Σήμερα Γιορτάζουν:

ΒΑΣΙΛΗΣ

ΒΑΣΙΛΙΚΗ

ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ

20 Δεκεμβρίου 2024

Ένας πρωθυπουργός χωρίς πιστό λαό

Η πρόσφατη δημοσκόπηση της MRB έχει προκαλέσει έντονη έκπληξη στους μεσοαστικούς κύκλους του Κολωνακίου και των βορείων προαστίων, αλλά και στους τηλεοπτικούς σχολιαστές, καθώς τα αποτελέσματά της έδειξαν ότι οι πιο δημοφιλείς διεθνείς ηγέτες για τους Έλληνες είναι ο Βλαδίμηρος Πούτιν και ο Ντόναλντ Τραμπ. Αντίθετα, οι δυτικοί ηγέτες, όπως ο Αμερικανός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν και ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι, φαίνεται να έχουν πολύ χαμηλότερη δημοτικότητα στην Ελλάδα. Η αντίδραση αυτή από την πλευρά των «εκπροσώπων» της ελίτ και των ΜΜΕ, οι οποίοι φαινομενικά εξέλαβαν αυτά τα αποτελέσματα ως «παράξενα» ή «εκτός τόπου και χρόνου», μπορεί να φαίνεται αναμενόμενη, αλλά έχει βαθιές ιστορικές ρίζες, οι οποίες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την ιστορία και την πολιτισμική κληρονομιά των Ελλήνων.

Η ιστορική σύνδεση μεταξύ Ελλήνων και Ρώσων έχει βαθιές ρίζες, οι οποίες χάνονται στους αιώνες και διαμορφώνουν τη σύγχρονη αντίληψη των Ελλήνων για την Ρωσία. Οι πρώτες αναφορές σε αυτές τις σχέσεις καταγράφονται ήδη από το 957 μ.Χ., όταν η Όλγα, η Μεγάλη Πριγκίπισσα του Κιέβου (του πρώτου ρωσικού κράτους), επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη και βαπτίστηκε Χριστιανή από τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο στην Αγία Σοφία. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε το εφαλτήριο για την ένταξη των Ρώσων στον Χριστιανισμό και, εν συνεχεία, για τη στενή πολιτισμική και θρησκευτική σχέση των δύο λαών, καθώς η Ρωσία και η Βυζαντινή Αυτοκρατορία μοιράζονταν την ίδια πίστη και κουλτούρα. Με τον καιρό, οι δεσμοί αυτοί εδραιώθηκαν, αφού η Ρωσία θεωρούνταν διάδοχος του Βυζαντίου, σε ό,τι αφορά το θρησκευτικό και πολιτιστικό επίπεδο.

Ειδικότερα, όταν ο Βλαδίμηρος του Κιέβου ανέλαβε την εξουσία και ανακηρύχθηκε βασιλιάς των Ρώσων, η σχέση με την Βυζαντινή Αυτοκρατορία ενδυναμώθηκε ακόμα περισσότερο. Στην προσπάθειά του να παντρευτεί την Άννα, αδελφή του Βασίλειου Β’ του Βουλγαροκτόνου, απείλησε να επιτεθεί στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία αν δεν λάμβανε την απάντηση που επιθυμούσε. Η νίκη του στην κατάκτηση της καρδιάς της Άννας ήταν μόνο η αρχή ενός στενού δεσμού, που διατηρήθηκε για πολλές γενιές, ενώ η ίδια η ένταξη της Ρωσίας στον Χριστιανισμό καθόρισε την πολιτισμική ταυτότητα των Ρώσων.

Η επόμενη ιστορική αναφορά που ενισχύει τους δεσμούς Ελλήνων και Ρώσων προέρχεται από τον μοναχό Φιλόθεο τον Πσκωφ, ο οποίος το 1511, σε επιστολή του προς τον Τσάρο Βασίλειο Β’, σημείωσε ότι «οι δυο Ρώμες έπεσαν, ενώ η Τρίτη στέκεται όρθια και τέταρτη δεν θα υπάρξει». Ο Φιλόθεος υποστήριξε ότι η Ρωσία ήταν η νέα Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, εννοώντας ότι η Ρωσία είχε αναλάβει τον ρόλο του συνεχιστή του Βυζαντίου και ότι η μοίρα των Ορθοδόξων λαών ήταν συνυφασμένη με το μέλλον της Ρωσίας. Αυτό το όραμα είχε ενσωματωθεί στην ελληνική συλλογική συνείδηση και αποτέλεσε θεμελιώδη αξία για τις μελλοντικές σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Ρώσων.

