Οι νέες επιβαρύνσεις αναμένεται να τεθούν σε ισχύ στις 19 Αυγούστου 2026 και θα καλύψουν καναδικές εισαγωγές συνολικής αξίας σχεδόν 20 δισ. δολαρίων. Στον κατάλογο περιλαμβάνονται διαφορετικές κατηγορίες αγαθών, από κρασιά, ενδύματα και τσιμέντο έως εξοπλισμό χόκεϊ, σπόρους και βιομηχανικά προϊόντα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι οι δασμοί θα εφαρμοστούν και σε ορισμένα προϊόντα που εισάγονται στο πλαίσιο της συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Καναδά και Μεξικού. Η επιλογή αυτή διευρύνει την αβεβαιότητα γύρω από το μέλλον της εμπορικής συνεργασίας στη Βόρεια Αμερική και αυξάνει τον κίνδυνο νέων καναδικών αντιποίνων.
Από το μέτρο εξαιρούνται ρητά ορισμένοι τομείς στρατηγικής σημασίας για την αμερικανική οικονομία. Ανάμεσά τους βρίσκονται η ενέργεια, η ποτάσα, τα αλιεύματα, τα κρίσιμα ορυκτά και οι σπάνιες γαίες, προϊόντα στα οποία οι ΗΠΑ εξακολουθούν να εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από τον βόρειο γείτονά τους.
Στο επίκεντρο γαλακτοκομικά, αυτοκίνητα και αλκοολούχα ποτά
Η αμερικανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο Καναδάς διατηρεί περιορισμούς που εμποδίζουν την ουσιαστική πρόσβαση των αμερικανικών γαλακτοκομικών προϊόντων στην αγορά του. Το συγκεκριμένο ζήτημα έχει προκαλέσει επανειλημμένες προσφυγές και διαδικασίες επίλυσης διαφορών στο πλαίσιο της τριμερούς συμφωνίας.
Η Ουάσιγκτον κατηγορεί την Οτάβα ότι εφαρμόζει τις δασμολογικές ποσοστώσεις με τρόπο που περιορίζει την ποσότητα αμερικανικού γάλακτος και άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων που μπορούν να εισαχθούν με μειωμένους ή μηδενικούς δασμούς.
Στα τέλη του 2023, ωστόσο, επιτροπή επίλυσης διαφορών της συμφωνίας δικαίωσε κατά πλειοψηφία την καναδική πλευρά, κρίνοντας ότι τα μέτρα της δεν παραβίαζαν τις συγκεκριμένες δεσμεύσεις που επικαλούνταν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η κυβέρνηση Τραμπ επανέρχεται πλέον στο ζήτημα, αξιοποιώντας διαφορετικό νομικό εργαλείο για να επιβάλει την πολιτική της.
Οι νέοι δασμοί βασίζονται στο άρθρο 338 του αμερικανικού δασμολογικού νόμου του 1930, μια διάταξη που επιτρέπει την επιβολή πρόσθετων επιβαρύνσεων όταν άλλη χώρα θεωρείται ότι εφαρμόζει διακρίσεις σε βάρος του αμερικανικού εμπορίου. Η ενεργοποίησή της σε τέτοια κλίμακα αποτελεί εξαιρετικά σπάνια κίνηση.
Στην αντιπαράθεση προστίθεται το μποϊκοτάζ των αμερικανικών αλκοολούχων ποτών από τις περισσότερες καναδικές επαρχίες. Στον Καναδά, η διάθεση κρασιών και οινοπνευματωδών ποτών ελέγχεται σε μεγάλο βαθμό από επαρχιακούς δημόσιους οργανισμούς, αρκετοί από τους οποίους απέσυραν προϊόντα αμερικανικής προέλευσης από τα καταστήματά τους.
Η απόφαση αυτή είχε ληφθεί ως απάντηση στην πρώτη σειρά δασμών που επέβαλε ο Τραμπ μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο το 2025. Οι αρχικές επιβαρύνσεις ανέρχονταν στο 25% και είχαν παρουσιαστεί από την αμερικανική κυβέρνηση ως μέσο πίεσης προς τον Καναδά και το Μεξικό για τη φαιντανύλη και τη μετανάστευση.
Ο εμπορικός αντιπρόσωπος των ΗΠΑ, Τζέιμισον Γκριρ, κατηγόρησε την καναδική κυβέρνηση ότι συνεχίζει να εφαρμόζει αντίποινα κατά των αμερικανικών προϊόντων. Υποστήριξε ότι οι καναδικές αρχές αποσύρουν αμερικανικά αλκοολούχα ποτά από τα ράφια, παρέχουν ευνοϊκότερη πρόσβαση σε ευρωπαϊκά γαλακτοκομικά και επιβάλλουν περιορισμούς σε ορισμένες εισαγωγές αμερικανικών αυτοκινήτων.
Κατά την Ουάσιγκτον, οι νέοι δασμοί έχουν στόχο να υποχρεώσουν τον Καναδά να λογοδοτήσει για αυτές τις πρακτικές. Στην πραγματικότητα, η κίνηση του Τραμπ επιβαρύνει μια από τις πιο στενά διασυνδεδεμένες εμπορικές σχέσεις διεθνώς και απειλεί να αυξήσει το κόστος για επιχειρήσεις και καταναλωτές και στις δύο πλευρές των συνόρων.
