Funds εναντίον αγροτών: Η αλήθεια της συμφωνίας EE-Mercosur που κρύβει η κυβέρνηση
Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur αποκτά ιδιαίτερο βάρος όταν εξεταστεί στο πλαίσιο ενός διεθνούς περιβάλλοντος αυξημένης χρηματοοικονομικής αβεβαιότητας. Η συσσώρευση δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, η παρατεταμένη νομισματική χαλάρωση, η αποσύνδεση των χρηματιστηριακών αποτιμήσεων από την πραγματική οικονομία και η διαρκής διόγκωση χρηματοπιστωτικών φουσκών διαμορφώνουν ένα σκηνικό στο οποίο η σταθερότητα των χρηματοοικονομικών τίτλων αμφισβητείται όλο και περισσότερο.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, εντείνονται οι ανησυχίες για μια ευρείας κλίμακας χρηματοπιστωτική αναταραχή. Η αβεβαιότητα γύρω από την αξία μετοχών, ομολόγων και νομισμάτων οδηγεί κεφάλαια στην αναζήτηση υλικών, απτών και μη αναπαραγώγιμων αποθεμάτων αξίας. Τα λεγόμενα real assets επανέρχονται στο προσκήνιο ως μέσα διατήρησης πλούτου σε περιόδους κρίσης.
Η γη, υπό αυτές τις συνθήκες, αναδεικνύεται σε στρατηγικό αντιστάθμισμα περιουσιακού κινδύνου. Πρόκειται για έναν περιορισμένο, μη υποκαταστάσιμο και διαχρονικά πολύτιμο πόρο, ο οποίος μπορεί να διατηρεί αξία ανεξαρτήτως νομισματικών αναταράξεων. Στη σύγχρονη ευρωπαϊκή αντίληψη, όμως, η γη δεν αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως μέσο παραγωγής και κοινωνικής συνοχής, αλλά ως περιουσιακό στοιχείο υψηλής στρατηγικής σημασίας για το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι βασικοί ενδιαφερόμενοι δεν είναι οι αγρότες, αλλά οι τράπεζες, τα επενδυτικά κεφάλαια και οι θεσμικοί επενδυτές που επιδιώκουν διαφοροποίηση χαρτοφυλακίων και προστασία από συστημικούς κινδύνους. Η αγροτική γη εντάσσεται σταδιακά στη λογική της χρηματοοικονομικής αποθεματοποίησης.
Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur λειτουργεί ως καταλύτης αυτής της μετάβασης. Μέσω της εντατικοποίησης του ανταγωνισμού και της πίεσης στα αγροτικά εισοδήματα, διευκολύνει τη μετατροπή της γης σε χρηματοοικονομικό ενεργητικό στοιχείο. Η διαδικασία δεν επιβάλλεται με άμεσες θεσμικές ρυθμίσεις ή νομικές απαλλοτριώσεις, αλλά αναδύεται ως αποτέλεσμα των ίδιων των μηχανισμών της αγοράς.
Η συμπίεση των τιμών από εισαγωγές χαμηλότερου κόστους, η συρρίκνωση ή και εξαφάνιση των περιθωρίων κέρδους για μικρομεσαίες εκμεταλλεύσεις και το σταθερά υψηλό κόστος συμμόρφωσης με τα ευρωπαϊκά κανονιστικά πρότυπα δημιουργούν συνθήκες οικονομικού εξαναγκασμού. Σε αυτό το περιβάλλον, η πώληση ή η μακροχρόνια εκμίσθωση της γης καθίσταται αναγκαστική επιλογή.
Η συγκέντρωση της γης σε μεγαλύτερες μονάδες πραγματοποιείται μέσω τραπεζικών μηχανισμών, επενδυτικών κεφαλαίων και αγροβιομηχανικών ομίλων. Δεν απαιτείται χρήση βίας ούτε επίσημη κρατική απαλλοτρίωση. Η μεταβίβαση ελέγχου συντελείται ως «αναγκαιότητα» της διεθνούς αγοράς και ως συνέπεια της δομικής μεταβολής των όρων παραγωγής.
