Epstein: Τα κενά της υπόθεσης, οι αντιφάσεις των φακέλων και τα ερωτήματα που επιμένουν
Η είδηση έσκασε σαν βόμβα το πρωί της 10ης Αυγούστου 2019. Ο Jeffrey Epstein, ο άνθρωπος που για χρόνια κινούνταν στο ημίφως της ισχύος, των διασυνδέσεων και των πιο σκοτεινών μυστικών της διεθνούς ελίτ, βρέθηκε νεκρός στο κελί του στο Σωφρονιστικό Κέντρο του Μανχάταν. Η επίσημη εκδοχή διατυπώθηκε από την πρώτη στιγμή με βεβαιότητα και μίλησε για αυτοκτονία. Από εκείνη όμως την ώρα και μετά, ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης αρνήθηκε να δεχθεί ότι η υπόθεση έκλεισε πραγματικά. Όσοι επιμένουν να μελετούν τα στοιχεία, τις καταθέσεις και τα αρχεία που αποδεσμεύθηκαν τα επόμενα χρόνια, βλέπουν μια υπόθεση γεμάτη ρωγμές, ασυνέπειες και σκοτεινά σημεία, τόσο σοβαρά ώστε για πολλούς η επίσημη αφήγηση να μοιάζει περισσότερο με σκηνοθετημένο τέλος παρά με πειστική εξήγηση.
Το πλέον εκρηκτικό σημείο αυτής της αντιπαράθεσης εντοπίζεται στη σύγκριση ιατρικών δεδομένων του Epstein με τα στοιχεία της νεκροψίας. Σύμφωνα με τα ιατρικά αρχεία που επικαλούνται όσοι αμφισβητούν το πόρισμα, ο Epstein είχε αναφέρει στους γιατρούς του ότι είχε υποβληθεί σε ριζική προστατεκτομή.


Εξετάσεις της LabCorp από το 2010 και το 2018 φέρονται να επιβεβαιώνουν αυτή την πληροφορία. Κι όμως, στην ιατροδικαστική έκθεση της Νέας Υόρκης καταγράφεται προστάτης «ελαφρώς διογκωμένος». Για όσους στέκονται απέναντι στην επίσημη εκδοχή, αυτή η λεπτομέρεια δεν είναι μια απλή γραφειοκρατική αβλεψία, αλλά μια σύγκρουση που αγγίζει τα όρια του βιολογικά αδύνατου. Από τη στιγμή που ένας προστάτης έχει αφαιρεθεί, η παρουσία του σε νεκροψία γεννά ένα ερώτημα που δεν μπορεί να παρακαμφθεί εύκολα: σε ποιον ανήκε τελικά το σώμα που εξετάστηκε.

Η αμφιβολία βαθαίνει ακόμη περισσότερο εξαιτίας ενός δεύτερου ιατρικού στοιχείου. Μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2018, ο Epstein είχε διαγνωσθεί επανειλημμένα με λίπωμα έξι εκατοστών στον αυχένα, έναν όγκο που, σύμφωνα με τις σχετικές περιγραφές, ασκούσε πίεση σε νευρικά πλέγματα. Ένα τέτοιο εύρημα θα ανέμενε κανείς να είναι εμφανές ή τουλάχιστον να έχει αφήσει ευδιάκριτα ίχνη, ακόμη και στην περίπτωση χειρουργικής παρέμβασης. Ωστόσο, όσοι μελέτησαν τη νεκροψία επισημαίνουν ότι ο συγκεκριμένος όγκος δεν καταγράφεται πουθενά. Η απουσία του προστίθεται στις ήδη σοβαρές ασυμφωνίες και ενισχύει το επιχείρημα ότι η επίσημη καταγραφή του πτώματος δεν συμβαδίζει με το ιατρικό προφίλ του ανθρώπου που υποτίθεται ότι ταυτοποιήθηκε.


