Εργαζόμενοι δύο ταχυτήτων: Το επίδομα γάμου που παραμένει σε γκρίζα ζώνη
Δύο εργαζόμενοι με ίδια προϋπηρεσία, ίδιο μισθό και ίδια θέση εργασίας μπορεί να καταλήγουν στο τέλος του μήνα με διαφορετικές καθαρές αποδοχές. Ο ένας λαμβάνει επίδομα γάμου 10%, ενώ ο άλλος χάνει την ίδια προσαύξηση. Η διαφορά δεν προκύπτει από τα προσόντα τους ούτε από την οικογενειακή τους κατάσταση, αλλά από τον εργοδότη και το καθεστώς συλλογικής σύμβασης που εφαρμόζεται.
Το επίδομα γάμου παραμένει μία από τις πιο χαρακτηριστικές εκκρεμότητες της εργατικής νομοθεσίας. Παρά τις αλλαγές που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια στο εργασιακό πλαίσιο, εξακολουθεί να κινείται σε μια γκρίζα ζώνη, προκαλώντας σύγχυση σε εργαζόμενους, επιχειρήσεις και λογιστήρια.
Η αφετηρία του προβλήματος βρίσκεται στις μνημονιακές παρεμβάσεις. Από το 2012 ο κατώτατος μισθός καθορίζεται με νόμο και όχι μέσω της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Οι θεσμικοί όροι της σύμβασης, στους οποίους περιλαμβάνεται και το επίδομα γάμου, παρέμειναν σε ισχύ, χωρίς να δοθεί καθαρή και ενιαία απάντηση για το εύρος εφαρμογής τους.
Επίδομα γάμου με διαφορετική εφαρμογή ανά εργοδότη
Στην πράξη, η ασάφεια έχει δημιουργήσει διαφορετικές ερμηνείες στην αγορά εργασίας. Εργατολόγοι επισημαίνουν ότι το επίδομα γάμου εξακολουθεί να αποτελεί θεσμικό όρο της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Η υποχρέωση καταβολής του, όμως, συνδέεται με το αν ο εργοδότης δεσμεύεται από τη συγκεκριμένη σύμβαση ή από άλλη κλαδική ή επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση που προβλέπει ρητά την παροχή.
Έτσι, υπάρχουν επιχειρήσεις που συνεχίζουν να καταβάλλουν κανονικά το επίδομα και άλλες που θεωρούν ότι δεν έχουν τέτοια υποχρέωση. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία εργαζομένων δύο ταχυτήτων, με διαφορετικές αποδοχές για ανθρώπους που μπορεί να κάνουν ακριβώς την ίδια εργασία και να έχουν την ίδια οικογενειακή κατάσταση.
Σε αρκετούς κλάδους το επίδομα γάμου καταβάλλεται κανονικά. Σε άλλους απουσιάζει πλήρως από τη μισθοδοσία. Για έναν εργαζόμενο που αμείβεται με τον σημερινό κατώτατο μισθό των 920 ευρώ, η προσαύξηση 10% αντιστοιχεί σε περίπου 92 ευρώ μικτά τον μήνα, δηλαδή σε ποσό που ξεπερνά τα 1.100 ευρώ τον χρόνο.
Το ποσό αυτό είναι ουσιαστικό για έναν μισθωτό που βρίσκεται αντιμέτωπος με υψηλό κόστος ζωής, ενοίκια, λογαριασμούς και ακρίβεια στα βασικά αγαθά. Η απουσία καθαρής νομοθετικής ρύθμισης μετατρέπει μια παροχή εισοδηματικής στήριξης σε ζήτημα ερμηνείας, αφήνοντας τον εργαζόμενο εκτεθειμένο στην πολιτική μισθοδοσίας κάθε εργοδότη.
Ποιοι το λαμβάνουν και ποιοι μένουν εκτός
Σήμερα, επίδομα γάμου εξακολουθούν να λαμβάνουν εργαζόμενοι που καλύπτονται από συλλογικές συμβάσεις οι οποίες το προβλέπουν ρητά. Το ίδιο ισχύει και για όσους απασχολούνται σε επιχειρήσεις που δεσμεύονται από την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ή έχουν ατομικές συμβάσεις στις οποίες το επίδομα έχει ενσωματωθεί ως όρος αμοιβής.
Αντίθετα, χιλιάδες έγγαμοι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα δεν λαμβάνουν καμία προσαύξηση. Το παράδοξο είναι ότι το δικαίωμα δεν κρίνεται μόνο από την προσωπική κατάσταση του εργαζομένου, αλλά από το συμβατικό πλαίσιο της επιχείρησης στην οποία εργάζεται.
Το ζήτημα επανέρχεται συχνά στο προσκήνιο, καθώς συνδικαλιστικές οργανώσεις ζητούν νομοθετική παρέμβαση που θα ξεκαθαρίσει οριστικά το καθεστώς. Το αίτημα είναι να υπάρξει ενιαία αντιμετώπιση για όλους τους εργαζόμενους και να σταματήσει η άνιση εφαρμογή ενός επιδόματος που επηρεάζει άμεσα το μηνιαίο εισόδημα.
Οι συνδικαλιστικοί φορείς υποστηρίζουν ότι η σημερινή κατάσταση δημιουργεί αδικίες στην αγορά εργασίας. Εργαζόμενοι με ίδια χαρακτηριστικά και ίδιες υποχρεώσεις καταλήγουν να αμείβονται διαφορετικά, επειδή το κράτος δεν έχει κλείσει μια εκκρεμότητα που παραμένει ανοιχτή από την περίοδο των μνημονίων.
Παρά τις επαναλαμβανόμενες συζητήσεις, μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει ρύθμιση που να λύνει οριστικά το πρόβλημα. Έτσι, το αν ένας έγγαμος εργαζόμενος θα λάβει προσαύξηση 10% εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συλλογική σύμβαση που δεσμεύει την επιχείρηση και από την ερμηνεία που δίνεται στο ισχύον πλαίσιο.
Η εκκρεμότητα αυτή δείχνει το έλλειμμα καθαρών κανόνων στην αγορά εργασίας. Ένα επίδομα που θεσπίστηκε πριν από δεκαετίες εξακολουθεί να εφαρμόζεται άνισα, αφήνοντας περιθώρια για διαφωνίες, απώλεια εισοδήματος και εργαζόμενους διαφορετικών ταχυτήτων.
Η ουσία είναι ότι το κράτος γνωρίζει το πρόβλημα, οι εργαζόμενοι το πληρώνουν και οι επιχειρήσεις λειτουργούν μέσα σε ένα ασαφές πλαίσιο. Όσο δεν υπάρχει καθαρή νομοθετική απάντηση, το επίδομα γάμου θα παραμένει ένα δικαίωμα με αβέβαιη εφαρμογή, εξαρτημένο περισσότερο από τον εργοδότη παρά από την ίδια την οικογενειακή κατάσταση του εργαζομένου.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Πίεση Ναβρότσκι για επέκταση αγωγών ΝΑΤΟ