Τροπολογία Φλωρίδη: Νομικοί μιλούν για κατάργηση του αυτοδιοίκητου των δικαστηρίων

Έντονες αντιδράσεις προκαλεί η τροπολογία του υπουργείου Δικαιοσύνης, με την οποία παρατείνεται για έναν ακόμη χρόνο η θητεία των σημερινών διοικήσεων στα μεγαλύτερα δικαστήρια της χώρας. Νομικοί και δικαστικές ενώσεις κάνουν λόγο για ευθεία παρέμβαση στο αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων και για ρύθμιση που πλήττει τον πυρήνα της δικαστικής ανεξαρτησίας.

Η διάταξη, που κατατέθηκε από τον υπουργό Δικαιοσύνης Γιώργο Φλωρίδη, προβλέπει ότι η θητεία των τριμελών συμβουλίων διοίκησης των πολιτικών δικαστηρίων σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Πειραιά, τόσο σε επίπεδο Πρωτοδικείου όσο και Εφετείου, παρατείνεται έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2027.

Η ίδια παράταση αφορά και τις διευθύνσεις των Εισαγγελιών Εφετών Αθηνών, καθώς και των Εισαγγελιών Πρωτοδικών Αθηνών και Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για τα πλέον κρίσιμα δικαστικά κέντρα της χώρας, στα οποία χειρίζονται υποθέσεις μεγάλου πολιτικού, κοινωνικού και ποινικού ενδιαφέροντος.

Η πολιτική βαρύτητα της τροπολογίας δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Όταν η εκτελεστική εξουσία παρεμβαίνει στον χρόνο παραμονής των διοικήσεων των δικαστηρίων, ακόμη και με τη μορφή μεταβατικής ρύθμισης, το ζήτημα παύει να είναι τεχνικό. Αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το κράτος δικαίου και την εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη.

«Φωτογραφική» ρύθμιση και σοβαρά ερωτήματα

Οι λόγοι που οδήγησαν στην κατάθεση της συγκεκριμένης τροπολογίας παραμένουν ασαφείς. Οι επικριτές της κάνουν λόγο για «φωτογραφική» ρύθμιση, καθώς αφορά συγκεκριμένα δικαστήρια και συγκεκριμένες διοικήσεις, σε μια περίοδο κατά την οποία ευαίσθητες υποθέσεις βρίσκονται σε κρίσιμη καμπή ή οδηγούνται προς το ακροατήριο.

Αυτό ακριβώς το στοιχείο προκαλεί επιπλέον ερωτήματα. Η επιλογή να παραταθούν οι υπάρχουσες διοικήσεις, αντί να ακολουθηθεί η κανονική διαδικασία ανάδειξης νέων, δημιουργεί την εικόνα μιας παρέμβασης που δεν εξαντλείται σε οργανωτικούς λόγους. Η Δικαιοσύνη χρειάζεται σταθερότητα, αλλά πρωτίστως χρειάζεται θεσμική καθαρότητα.

Μετά τις πρώτες αντιδράσεις από τον νομικό κόσμο, θέση πήρε και η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, η οποία εξέφρασε κατηγορηματική αντίθεση στη ρύθμιση. Η Ένωση επισημαίνει ότι η διάταξη δεν πέρασε από το αναγκαίο στάδιο της διαβούλευσης, παρά το γεγονός ότι αφορά κορυφαίο ζήτημα για τη λειτουργία των δικαστηρίων και την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών.

Η απουσία διαβούλευσης δεν είναι λεπτομέρεια. Σε ζητήματα που αφορούν το αυτοδιοίκητο της Δικαιοσύνης, η παράκαμψη του θεσμικού διαλόγου βαραίνει πολιτικά και θεσμικά. Η καλή νομοθέτηση δεν μπορεί να επικαλείται μόνο την ταχύτητα. Οφείλει να υπηρετεί τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και τη συμμετοχή των άμεσα εμπλεκόμενων φορέων.

Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων τονίζει ότι το άρθρο 37 του νομοσχεδίου επανακαθορίζει τον χρόνο θητείας των διοικήσεων των δικαστηρίων, αυξάνοντάς τον από δύο σε τρία έτη. Η αλλαγή αυτή αφορά τόσο τις αιρετές διοικήσεις των μεγάλων δικαστηρίων όσο και τις διοικήσεις που ορίζονται με βάση την αρχαιότητα στα μικρότερα δικαστήρια.

Το αυτοδιοίκητο ως όριο της δικαστικής ανεξαρτησίας

Η σκληρότερη αιχμή της Ένωσης αφορά την επαναλαμβανόμενη πρακτική των παρατάσεων. Όπως επισημαίνει, η ανανέωση των θητειών έχει ξεπεράσει τα όρια της εξαίρεσης και αρχίζει να αποκτά χαρακτηριστικά νέου κανόνα, οδηγώντας σε ουσιαστική αποδυνάμωση του αυτοδιοίκητου.

Το αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων δεν είναι διοικητική πολυτέλεια. Είναι ουσιώδες κεφάλαιο της δικαστικής ανεξαρτησίας. Οι δικαστικοί λειτουργοί στα πολυπληθέστερα δικαστήρια καλούνται, σε τακτά χρονικά διαστήματα, να επιλέγουν τις διοικήσεις τους. Αυτή η διαδικασία διασφαλίζει εναλλαγή, υπηρεσιακή ισορροπία και επιλογή των καταλληλότερων μεταξύ ίσων.

Η παράταση των υφιστάμενων διοικήσεων ανατρέπει αυτή την κανονικότητα. Ακόμη και αν παρουσιαστεί ως μεταβατική λύση, το θεσμικό αποτέλεσμα παραμένει βαρύ: δικαστικοί λειτουργοί στερούνται τη δυνατότητα να συμμετάσχουν στην επιλογή διοίκησης των δικαστηρίων στα οποία υπηρετούν.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αναφορά στους πρώην Ειρηνοδίκες, οι οποίοι υπηρετούν πλέον στα Πρωτοδικεία Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιώς μετά την ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας. Η Ένωση επισημαίνει ότι, δύο χρόνια μετά την εφαρμογή του νόμου, δεν είχαν ακόμη τη δυνατότητα να ασκήσουν το δικαίωμά τους για συμμετοχή στις αρχαιρεσίες των συμβουλίων διοίκησης.

Η Ένωση ζητά να υπάρξει ρητή δέσμευση του υπουργείου Δικαιοσύνης ότι δεν θα ακολουθήσει άλλη παράταση και ότι η προωθούμενη ρύθμιση θα είναι η τελευταία. Η διατύπωση αυτή δείχνει το μέγεθος της δυσπιστίας που έχει δημιουργηθεί απέναντι σε μια πρακτική η οποία επανέρχεται διαρκώς, κάθε φορά με προσωρινό μανδύα και μόνιμες θεσμικές συνέπειες.

Η κυβέρνηση οφείλει να δώσει καθαρές εξηγήσεις. Γιατί επιλέγεται τώρα η παράταση; Γιατί δεν προηγήθηκε διαβούλευση; Γιατί αλλάζει ο χρόνος θητείας των διοικήσεων; Και κυρίως, γιατί σε μια περίοδο αυξημένης κοινωνικής δυσπιστίας προς τους θεσμούς επιλέγεται μια ρύθμιση που δημιουργεί την εικόνα παρέμβασης στη λειτουργία της Δικαιοσύνης;

Η υπόθεση δεν αφορά μόνο τους δικαστές και τις διοικήσεις των μεγάλων δικαστηρίων. Αφορά τον πολίτη που θέλει να πιστεύει ότι η Δικαιοσύνη λειτουργεί ανεξάρτητα, χωρίς πολιτικές σκιές και χωρίς νομοθετικές παρεμβάσεις που αλλάζουν τους κανόνες στη μέση της διαδρομής.

Το αυτοδιοίκητο της Δικαιοσύνης είναι θεσμική εγγύηση, όχι εμπόδιο προς παράκαμψη. Αν η εκτελεστική εξουσία το περιορίζει με αλλεπάλληλες παρατάσεις, τότε το πρόβλημα δεν είναι διαδικαστικό. Είναι βαθιά πολιτικό και αγγίζει την ίδια την ποιότητα της Δημοκρατίας.