Στην ίδια κατεύθυνση προβάλλονται και τα τραύματα στον λαιμό. Τα τρία κατάγματα στο υοειδές οστό και στον θυρεοειδή χόνδρο αποτέλεσαν από την αρχή σημείο σφοδρής αντιπαράθεσης. Ο παθολόγος Michael Baden είχε δηλώσει ότι τα συγκεκριμένα ευρήματα είναι εξαιρετικά ασυνήθιστα σε περιπτώσεις αυτοκτονίας και θα μπορούσαν να είναι συμβατά με στραγγαλισμό. Για όσους θεωρούν ότι η αλήθεια συγκαλύφθηκε, αυτά τα τραύματα δεν αποτελούν απλώς μια ακόμη λεπτομέρεια της υπόθεσης, αλλά κρίσιμο στοιχείο που κλονίζει την εκδοχή του απαγχονισμού μέσα στο κελί.
Ακόμη πιο βαριά σκιά ρίχνει η ίδια η νύχτα του θανάτου του. Σε μια υπόθεση τέτοιου μεγέθους, με κρατούμενο έναν άνθρωπο που γνώριζε πρόσωπα, διαδρομές χρήματος και δίκτυα εξουσίας, το σωφρονιστικό σύστημα όφειλε να βρίσκεται σε καθεστώς απόλυτης επιτήρησης. Κι όμως, σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, από τις δώδεκα κάμερες ασφαλείας της μονάδας του, οι έντεκα δεν κατέγραφαν.

Αργότερα, πράκτορας του FBI παραδέχθηκε ότι αφαιρέθηκε σκληρός δίσκος, με συνέπεια την απώλεια κρίσιμων δεδομένων. Παράλληλα, οι δύο δεσμοφύλακες που όφειλαν να τον ελέγχουν ανά μισή ώρα δήλωσαν ότι αποκοιμήθηκαν ταυτόχρονα επί οκτώ ώρες. Η σύμπτωση προκάλεσε από μόνη της σοκ, ακόμη περισσότερο όταν ήρθαν στο φως πληροφορίες για οικονομικές κινήσεις που αφορούσαν μία από τις δύο υπαλλήλους λίγες ημέρες πριν από το συμβάν.
Σαν να μην έφθαναν αυτά, στο διαδίκτυο κυκλοφόρησε και ανάρτηση στο 4Chan, αποδιδόμενη σε υπάλληλο της φυλακής, η οποία περιέγραφε φερόμενη ανταλλαγή σώματος τα ξημερώματα, με λευκό βαν και άνδρα με στρατιωτική στολή να συμμετέχουν στην επιχείρηση. Η αξιοπιστία τέτοιων αναρτήσεων παραμένει από τη φύση τους αμφιλεγόμενη, όμως το γεγονός ότι οι αρχές έσπευσαν να εντοπίσουν τον χρήστη χωρίς να φαίνεται ότι ερεύνησαν επί της ουσίας το περιεχόμενο της καταγγελίας, τροφοδότησε ακόμη περισσότερο την καχυποψία. Σε μια υπόθεση που ήδη έβριθε παραλείψεων, κάθε ανεξήγητη κίνηση αποκτούσε δυσανάλογο βάρος.