Ο 19ος αιώνας, και ειδικότερα η περίοδος της Μεγάλης Αικατερίνης της Ρωσίας, ενίσχυσε περαιτέρω αυτές τις σχέσεις. Η Αικατερίνη, με τη φιλοδοξία να καταλύσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία και να δημιουργήσει ένα ανεξάρτητο ελληνικό κράτος υπό τη ρωσική προστασία, υποστήριξε τους Έλληνες κατά τη διάρκεια των πρώτων εξεγέρσεων. Η Ρωσία έγινε η προστάτιδα δύναμη των Ελλήνων, με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή το 1774, όταν οι Έλληνες στα νησιά του Αιγαίου και στην Πελοπόννησο ευνοήθηκαν οικονομικά από την ρωσική στήριξη και προστασία.

Η συνέχεια αυτής της ιστορικής πορείας ήταν η ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας από Έλληνες της Ρωσίας, όπως ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και ο Ιωάννης Καποδίστριας, οι οποίοι έπαιξαν κεντρικό ρόλο στην Επανάσταση του 1821 και στην ίδρυση του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Η Ρωσία παρέμεινε πάντα σύμμαχος και προστάτης των Ελλήνων, ενώ η ελληνική κοινή γνώμη συνέχιζε να θεωρεί τη Ρωσία ως την κυριότερη δύναμη υποστήριξης για την ανεξαρτησία του έθνους.

Αυτή η παραδοσιακή σχέση, που είναι παγιωμένη στη συνείδηση του ελληνικού λαού, εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την τρέχουσα προτίμηση των Ελλήνων προς ηγέτες όπως ο Πούτιν και ο Τραμπ, οι οποίοι θεωρούνται πιο συμβατοί με την ελληνική πραγματικότητα σε σχέση με άλλους ηγέτες, όπως ο Ζελένσκι και ο Μπάιντεν. Οι Έλληνες συνδέουν την Ρωσία με την παράδοση, την προστασία και τη διάσωση του ελληνικού πολιτισμού από τον Οθωμανικό ζυγό, ενώ βλέπουν τις δυτικές δυνάμεις, όπως οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γερμανία, ως υπεύθυνες για κάποιες από τις πιο σκοτεινές στιγμές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Το γεγονός ότι ο Πούτιν και ο Τραμπ καταφέρνουν να συγκεντρώσουν τόσο υψηλά ποσοστά δημοτικότητας στην Ελλάδα, δεν είναι απλώς τυχαίο. Η ελληνική κοινή γνώμη, επηρεασμένη από την ιστορία και τις πολιτικές σχέσεις του παρελθόντος, θεωρεί τους δύο αυτούς ηγέτες ως πιο φιλικά διακείμενους προς την Ελλάδα. Ο Τραμπ, για παράδειγμα, έχει επανειλημμένα εκφράσει τη βούληση του να τερματίσει τους πολέμους και να ανακόψει την στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ σε διάφορα μέρη του κόσμου, κάτι που εκτιμούν πολλοί Έλληνες οι οποίοι είναι αντίθετοι στις συνεχείς στρατιωτικές επεμβάσεις.

Αντίθετα, η φιλοπόλεμη στάση του Ζελένσκι, ο οποίος υποστηρίζεται ενεργά από την ελληνική κυβέρνηση, δημιουργεί εντάσεις και ερωτήματα. Με το ποσοστό του Ζελένσκι να μην ξεπερνά το 15% στην ελληνική κοινή γνώμη, και με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη να προχωρά σε στήριξη του Ουκρανικού αγώνα και σε αποστολή όπλων στην Ουκρανία, ανακύπτει το εύλογο ερώτημα: Εκπροσωπεί ο Μητσοτάκης τα συμφέροντα του ελληνικού λαού ή άλλων δυνάμεων; Ο Μητσοτάκης, με ποσοστό αποδοχής μόλις 22,9% και με τη στάση του υπέρ του Ζελένσκι, φαίνεται να ακολουθεί μια φιλοπόλεμη πολιτική που δεν αντανακλά τη βούληση της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, ο οποίος παραδοσιακά έχει πιο στενές σχέσεις με τη Ρωσία και εκτιμά τις σχέσεις αυτές λόγω των ιστορικών παραδόσεων.

Εν κατακλείδι, η δημοσκόπηση της MRB και οι πολιτικές της κυβέρνησης απέναντι στη Ρωσία και στην Ουκρανία προκαλούν σοβαρά ερωτήματα για το ποιον πραγματικά εκπροσωπεί η ελληνική ηγεσία και ποια συμφέροντα υπηρετεί.

Ετικέτες: