17 Ιουλίου 2026

ΑΑΔΕ: Τελευταία ευκαιρία για διορθώσεις πριν αρχίσουν οι διασταυρώσεις

Σε επανέλεγχο της φορολογικής τους δήλωσης πρέπει να προχωρήσουν όσοι έχουν ήδη ολοκληρώσει την υποβολή, καθώς ακόμη και μια παράλειψη μπορεί να προκαλέσει νέα εκκαθάριση, πρόσθετο φόρο, τόκους και υψηλά πρόστιμα σε περίπτωση μεταγενέστερου ελέγχου.

Η προθεσμία για τις εμπρόθεσμες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος του φορολογικού έτους 2025 έχει μεταφερθεί έως την Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026. Εξαίρεση αποτελούν τα φυσικά πρόσωπα που συμμετέχουν σε νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες με απλογραφικά βιβλία, για τα οποία η προθεσμία λήγει στις 31 Ιουλίου 2026.

Μέχρι τις αντίστοιχες ημερομηνίες μπορεί να υποβληθεί τροποποιητική δήλωση, η οποία θεωρείται εμπρόθεσμη και αντικαθιστά ουσιαστικά την αρχική. Ο φορολογούμενος δεν επιβαρύνεται με πρόστιμο εκπρόθεσμης υποβολής, ακόμη και αν από τη διόρθωση προκύψει μεγαλύτερος φόρος.

Μετά τη λήξη των προθεσμιών, η ΑΑΔΕ αναμένεται να εντείνει τις ηλεκτρονικές διασταυρώσεις. Το επιχειρησιακό σχέδιο της Αρχής για το 2026 προβλέπει χιλιάδες πράξεις διοικητικού προσδιορισμού φόρου που θα στηριχθούν στην αυτόματη σύγκριση δεδομένων και πληροφοριών.

Τα στοιχεία των δηλώσεων αντιπαραβάλλονται με αρχεία εργοδοτών, ασφαλιστικών οργανισμών, τραπεζών, συμβολαιογράφων, εταιρειών πληρωμών, πλατφορμών βραχυχρόνιας μίσθωσης και άλλων φορέων. Παράλληλα αξιοποιούνται τα δεδομένα του myDATA, οι ηλεκτρονικές συναλλαγές και οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται με φορολογικές Αρχές του εξωτερικού.

Τα λάθη που χρειάζονται άμεση διόρθωση

Οι ανακριβείς δηλώσεις δεν συνδέονται πάντοτε με σκόπιμη απόκρυψη εισοδήματος. Πολλά προβλήματα προκύπτουν από εσφαλμένη μεταφορά ποσών, παραλείψεις ή στοιχεία που διαβιβάστηκαν καθυστερημένα από τρίτους.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στα εισοδήματα από περιστασιακή εργασία, στις αναδρομικές αποδοχές και συντάξεις, στα ενοίκια, στις βραχυχρόνιες μισθώσεις και στα ποσά που προέρχονται από το εξωτερικό.

Έλεγχος χρειάζεται επίσης στα επιδόματα και στις αποζημιώσεις, καθώς ορισμένα ποσά είναι αφορολόγητα, άλλα δηλώνονται μόνο για την κάλυψη τεκμηρίων και άλλα φορολογούνται κανονικά.

Συχνές αποκλίσεις εμφανίζονται στους κωδικούς των ηλεκτρονικών αποδείξεων, στα στοιχεία της κύριας και της δευτερεύουσας κατοικίας, στα αυτοκίνητα, στις πισίνες και στα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία που επηρεάζουν την τεκμαρτή δαπάνη.

Οι φορολογούμενοι πρέπει ακόμη να συγκρίνουν τη δήλωση με τις βεβαιώσεις αποδοχών και συντάξεων. Εργοδότες και ασφαλιστικά ταμεία μπορούν να αποστείλουν διορθωμένα αρχεία μετά την πρώτη υποβολή, με αποτέλεσμα τα προσυμπληρωμένα ποσά να έχουν αλλάξει.

Αν εντοπιστεί διαφορά, η ασφαλέστερη επιλογή είναι η άμεση υποβολή τροποποιητικής δήλωσης. Η νέα δήλωση πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα σωστά στοιχεία και όχι μόνο τον κωδικό που χρειάζεται αλλαγή.

Πρόστιμα έως 50% της πρόσθετης διαφοράς φόρου

Τα αυξημένα πρόστιμα δεν επιβάλλονται αυτόματα σε κάθε εκπρόθεσμη τροποποιητική δήλωση. Αφορούν κυρίως τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η φορολογική διοίκηση, μετά από έλεγχο, διαπιστώσει ότι η υποβληθείσα δήλωση ήταν ανακριβής και ότι ο φόρος που δηλώθηκε ήταν χαμηλότερος από εκείνον που πραγματικά αναλογούσε.

Όταν η πρόσθετη διαφορά αντιστοιχεί σε ποσοστό από 5% έως 20% του φόρου της αρχικής δήλωσης, το πρόστιμο ανέρχεται στο 10% της διαφοράς φόρου.

Αν η απόκλιση ξεπερνά το 20% και φτάνει έως το 50%, το πρόστιμο αυξάνεται στο 25% της πρόσθετης διαφοράς. Όταν η διαφορά υπερβαίνει το 50% του φόρου που είχε αρχικά δηλωθεί, η κύρωση φτάνει στο 50% του επιπλέον φόρου που καταλογίζεται.

Για παράδειγμα, αν μετά τον έλεγχο προκύψει πρόσθετος φόρος 4.000 ευρώ και η απόκλιση υπάγεται στην ανώτερη κλίμακα, μπορεί να επιβληθεί πρόστιμο 2.000 ευρώ, πέρα από τον κύριο φόρο.

Στην επιβάρυνση προστίθεται τόκος εκπρόθεσμης καταβολής, ο οποίος υπολογίζεται σήμερα με μηνιαίο συντελεστή 0,73% πάνω στο ποσό που δεν πληρώθηκε εμπρόθεσμα. Όσο περισσότερο καθυστερεί η εξόφληση, τόσο αυξάνεται η συνολική οφειλή.

Ανάλογα με το είδος της δήλωσης, το ύψος της πρόσθετης οφειλής και την ιδιότητα του φορολογουμένου, μια εκπρόθεσμη υποβολή μπορεί να συνοδεύεται και από αυτοτελές πρόστιμο. Για τον λόγο αυτό δεν πρέπει να θεωρείται ότι η διόρθωση μετά τη λήξη της προθεσμίας έχει πάντοτε το ίδιο κόστος.

Η ΑΑΔΕ διαθέτει πλέον πολύ μεγαλύτερη δυνατότητα εντοπισμού αποκλίσεων σε σχέση με το παρελθόν. Τα ψηφιακά δεδομένα επιτρέπουν στους ελεγκτικούς μηχανισμούς να εντοπίζουν εισοδήματα, μισθώσεις, τραπεζικές κινήσεις και περιουσιακές μεταβολές χωρίς να απαιτείται εξαρχής φυσικός έλεγχος.

Ο τελευταίος έλεγχος της δήλωσης πριν από τις 24 ή τις 31 Ιουλίου μπορεί να αποτρέψει μια δαπανηρή διαδικασία. Η έγκαιρη διόρθωση δεν εξαφανίζει τον φόρο που πραγματικά οφείλεται, προστατεύει όμως τον φορολογούμενο από πρόστιμα ανακριβούς δήλωσης, τόκους και περιττή αντιπαράθεση με τον φορολογικό μηχανισμό.