Οι υποψίες δεν περιορίζονται στο βράδυ του θανάτου. Σύμφωνα με τις ίδιες καταγγελίες, έξι ημέρες αργότερα, ενώ η έρευνα βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη, το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης προχώρησε στην καταστροφή μεγάλου όγκου εγγράφων από τη φυλακή. Οι λίστες καταμέτρησης κρατουμένων της επίμαχης νύχτας χαρακτηρίστηκαν αγνοούμενες, ενώ παράλληλα οι ομοσπονδιακές αρχές φέρονται να εμπόδισαν την έρευνα της πολιτείας του Νέου Μεξικού για το Zorro Ranch, αφήνοντας εκτός του τεράστιου όγκου εγγράφων που τελικά δημοσιοποιήθηκε σημαντικά τοπικά ευρήματα. Για όσους βλέπουν οργανωμένη συγκάλυψη, αυτά τα επεισόδια δεν μπορούν να εκληφθούν ως απλές διοικητικές αστοχίες. Αντιμετωπίζονται ως τμήματα μιας ευρύτερης επιχείρησης ελέγχου της πληροφορίας.
Το ερώτημα που επανέρχεται συνεχώς είναι γιατί ο Epstein έπρεπε να σιωπήσει. Για τους υποστηρικτές του σεναρίου συγκάλυψης, η απάντηση βρίσκεται ακριβώς στον ρόλο του. Ο Epstein δεν εμφανίζεται σε αυτή την ανάγνωση ως ένας απομονωμένος δράστης, αλλά ως μεσάζων ισχύος, ως άνθρωπος με πρόσβαση σε πολιτικούς, επιχειρηματίες, τραπεζίτες, γαλαζοαίματους και υπηρεσίες πληροφοριών. Οι ισχυρισμοί ότι παρουσιαζόταν σε φιλικά του πρόσωπα ως πληροφοριοδότης υπηρεσιών, οι αναφορές για διασυνδέσεις με την οικογένεια Maxwell και τη Mossad, ακόμη και οι παλαιότερες εικασίες περί εμπλοκής του σε υποθέσεις που άγγιζαν κύκλους της CIA, συντηρούν το σενάριο ότι μια δημόσια δίκη θα μπορούσε να τινάξει στον αέρα ένα διεθνές σύστημα εκβιασμών και αμοιβαίας προστασίας. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η εξαφάνισή του, φυσική ή σκηνοθετημένη, φαντάζει σε ορισμένους ως η πιο βολική λύση για όλους όσοι είχαν λόγο να φοβούνται τις αποκαλύψεις του.
Γι’ αυτό και κάθε μεταγενέστερη ένδειξη που φαίνεται να υπονοεί δραστηριότητα μετά τον θάνατό του χρησιμοποιείται από τους αμφισβητίες ως μέρος του ίδιου παζλ. Αναφορές για κίνηση σε λογαριασμούς FedEx και Fortnite από το Τελ Αβίβ, καθώς και για ύποπτες μεταφορές εκατομμυρίων δολαρίων από την τράπεζά του στις Παρθένους Νήσους μετά τον Αύγουστο του 2019, προβάλλονται ως στοιχεία που, κατά την εκτίμησή τους, δεν συνάδουν με έναν άνθρωπο που έχει πεθάνει και του οποίου η υπόθεση έχει κλείσει οριστικά. Καμία από αυτές τις αναφορές δεν έχει δώσει μέχρι σήμερα μια οικουμενικά αποδεκτή τελική απάντηση, όμως όλες μαζί λειτουργούν ως καύσιμο για ένα σενάριο που επιμένει να επιστρέφει: ότι ο Jeffrey Epstein μπορεί να μην πέθανε ποτέ εκείνο το βράδυ στο κελί του.
Η πλήρης αλήθεια, ίσως, να μη γίνει ποτέ γνωστή. Αυτό όμως δεν αναιρεί ότι η υπόθεση Epstein παραμένει ένα από τα πιο σκοτεινά επεισόδια της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας. Όταν οι κάμερες παύουν να λειτουργούν, τα αρχεία χάνονται, οι δεσμοφύλακες κοιμούνται ταυτόχρονα, τα ιατρικά στοιχεία μοιάζουν να συγκρούονται με τη νεκροψία και τα κεντρικά ερωτήματα μένουν δίχως καθαρή απάντηση, τότε η δυσπιστία παύει να είναι περιθωριακή αντίδραση και μετατρέπεται σε αναμενόμενη κοινωνική στάση. Σε μια υπόθεση όπου τίποτε δεν έμοιαζε κανονικό, η λέξη «συγκάλυψη» παραμένει για πολλούς πιο πειστική από την επίσημη βεβαιότητα.
Πιο Δημοφιλή
Η κυβέρνηση της αταξίας: Σκάνδαλα, ακρίβεια, ΕΣΥ
Ο μεγαλύτερος πατριώτης είσαι εσύ — αν το τολμάς
Διώξεις των Χριστιανών ακόμη και στην Ευρώπη
Η κρίση αποκαλύπτει τις αδυναμίες Μητσοτάκη
Πιο Πρόσφατα
ΗΠΑ και Ιράν απομακρύνονται από κάθε διπλωματική διέξοδο