5 Νοεμβρίου 2026

Έρευνα ΕΤΕπ: 72% των Ελλήνων θέλουν ενεργειακή μετάβαση

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Το 72% των Ελλήνων θεωρεί την ενεργειακή μετάβαση επιτακτική ανάγκη για τη χώρα.
  • Κύρια οφέλη: μείωση εξάρτησης από εισαγωγές (82%), σταθερότερες τιμές (81%), επιβράδυνση κλιματικής αλλαγής (78%).
  • Το 78% των Ελλήνων δηλώνει ότι οι αυξήσεις τιμών ενέργειας μείωσαν την αγοραστική του δύναμη.
  • Το 33% χρεώθηκε ή καθυστέρησε πληρωμές λογαριασμών ρεύματος, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ.
  • Το 84% θέλει προτεραιότητα σε ενέργεια χαμηλών εκπομπών, με την ηλιακή ενέργεια πρώτη (61%).

Η ενεργειακή μετάβαση έχει αναδειχθεί σε κεντρικό ζήτημα για την Ελλάδα, με σχεδόν τρεις στους τέσσερις Έλληνες πολίτες (ποσοστό 72%) να τη θεωρούν επιτακτική ανάγκη για τη χώρα, σύμφωνα με τα ευρήματα της όγδοης Έρευνας για το Κλίμα που δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ). Η έρευνα, η οποία διεξήχθη από την Ipsos bva σε δείγμα 23.000 ατόμων σε όλα τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ, αποτυπώνει τις προσδοκίες των πολιτών σε μια περίοδο κατά την οποία οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας έχουν πλήξει σοβαρά την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.

Ειδικότερα, όταν οι ερωτηθέντες κλήθηκαν να επιλέξουν, με δυνατότητα πολλαπλών απαντήσεων, τι αναμένουν από την ενεργειακή μετάβαση, το 82% των Ελλήνων ανέφερε τη μείωση της εξάρτησης από τις εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ακολουθεί με ποσοστό 81% η επιθυμία για σταθερότερες ή χαμηλότερες τιμές ενέργειας, ενώ το 78% προσδοκά την επιβράδυνση της κλιματικής αλλαγής. Τα τρία αυτά οφέλη συγκεντρώνουν παραπλήσια ποσοστά, ωστόσο η σειρά κατάταξής τους έχει μεταβληθεί σημαντικά από το 2022, γεγονός που αντανακλά τη μεταστροφή των προτεραιοτήτων υπό την πίεση της ενεργειακής κρίσης.

Πριν από τέσσερα χρόνια, η επιβράδυνση της κλιματικής αλλαγής ήταν το όφελος που αναφερόταν συχνότερα στην Ελλάδα και σε άλλα 18 κράτη μέλη, ενώ η μείωση των εισαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου προτασσόταν σε οκτώ κράτη μέλη και οι σταθερότερες ή χαμηλότερες τιμές δεν αναφέρονταν σε κανένα. Σήμερα, οι σταθερότερες ή χαμηλότερες τιμές καταλαμβάνουν την πρώτη θέση ως το συχνότερα αναφερόμενο όφελος στην Ελλάδα και σε επτά ακόμη κράτη μέλη, η μείωση της ενεργειακής εξάρτησης αναφέρεται ως απάντηση σε 16 κράτη μέλη, ενώ η επιβράδυνση της κλιματικής αλλαγής μόνο σε τρία.

Σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, η πλειονότητα των πολιτών αναμένει ότι η ενεργειακή μετάβαση θα επιβραδύνει την κλιματική αλλαγή, με τα ποσοστά να κυμαίνονται από 58% στην Εσθονία έως 87% στην Ουγγαρία. Η δημοσίευση της έρευνας έρχεται σε μια συγκυρία όπου οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας έχουν μειώσει σημαντικά την αγοραστική δύναμη σε σχεδόν οκτώ στους δέκα Έλληνες, αναδεικνύοντας τη στενή σύνδεση μεταξύ ενεργειακής πολιτικής και κοινωνικής συνοχής.

Ο Αντιπρόεδρος της ΕΤΕπ, Γιάννης Τσακίρης, δήλωσε χαρακτηριστικά: "Τα ελληνικά νοικοκυριά συγκαταλέγονται μεταξύ εκείνων που επλήγησαν περισσότερο από τις αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας, στην Ευρώπη". Στη συνέχεια, υπογράμμισε ότι "η αξιοποίηση του άφθονου ηλιακού δυναμικού της Ελλάδας αποτελεί μια στρατηγική ευκαιρία για τη μείωση της εξάρτησης από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα και την έκθεση στις διακυμάνσεις των τιμών της ενέργειας. Επενδύοντας στην καθαρή ενέργεια, μπορούμε να ενισχύσουμε την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας και να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για πιο προσιτή ηλεκτρική ενέργεια για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, προωθώντας παράλληλα τους κλιματικούς μας στόχους".

Όσον αφορά τις συνέπειες μιας ενδεχόμενης βραδύτερης πορείας της ΕΕ στην ενεργειακή μετάβαση, οι Έλληνες πολίτες τοποθετούν στην κορυφή των ανησυχιών τους το κόστος ζωής. Συγκεκριμένα, το 81% θεωρεί επικίνδυνη τη μακροπρόθεσμη αύξηση των τιμών της ενέργειας και του κόστους ζωής (έναντι 79% στην ΕΕ), ποσοστό οριακά υψηλότερο από το 80% που αναφέρει ως κίνδυνο την αύξηση της εξάρτησης από τις εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου (έναντι 78% στην ΕΕ). Παράλληλα, καταγράφεται ένα αξιοσημείωτο αίσθημα υπερηφάνειας: επτά στους δέκα Έλληνες (69%) δηλώνουν ότι θα ένιωθαν ακόμη πιο υπερήφανοι που είναι Ευρωπαίοι εάν η ΕΕ αποκτούσε ενεργειακή ανεξαρτησία, έναντι 62% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Η ακρίβεια και οι επιπτώσεις της στην καθημερινότητα

Κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες, οι αυξήσεις στις τιμές του φυσικού αερίου, των καυσίμων για τα οχήματα, του πετρελαίου θέρμανσης ή της ηλεκτρικής ενέργειας έχουν μειώσει "σε μεγάλο βαθμό" την αγοραστική δύναμη σε σχεδόν οκτώ στους δέκα Έλληνες (78%), έναντι 60% στην ΕΕ, κατατάσσοντας τη χώρα μεταξύ των πλέον πληττόμενων κρατών μελών. Επιπλέον, το 32% των Ελλήνων αναφέρει ότι επηρεάστηκε "σε πολύ μεγάλο βαθμό" από τις αυξήσεις, έναντι 20% στην ΕΕ, ποσοστό επίσης από τα υψηλότερα στην Ένωση.

Για να αντεπεξέλθουν στις αυξήσεις των τιμών, το 52% των Ελλήνων δηλώνει ότι έχει περιορίσει τις καθημερινές δαπάνες για τρόφιμα ή για την υγεία (έναντι 38% στην ΕΕ), ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην ΕΕ, ενώ το 41% έχει μειώσει τη θέρμανση (έναντι 34% στην ΕΕ). Για ορισμένους πολίτες, οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας δεν περιορίστηκαν απλώς σε περικοπές δαπανών: το 33% δηλώνει ότι χρεώθηκε, ζήτησε οικονομική βοήθεια ή καθυστέρησε να πληρώσει έναν λογαριασμό ρεύματος (έναντι 16% στην ΕΕ), το υψηλότερο ποσοστό στην Ένωση.

Στον τομέα των μετακινήσεων, σχεδόν τρεις στους τέσσερις Έλληνες (74%, έναντι 60% στην ΕΕ) δηλώνουν ότι οι αυξήσεις των τιμών έχουν αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούν το αυτοκίνητό τους, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ. Ειδικότερα, το 45% έχει περιορίσει τις μετακινήσεις για βασικές ανάγκες, όπως ψώνια, ιατρικά ραντεβού ή διεκπεραίωση διοικητικών υποθέσεων (έναντι 31% στην ΕΕ), ένα από τα υψηλότερα ποσοστά. Το 34% δηλώνει πως έχει στερηθεί μια εκδρομή το Σαββατοκύριακο, τις διακοπές ή μια επίσκεψη σε συγγενείς και φίλους (έναντι 30% στην ΕΕ), ενώ το 25% οδηγεί πλέον πιο αργά για εξοικονόμηση καυσίμων (έναντι 22% στην ΕΕ). Τέλος, το 31% έχει αντικαταστήσει τις μεμονωμένες μετακινήσεις με αυτοκίνητο με τη συλλογική χρήση αυτοκινήτου, τα μέσα μαζικής μεταφοράς ή το ποδήλατο (έναντι 22% στην ΕΕ), ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ένωση.

Η ευρωπαϊκή παραγωγή και η στρατηγική κατεύθυνση

Για την υλοποίηση της ενεργειακής μετάβασης, το 84% των Ελλήνων επιθυμεί να δοθεί προτεραιότητα στην ενέργεια χαμηλών εκπομπών άνθρακα (έναντι 87% στην ΕΕ). Η ηλιακή ενέργεια καταλαμβάνει την πρώτη θέση στις προτιμήσεις με ποσοστό 61%, σημαντικά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 52%, και ακολουθεί η αιολική ενέργεια με 31%.

Αναφορικά με την προσέγγιση που θα πρέπει να υιοθετήσει η ΕΕ για την ενεργειακή της μετάβαση, το 51% των Ελλήνων θα προτιμούσε την ανάπτυξη μιας ανταγωνιστικής ευρωπαϊκής βιομηχανίας καθαρών τεχνολογιών, ακόμη και αν αυτό απαιτούσε περισσότερο χρόνο, ενώ το 37% θα προτιμούσε την ταχύτερη επέκταση της χρήσης καθαρών τεχνολογιών με εισαγόμενο εξοπλισμό. Η ανάπτυξη της παραγωγής στην Ευρώπη είναι η προτιμώμενη προσέγγιση και στα 27 κράτη μέλη, γεγονός που υποδηλώνει μια ευρεία συναίνεση υπέρ της ενίσχυσης της εγχώριας βιομηχανικής βάσης.

Οι Έλληνες, ωστόσο, προκρίνουν τη συνεργασία έναντι της μεμονωμένης δράσης: το 69% επιθυμεί η χώρα να εντείνει τη συνεργασία της με άλλες χώρες (έναντι 68% στην ΕΕ), ενώ το 26% θεωρεί ότι θα πρέπει να βασίζεται κυρίως στις δικές της δυνατότητες (έναντι 23% στην ΕΕ). Επιπλέον, το 62% θα προτιμούσε τη συνένωση των πόρων των χωρών της ΕΕ για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων (έναντι 59% στην ΕΕ), έναντι του 29% που θα προτιμούσε να τις χρηματοδοτεί κάθε χώρα χωριστά (έναντι 31% στην ΕΕ). Και στα 27 κράτη μέλη, οι Ευρωπαίοι πολίτες τάσσονται υπέρ της συνένωσης των πόρων τους, αναγνωρίζοντας την προστιθέμενη αξία της συλλογικής δράσης στην αντιμετώπιση των ενεργειακών προκλήσεων.