Νέα νομική διαδρομή μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου
Οι δασμοί του 2025 δεν εφαρμόζονταν αρχικά στα προϊόντα που πληρούσαν τους όρους της τριμερούς εμπορικής συμφωνίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της καναδικής κυβέρνησης, στην κατηγορία αυτή εντασσόταν περίπου το 80% των εξαγωγών του Καναδά προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το προηγούμενο καθεστώς ανατράπηκε στις 20 Φεβρουαρίου 2026, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ακύρωσε τους γενικούς δασμούς που είχαν επιβληθεί μέσω των προεδρικών εξουσιών έκτακτης ανάγκης. Η πλειοψηφία του δικαστηρίου έκρινε ότι ο πρόεδρος είχε υπερβεί την εξουσία του, καθώς η επιβολή φόρων και δασμών αποτελεί θεμελιώδη αρμοδιότητα του Κογκρέσου.
Μετά την απόφαση, ο Τραμπ άρχισε να αναζητεί εναλλακτικές νομικές οδούς για να επαναφέρει τις επιβαρύνσεις. Αρχικά επέβαλε προσωρινό γενικό δασμό 10% στις εισαγωγές και διέταξε έρευνες για τις εμπορικές πρακτικές περίπου 60 χωρών.
Η προσφυγή στο άρθρο 338 για τον Καναδά δείχνει ότι ο Λευκός Οίκος επιχειρεί να παρακάμψει τα νομικά εμπόδια που έθεσε το Ανώτατο Δικαστήριο, χρησιμοποιώντας πιο στοχευμένες διατάξεις της αμερικανικής εμπορικής νομοθεσίας.
Η Βραζιλία είχε ήδη γίνει ο πρώτος στόχος του νέου κύματος επιβαρύνσεων, με δασμούς 25% σε συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων. Η διεύρυνση των μέτρων προς τον Καναδά δείχνει ότι η εμπορική επίθεση του Τραμπ δεν περιορίζεται σε γεωπολιτικούς ανταγωνιστές, αλλά στρέφεται και εναντίον παραδοσιακών συμμάχων και κορυφαίων οικονομικών εταίρων.
Πρόσθετη ένταση προκάλεσαν οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου για τους καπνούς από τις εκατοντάδες δασικές πυρκαγιές στον Καναδά, οι οποίοι επιβάρυναν την ποιότητα του αέρα σε πόλεις των βορειοανατολικών ΗΠΑ.
Ο Τραμπ κατηγόρησε την Οτάβα για «εσκεμμένη αμέλεια» και υποστήριξε ότι η καναδική κυβέρνηση αδυνατεί να διαχειριστεί σωστά τα δάση της. Απείλησε ακόμη και με πρόσθετους δασμούς εξαιτίας της διασυνοριακής μεταφοράς καπνού, μετατρέποντας ένα σύνθετο περιβαλλοντικό πρόβλημα σε νέο εργαλείο οικονομικής πίεσης.
Η κυβέρνηση του Καναδά έχει δηλώσει ότι επιθυμεί την επίλυση των διαφορών μέσω διαπραγματεύσεων, απορρίπτοντας παράλληλα τις αμερικανικές κατηγορίες. Η Οτάβα θεωρεί ότι οι νέοι δασμοί παραβιάζουν το πνεύμα και τους κανόνες της βορειοαμερικανικής εμπορικής συμφωνίας.
Το νέο πακέτο του Τραμπ ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στις αλυσίδες εφοδιασμού, ιδιαίτερα σε κλάδους όπου η παραγωγή είναι μοιρασμένη ανάμεσα στις δύο χώρες. Οι επιχειρήσεις θα κληθούν είτε να απορροφήσουν το πρόσθετο κόστος είτε να το μεταφέρουν στις τιμές, τροφοδοτώντας νέες πληθωριστικές πιέσεις.
Η πολιτική του Λευκού Οίκου παρουσιάζεται ως προστασία της αμερικανικής παραγωγής. Η επιβολή δασμών σε έναν από τους μεγαλύτερους προμηθευτές και αγοραστές των ΗΠΑ κινδυνεύει, ωστόσο, να πλήξει και τις ίδιες τις αμερικανικές βιομηχανίες που βασίζονται σε καναδικές πρώτες ύλες, εξαρτήματα και ενδιάμεσα προϊόντα.
Η περίοδος του ενός μήνα μέχρι την εφαρμογή των δασμών αφήνει ένα περιορισμένο περιθώριο διαπραγμάτευσης. Σε περίπτωση αποτυχίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Καναδάς εισέρχονται σε νέα φάση εμπορικής σύγκρουσης, με άμεσες συνέπειες για τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου, τις επιχειρήσεις και το κόστος ζωής εκατομμυρίων πολιτών.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Intel: Εκρηκτική αύξηση εσόδων 25% το β' τρίμηνο
Επένδυση-μαμούθ της Google στην Anthropic
Καναδάς: Στο τραπέζι όλες οι επιλογές για δασμούς ΗΠΑ