Ένας στους τέσσερις εργαζόμενους λαμβάνει διατακτικές σίτισης
Οι διατακτικές σίτισης αποκτούν σταθερά μεγαλύτερη βαρύτητα στην ελληνική αγορά εργασίας, καθώς λειτουργούν ταυτόχρονα ως στήριξη στο διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων και ως εργαλείο των επιχειρήσεων για την προσέλκυση και διατήρηση προσωπικού. Σε μια περίοδο που η ακρίβεια στα τρόφιμα εξακολουθεί να πιέζει τα νοικοκυριά, η συγκεκριμένη παροχή παύει να θεωρείται συμπληρωματικό προνόμιο και μετατρέπεται σε ουσιαστική οικονομική ανάσα.
Σύμφωνα με νέα έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, περίπου ένας στους τέσσερις εργαζόμενους στην Ελλάδα λαμβάνει σήμερα κάρτα ή διατακτικές σίτισης από τον εργοδότη του. Το στοιχείο δείχνει ότι ο θεσμός έχει διευρυνθεί σημαντικά και έχει ενταχθεί πλέον στην καθημερινότητα χιλιάδων εργαζομένων, ιδιαίτερα σε περιβάλλον αυξημένου κόστους ζωής.
Η έρευνα καταγράφει ότι η πλειονότητα όσων λαμβάνουν διατακτικές σίτισης τις χρησιμοποιεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το 46,7% των εργαζομένων απολαμβάνει τη συγκεκριμένη παροχή για περισσότερα από τρία χρόνια, ενώ ένα επιπλέον 42,4% τη λαμβάνει για χρονικό διάστημα από έναν έως τρία χρόνια. Τα ποσοστά αυτά δείχνουν ότι δεν πρόκειται για προσωρινή επιλογή των επιχειρήσεων, αλλά για παροχή που έχει πλέον εδραιωθεί.
Η αξιολόγηση από τους εργαζομένους είναι ιδιαίτερα θετική. Τρεις στους τέσσερις χαρακτηρίζουν τις διατακτικές σίτισης αρκετά ή πολύ σημαντικές για την καθημερινότητά τους. Η σημασία αυτή συνδέεται άμεσα με την πίεση που ασκούν οι τιμές των τροφίμων στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, καθώς ακόμη και μικρές ενισχύσεις αποκτούν πλέον πρακτική αξία.
Περισσότεροι από τους μισούς εργαζόμενους, ποσοστό 52,7%, δηλώνουν ότι χάρη στη συγκεκριμένη παροχή μπορούν να διαθέτουν περισσότερα χρήματα για την αγορά τροφίμων. Παράλληλα, ένας στους δύο αναφέρει ότι αισθάνεται μικρότερο άγχος για την κάλυψη των καθημερινών εξόδων διατροφής. Το 55,4% θεωρεί τις διατακτικές σίτισης πρακτική λύση για την καθημερινή διατροφή, γεγονός που ενισχύει την εικόνα μιας παροχής με άμεσο κοινωνικό και οικονομικό αντίκρισμα.
Γιατί οι επιχειρήσεις επιλέγουν τις διατακτικές σίτισης
Τα ευρήματα της έρευνας δείχνουν ότι οι διατακτικές σίτισης δεν ωφελούν μόνο τους εργαζόμενους, αλλά και τις ίδιες τις επιχειρήσεις. Για τους εργοδότες, ο βασικός λόγος χορήγησης της παροχής είναι η ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης του προσωπικού, με το 62,5% των επιχειρήσεων να δηλώνει ότι αυτός αποτελεί τον κυριότερο στόχο.
Ακολουθούν τα φορολογικά οφέλη, τα οποία επικαλείται το 54,2% των επιχειρήσεων. Το 40% αναφέρει ως βασικό κίνητρο τη διατήρηση των εργαζομένων, ενώ το 39,2% συνδέει τη συγκεκριμένη παροχή με την εταιρική κουλτούρα και την κοινωνική ευθύνη. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι οι επιχειρήσεις βλέπουν τις διατακτικές σίτισης ως εργαλείο ανταγωνιστικότητας στην αγορά εργασίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το εύρημα ότι το 67,5% των επιχειρήσεων θεωρεί τις διατακτικές σίτισης σημαντικό μέσο για την προσέλκυση και διατήρηση εργαζομένων. Σε μια αγορά όπου πολλές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να καλύψουν θέσεις ή να κρατήσουν έμπειρο προσωπικό, οι παροχές που ενισχύουν το πραγματικό εισόδημα αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη αξία.
