Σήμερα Γιορτάζουν:

ΛΑΖΑΡΟΣ

4 Απριλίου 2026

Φονική έκρηξη στη «Βιολάντα»: Καταθέσεις-φωτιά και τεχνικό πόρισμα αποκαλύπτουν αλυσίδα ευθυνών

Η προφυλάκιση του ιδιοκτήτη της «Βιολάντα», Κωνσταντίνου Τζωρτζιώτη για τη φονική έκρηξη στο εργοστάσιο με θύματα πέντε εργαζόμενες μητέρες άνοιξε τον δρόμο για τις επόμενες διώξεις που ασκήθηκαν σε δύο στελέχη της επιχείρησης, τον διευθυντή και τον προϊστάμενο παραγωγής.

Η δικαστική Αρχή Τρικάλων που χειρίζεται την υπόθεση οδηγήθηκε στις νέες διώξεις μέσα από στοιχεία που προέκυψαν από μαρτυρικές καταθέσεις.

Στην κατάθεση του εργαζόμενου της επιχείρησης, υδραυλικού, ο οποίος περιγράφει ότι τοποθετούσε σωληνώσεις χωρίς να διαθέτει πιστοποίηση, είπε οτι γνώριζε επί τουλάχιστον δύο μήνες για την ύπαρξη οσμής, ενημερώνοντας τους υπευθύνους και καταγράφοντας ένα κρίσιμο στοιχείο.

Για την κάλυψη της οσμής χρησιμοποιούσαν χλωρίνη στα σιφόνια.

«Αυτό που μου ανέφεραν ήταν ότι μύριζε στο χώρο της τουαλέτας και στο χώρο της λάντζας. Για το χώρο της τουαλέτας με ειδοποίησε η προϊσταμένη λίγο πριν τον Δεκέμβριο περίπου. Αφού πήγα στο χώρο της τουαλέτας υπήρχε μία οσμή βόθρου χωρίς να μπορώ να καταλάβω από που προέρχεται.

Σκύβω και μυρίζω το σιφόνι του δαπέδου. Εκεί είχαν ρίξει χλωρίνη και ένα υγρό καθαρισμού για τη μυρωδιά. Εκείνη τη στιγμή είχε μυρωδιά χλωρίνης το σιφόνι. Έριξα τουλάχιστον 2 κουβάδες νερό για να φύγει η μυρωδιά της χλωρίνης. Μετά το νερό η μυρωδιά σταμάτησε να υπάρχει για αρκετές ημέρες. Εφόσον σταμάτησε η μυρωδιά σταμάτησα και εγώ να ψάχνω πιστεύοντας ότι η μυρωδιά προερχόταν από το σιφόνι. Η μυρωδιά εμφανίστηκε μετά από 10-15 ημέρες περίπου. Με φώναξαν πάλι και μου λένε δες λίγο μυρίζουν οι τουαλέτες. Πήγα στο χώρο και πάλι προσπαθούσα να βρω από που προέρχεται η μυρωδιά», ανέφερε ο μάρτυρας.

Στην ίδια κατάθεση επισημαίνεται ότι ο προϊστάμενος παραγωγής, ο οποίος πλέον βρίσκεται μεταξύ των κατηγορουμένων, τον ρώτησε «τι μυρίζει;», με τον εργαζόμενο να απαντά ότι επιχειρεί να εντοπίσει την πηγή.

Αναφορά γίνεται και σε πιέσεις που, σύμφωνα με τον ίδιο, δέχθηκε αρχικά από τη ΔΑΕΕ, σημειώνοντας ότι «υπήρχε απέναντί μου μία κατεύθυνση προς τον κ. Τζωρτζιώτη».

Παράλληλα παραδέχεται ότι, χωρίς να διαθέτει δίπλωμα εργασίας ή άδεια, προχωρούσε σε κρίσιμες παρεμβάσεις βασιζόμενος στην εμπειρία του.