Ουσιαστικά, η συμφωνία ΕΕ–Mercosur σηματοδοτεί την απομάκρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Κοινή Αγροτική Πολιτική, όπως αυτή είχε συγκροτηθεί μεταπολεμικά, και τη σταδιακή αποδυνάμωση των μηχανισμών στήριξης του αγροτικού εισοδήματος. Η αγροτική πολιτική μετατοπίζεται από την προστασία της παραγωγικής βάσης προς τη λογική της πλήρους έκθεσης στις παγκόσμιες αγορές.
Οι συνέπειες για τους μικρομεσαίους αγρότες είναι δομικές. Η οικονομική βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων υπονομεύεται, οδηγώντας, μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα, σε ρευστοποίηση της γης. Οι αγρότες μετασχηματίζονται από ιδιοκτήτες και επιχειρηματίες σε μισθωτούς ή ακτήμονες, ενταγμένους σε μεγαλύτερες παραγωγικές δομές χωρίς ουσιαστικό έλεγχο επί των μέσων παραγωγής.
Με τον τρόπο αυτό διαμορφώνεται ένα «νεοφεουδαλικό» χρηματοοικονομικό πρότυπο. Ο όρος χρησιμοποιείται μεταφορικά για να περιγράψει τη συγκέντρωση του ελέγχου των παραγωγικών πόρων σε κεφαλαιακούς φορείς και την απώλεια οικονομικής αυτονομίας των μικρών παραγωγών. Δεν πρόκειται για επιστροφή σε ιστορικές φεουδαρχικές σχέσεις, αλλά για ένα σύγχρονο μοντέλο όπου η ιδιοκτησία αποσυνδέεται από την κοινωνική παραγωγή και συγκεντρώνεται σε τράπεζες και επενδυτικά κεφάλαια.
Το πρότυπο αυτό είναι ήδη ορατό σε χώρες της Mercosur. Στην Παραγουάη, για παράδειγμα, ένα ελάχιστο ποσοστό ιδιοκτητών ελέγχει πλέον δυσανάλογα μεγάλο μέρος της αγροτικής γης. Η συγκέντρωση αυτή δεν αποτελεί ιστορική ιδιαιτερότητα, αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που ευνοούν τη χρηματοοικονομική αξιοποίηση της γης έναντι της κοινωνικής και παραγωγικής της λειτουργίας.
Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur εντάσσει και την Ευρώπη, σταδιακά, σε αυτή τη λογική. Η γη παύει να αποτελεί θεμέλιο αγροτικής αυτάρκειας, κοινωνικής συνοχής και εθνικής ασφάλειας, και μετατρέπεται σε στοιχείο ισολογισμών και επενδυτικών στρατηγικών. Σε μια εποχή αυξανόμενης χρηματοπιστωτικής αστάθειας, η μεταβολή αυτή αποκτά χαρακτήρα στρατηγικής επιλογής με μακροχρόνιες κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες.
Την Ελλάδα… δεν θα έχουμε και θα τρώγομεν και πέτρες
Στις 17 Ιανουαρίου υπογράφτηκε η συμφωνία Mercosur, η οποία μένει να εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και να επικυρωθεί από όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, σύμφωνα με τις εθνικές τους διαδικασίες. Είναι προφανές πως υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ της συγκέντρωσης της αγροτοκτηνοτροφικής παραγωγής και των τροφίμων στα χέρια της αντίστοιχης βιομηχανίας, της επιδίωξης της αντικατάστασης των διατροφικών πρακτικών του δυτικού κόσμου με την συστηματική εισαγωγή της εντομοφαγίας, της σφαγής των παραγωγικών ζώων και της συρρίκνωση έως εξαφάνισης των μικρών, τοπικών, μονάδων του πρωτογενούς τομέα στα πάλαι ποτέ έθνη κράτη της Ευρώπης.