Η έρευνα εξετάζει και τους λόγους για τους οποίους αρκετές επιχειρήσεις δεν προσφέρουν ακόμη διατακτικές σίτισης. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι το φορολογικό πλαίσιο επηρεάζει καθοριστικά τις αποφάσεις των εργοδοτών. Το 71,3% των επιχειρήσεων που δεν παρέχουν σήμερα τη συγκεκριμένη παροχή δηλώνει ότι θα επανεξέταζε τη στάση του, εφόσον θεσπίζονταν πρόσθετα φορολογικά κίνητρα.
Το αφορολόγητο όριο των 6 ευρώ και η ανάγκη αλλαγών
Τα αποτελέσματα παρουσιάστηκαν σε εκδήλωση της ΓΣΕΒΕΕ, όπου επισημάνθηκε ότι οι διατακτικές σίτισης μπορούν να λειτουργήσουν ως μέσο ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος των εργαζομένων, χωρίς να επιβαρύνουν δυσανάλογα τις επιχειρήσεις. Παράλληλα, συμβάλλουν στη βελτίωση της εργασιακής ικανοποίησης και της παραγωγικότητας.
Στο ίδιο πλαίσιο τέθηκε και το ζήτημα του φορολογικού καθεστώτος. Το ημερήσιο αφορολόγητο όριο για τις διατακτικές σίτισης παραμένει στα 6 ευρώ εδώ και περισσότερες από δύο δεκαετίες, παρά τη μεγάλη αύξηση του κόστους ζωής και των τιμών των τροφίμων. Η στασιμότητα αυτή δημιουργεί προφανή αναντιστοιχία ανάμεσα στο θεσμικό πλαίσιο και στις πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων.
Ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ, Γιώργος Καββαθάς, υπογράμμισε ότι η παροχή σίτισης αποτελεί ουσιαστική μορφή στήριξης των εργαζομένων σε περίοδο υψηλού κόστους ζωής. Τόνισε επίσης ότι τα κατάλληλα φορολογικά κίνητρα μπορούν να οδηγήσουν περισσότερες επιχειρήσεις στην υιοθέτηση της συγκεκριμένης πρακτικής.
Από την πλευρά της, η διευθύνουσα σύμβουλος της Edenred, Μαρία Βερούχη, χαρακτήρισε τις εταιρικές παροχές στρατηγική επένδυση για τις επιχειρήσεις. Όπως σημείωσε, η έρευνα αναδεικνύει την ανάγκη εκσυγχρονισμού του θεσμικού πλαισίου, καθώς το αφορολόγητο όριο των 6 ευρώ ημερησίως παραμένει αμετάβλητο επί 22 χρόνια, ενώ το κόστος διαβίωσης έχει αυξηθεί σημαντικά.
Οι διατακτικές σίτισης αναδεικνύονται πλέον σε κρίσιμο εργαλείο εργασιακής πολιτικής, κοινωνικής στήριξης και επιχειρηματικής στρατηγικής. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Πολιτεία θα προσαρμόσει το πλαίσιο στις σημερινές συνθήκες ή αν θα διατηρήσει ένα όριο που έχει ξεπεραστεί από την ίδια την πραγματικότητα της ακρίβειας.
Πιο Δημοφιλή
Αγγέλου: Τι πληρώνουν οι επαναλήψεις σειρών
Λαγοκέφαλοι καταστρέφουν δίχτυα και αλιεία
Εκλογές: Η ψευδαίσθηση της κανονικότητας
Πιο Πρόσφατα
Ανοδος βάσεων σε Πολυτεχνεία και Θετικές Σχολές
Νέος νόμος για δόσεις δανείων υπερχρεωμένων