«Δεν έχω δίπλωμα εργασίας. Δεν είμαι αδειούχος. Ούτε άδεια εγκατάστασης αερίου έχω. Από 13 ετών δουλεύω σαν υδραυλικός. Θεωρώ ότι έχω την εμπειρία εγκατάστασης αερίου. Έχω δουλέψει και σε διυλιστήρια αλλά είχα εργολάβο. Στη “Βιολάντα” ήταν η πρώτη φορά που έκανα εγκατάσταση σωληνώσεων αερίου πριν 6 χρόνια. Ο κ. Τζωρτζιώτης μου έδωσε ένα σχέδιο του κ. Μπαταβάνη.

Η γραμμή ήταν συγκεκριμένη στους καυστήρες. Τεχνικά επειδή σχετίζονται οι σωληνώσεις του υδραυλικού μπορούσα να το κάνω. Ο κ. Μπαταβάνης δεν ήταν παρών κατά την τοποθέτηση. Θεώρησα ότι μπορώ να το κάνω με ασφάλεια. Δεν φοβήθηκα γιατί μετά θα έρχονταν να βάλουν τους καυστήρες και θα έλεγχαν».

Καθοριστικής σημασίας για την εξέλιξη της υπόθεσης είναι το πόρισμα του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου μαζί με την έκθεση του διορισμένου πραγματογνώμονα, καθηγητή Μεταλλειολόγων Πέτρου Τσακιρίδη, το οποίο αποτυπώνει με τεχνική ακρίβεια τις συνθήκες που οδήγησαν στην καταστροφή.

Ο καθηγητής εξέτασε τέσσερα μεταλλικά τεμάχια από την υπόγεια σωλήνωση του εργοστασίου. Αν και αρχικά διαπιστώθηκε ότι ο χαλύβδινος σωλήνας ήταν κατασκευαστικά κατάλληλος για τη μεταφορά προπανίου, τα ευρήματα κατέγραψαν ένα δίκτυο εκτεθειμένο και υποβαθμισμένο.

Σύμφωνα με το πόρισμα, η εγκατάσταση παρουσίαζε σοβαρές αποκλίσεις από τις τεχνικές προδιαγραφές. Στο υπόγειο τμήμα δεν υπήρχε εξωτερική αντιδιαβρωτική επικάλυψη, απουσίαζε σύστημα καθοδικής προστασίας, ενώ δεν είχε προβλεφθεί προστατευτική επίχωση με καθαρή άμμο. Οι συνθήκες αυτές έφεραν τον χάλυβα σε άμεση επαφή με υγρό και αγώγιμο έδαφος, δημιουργώντας περιβάλλον για έντονη ηλεκτροχημική διάβρωση.

Η φθορά εξελίχθηκε σταδιακά, με αρχικές τοπικές προσβολές που μετατράπηκαν σε κοιλότητες και κατέληξαν σε διατρήσεις του μετάλλου. Οι οπές επιβεβαιώθηκαν πειραματικά και το συμπέρασμα αποδίδει την αστοχία στην έλλειψη αντιδιαβρωτικού σχεδιασμού και στη μη τήρηση βασικών τεχνικών προτύπων για υπόγειους αγωγούς αερίων καυσίμων.

Η εικόνα των σωληνώσεων καταγράφει επιπλέον εκτεταμένη υποβάθμιση στο σύστημα βαφής, με ρηγματώσεις, αποκολλήσεις και μειωμένη πρόσφυση, στοιχεία που παραπέμπουν σε γήρανση υλικού και περιβαλλοντική καταπόνηση. Στο υπέργειο δείγμα δεν εντοπίστηκε ενεργή διάβρωση, η προστατευτική ικανότητα της επικάλυψης εμφανίζεται εξαντλημένη.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην επιλογή κοχλιωτής σύνδεσης στο υπόγειο τμήμα, η οποία χαρακτηρίζεται ως πρακτική αυξημένου κινδύνου και σε συνδυασμό με την απουσία προστασίας συνέβαλε στην επιτάχυνση της διάβρωσης.

Το τελικό συμπέρασμα του πραγματογνώμονα αποτυπώνει μια εγκατάσταση που δεν κάλυπτε βασικές απαιτήσεις ασφαλείας, με την έλλειψη στοιχειωδών μέτρων να δημιουργεί τις συνθήκες που οδήγησαν στην καταστροφή.

Επισυναπτόμενα Έγγραφα: