28 Ιανουαρίου 2026

Φοροαπαλλαγές σε τροχιά υπερβολής

Την ανάγκη να επανεξεταστούν τόσο η έκταση όσο και το δημοσιονομικό βάρος των φοροαπαλλαγών υπογραμμίζει το ΙΟΒΕ, προειδοποιώντας ότι η συνεχής διεύρυνσή τους συμπιέζει τα φορολογικά έσοδα και καθιστά ολοένα πιο σύνθετο το φορολογικό σύστημα. Μετά την Τράπεζα της Ελλάδος, και το ΙΟΒΕ φέρνει στο επίκεντρο της ανάλυσής του τις λεγόμενες φορολογικές δαπάνες που παρέχονται σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Σε ειδικό κεφάλαιο της τριμηνιαίας έκθεσης για την ελληνική οικονομία, το ΙΟΒΕ αναγνωρίζει ότι οι φοροαπαλλαγές μπορούν να αποτελέσουν εργαλείο στοχευμένης φορολογικής πολιτικής. Ταυτόχρονα, όμως, επισημαίνει ότι όταν εφαρμόζονται σε μεγάλη κλίμακα αυξάνουν την πολυπλοκότητα του συστήματος και ενδέχεται να υπονομεύσουν τη διαφάνειά του.

Η εκτίναξη των φορολογικών δαπανών

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, η εξέλιξη των φοροαπαλλαγών ακολουθεί διαχρονικά ανοδική πορεία. Το 2014 ανέρχονταν σε 3,04 δισ. ευρώ, ενώ το 2017 είχαν ήδη υπερδιπλασιαστεί, φτάνοντας τα 7,72 δισ. ευρώ. Το 2020, χρονιά έναρξης της πανδημίας, καταγράφηκε η μοναδική μείωση της τελευταίας δεκαετίας. Από το 2021 και έπειτα, η ανοδική τάση επανήλθε δυναμικά, με τις φοροαπαλλαγές να διαμορφώνονται το 2024 στα 22,88 δισ. ευρώ.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο γεγονός ότι η αύξηση των φοροαπαλλαγών υπερβαίνει την αντίστοιχη άνοδο των φορολογικών εσόδων. Ο λόγος των φοροαπαλλαγών προς τα συνολικά φορολογικά έσοδα από 6,6% το 2014 αυξήθηκε σταδιακά, φτάνοντας το 15,7% το 2017 και το 26,6% το 2021.

Η απότομη άνοδος του 2021 αποδίδεται κυρίως στην αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων, καθώς και στην αύξηση του αφορολόγητου ορίου για δωρεές και γονικές παροχές στις 800.000 ευρώ. Οι νέες αντικειμενικές αξίες οδήγησαν σε υψηλότερες αποτιμήσεις ακινήτων που εξαιρούνται από τον ειδικό φόρο επί των ακινήτων. Μετά από μια μικρή κάμψη το 2022, η αυξητική πορεία συνεχίστηκε τόσο το 2023 όσο και το 2024.

Το 2024, οι φοροαπαλλαγές αντιστοιχούσαν στο 34,2% των συνολικών φορολογικών εσόδων, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από τον μέσο όρο του 21,4% που καταγράφηκε το 2023 σε 18 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σε ό,τι αφορά την κατανομή τους, το 39,6% των φοροαπαλλαγών συνδέεται με τη φορολογία κεφαλαίου, με τον ειδικό φόρο επί ακινήτων και τον φόρο μεταβίβασης να συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο δημοσιονομικό κόστος. Ακολουθεί η φορολογία εισοδήματος νομικών προσώπων με ποσοστό 25,4%, κυρίως λόγω απαλλαγών σε έσοδα επιχειρηματικής δραστηριότητας και μερίσματα. Η φορολογία φυσικών προσώπων αντιστοιχεί στο 21,6%, με βασικό βάρος τη μείωση φόρου σε εισοδήματα από μισθωτή εργασία, συντάξεις και αγροτική δραστηριότητα.

Το ΙΟΒΕ υπενθυμίζει τέλος ότι η Ελλάδα εμφανίζει υστέρηση στην είσπραξη εσόδων από ΦΠΑ σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, τόσο λόγω χαμηλής φορολογικής συμμόρφωσης όσο και εξαιρέσεων, επισημαίνοντας ότι ο περιορισμός των φοροαπαλλαγών θα μπορούσε να συμβάλει στη δημιουργία ενός απλούστερου και αποτελεσματικότερου φορολογικού συστήματος.