Ωστόσο, η τρέλα της φιλελεύθερης καπιταλιστικής βαρβαρότητας έχει κάνει τα πρώτα της βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση πολλές δεκαετίες πριν. Για να παραμείνουμε στην ελληνική εμπειρία, ας υπενθυμίσουμε τη βαρβαρότητα της επιδότησης του πετάγματος στις χωματερές πολλών τόνων φρούτων και λαχανικών για να μην πέσουν λόγω υπερπροσφοράς οι τιμές τους. Ανεξάρτητα, βέβαια, από τις πραγματικές ανάγκες των πληθυσμών γι’ αυτά ακριβώς τα προϊόντα – ιδίως, για τα ροδάκινα και τα πορτοκάλια, που σύμφωνα με τις ντιρεκτίβες της ΕΕ, έπρεπε να παράγονται σε άλλες χώρες. Φτάσαμε έτσι στην απίθανη κατάσταση, για την κάλυψη των αναγκών της ελληνικής αγοράς, να εισάγουμε εκ των υστέρων τα προϊόντα, που προηγουμένως είχαμε αφήσει να σαπίζουν στα δέντρα ή είχαμε θάψει στις χωματερές.
Μαζί με την συστηματική, βουβή και ύπουλη καταστροφή του πρωτογενούς τομέα, διαμορφώθηκαν οι νοοτροπίες της αρπαχτής των χρημάτων, που διαχειριζόντουσαν οι αγροτικοί συνεταιρισμοί και της επιδότησης της τεμπελιάς. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο πρωτογενής τομέας δέχεται ακόμα ένα πλήγμα γύρω στο ’90: ο διεθνής καταμερισμός εργασίας περιθωριοποίησε την Ελλάδα ως βαμβακοπαραγωγό χώρα. Ο θεσσαλικός κάμπος υπέκυψε στη ντιρεκτίβα της εθνικά εγγυημένης ποσότητας βαμβακιού. Οι νεοφιλελεύθερες επιταγές υλοποιήθηκαν κατά γράμμα από Σημίτηδες, Μητσοτάκηδες και συν αυτώ. Κατόπιν, μειώθηκε μέχρι εξαφάνισης η παραγωγή ζάχαρης. Οι αντίστοιχες καλλιέργειες τεύτλων εγκαταλείφθηκαν και η κατεργασμένη ζάχαρη άρχισε πλέον να εισάγεται από το εξωτερικό.
Παράλληλα, η φορολογία αρχίζει να αντιμετωπίζει όλους τους αγρότες σαν επιχειρηματίες. Κάτω από αυτές τις πιέσεις, μαζί με τη νεοαναδυόμενη κουλτούρα της άκοπης ευημερίας, τον εξαστισμό και το lifestyle, τις σπουδές ως εργαλείο κοινωνικής αναρρίχησης, που μετέτρεψε σε υπερτροφικό τον τριτογενή τομέα, διοχετεύοντας την μεγαλύτερη μερίδα πτυχιοποιημένων στην παροχή υπηρεσιών, όλο και περισσότεροι μικρομεσαίοι αγρότες εγκατέλειψαν προοδευτικά τα χωριά και τα χωράφια τους.
Στο πεδίο της κτηνοτροφίας, οι γαλακτοβιομηχανίες διαμόρφωσαν τους όρους του παιχνιδιού, χωρίς οι μικροί παραγωγοί να μπορούν να αντιδράσουν ή να προασπίσουν τα δικά τους συμφέροντα. Έτσι, το πάρτυ των μετέπειτα ΟΠΕΚΕΠΕ προετοιμάστηκε. Το επόμενο βήμα ήταν έτοιμο υπό το πρόσημο του “αφηγήματος της κλιματικής αλλαγής” (ισχύει, δεν ισχύει, στο παρόν μας ενδιαφέρει πως χρησιμοποιήθηκε και αξιοποιήθηκε πολιτικά) και των πρωτοκόλλων υγείας και δημόσιου συμφέροντος.
Η καταστροφή της διατροφικής επάρκειας
Με πρόσχημα λοιπόν διάφορες ασθένειες, προωθήθηκε η σφαγή ολόκληρων κοπαδιών, όπως των βοοειδών σε χώρες σαν τη Γαλλία, αλλά και των προβάτων στην ελληνική περίπτωση, με πρόσχημα την εκρίζωση της ευλογιάς, ενώ ο εμβολιασμός απαγορεύτηκε από το Υπουργείο. Ολόκληρα κοπάδια εξολοθρεύθηκαν. Σπίτια έκλεισαν. Περιουσίες αφανίστηκαν. Άνθρωποι βρέθηκαν από την μία μέρα στην άλλη άνεργοι και μετατράπηκαν σε παρίες. Κάποιοι αυτοκτόνησαν μην μπορώντας να σηκώσουν το βάρος του εσκεμμένου αφανισμού τους.
Πιο συγκεκριμένα, οι αποφάσεις που αφορούν την εξαφάνιση των παραγωγικών ζώων (προβάτων, χοίρων, αγελάδων κλπ.) έλαβαν χώρα με υγειονομικής φύσης επιχειρήματα και πρωτόκολλα, που παριστάνουν ότι προστατεύουν την υγεία των πολιτών. Έτσι, η καταστροφή της διατροφικής επάρκειας μοιάζει με μια ψυχρή διαδικασία, έναν μηχανισμό μετατροπής της συμμόρφωσης και της υπακοής σε πεπρωμένο. Η σφαγή και η καταστροφή γίνεται υπό μορφή ρουτίνας υγειονομικού τύπου για το καλό των υπηκόων και τη διατροφή του γενικού πληθυσμού της ΕΕ.
Η διαδικασία αυτή παριστάνει ότι είναι ορθολογική και έξω από συναισθηματισμούς. Διέρχεται από την απομάγευση και την αποϊεροποίηση των συνειδήσεων, που αποδέχονται ως ορθολογικές όλες αυτές τις διαδικασίες. Γι’ αυτές τις συνειδήσεις δεν υπάρχει κανένα μυστήριο, κανένας συναισθηματισμός, κανένας καθαγιασμός, ούτε στη ζωή, ούτε στο θάνατο, ούτε στο γάμο, ούτε στην γέννηση, ούτε στην ονοματοδοσία των ζώων του κοπαδιού ή στην βάπτιση των ανθρώπων.
Παράλληλα, το μαφιοποιημένο υπουργείο, οι παρατρεχάμενοι και οι βαστάζοι του έκρυψαν πίσω από την απαγόρευση των μαζικών εμβολιασμών το πραγματικό μέγεθος των κοπαδιών στην Ελλάδα, το οποίο ήταν πολύ μικρότερο από αυτό που είχε δηλωθεί, έτσι ώστε οι ημέτεροι του καθεστώτος με την πλάτη που τους κάνουν οι Υπουργοί της κυβέρνησης, να αρπάζουν παχυλές επιδοτήσεις για να κάνουν τα γούστα τους, ιδιαίτερα μάλιστα τα κραυγαλέα, αρχοντοχωριάτικα και επιδεικτικά, αγοράζοντας λόγου χάρη… φεράρι.
Παράλληλα, ο διεθνοποιημένος καπιταλισμός επιβάλλει τους όρους ζωής, αναπαραγωγής και διατροφής του γενικού πληθυσμού (όπως αποκαλούνται οι Ευρωπαίοι πολίτες). Οι πολυεθνικές εταιρείες και οι τράπεζες σε στενή συνεργασία με τις μετα-εθνικές “εθνικές κυβερνήσεις” και τα νεοφεουδαρχικά καθεστώτα πολιτικής κυριαρχίας, κατέστησαν όσους αγρότες έχουν απομείνει πλήρως εξαρτημένους από τις επιδοτήσεις και υποταγμένους στα καπρίτσια των αγορών. Κατά αυτόν τον τρόπο και πολύ συνοπτικά, η διατροφική αυτάρκεια της χώρας πήγε περίπατο.
Χωρίς δουλειά, χωρίς γυναίκες σε παραγωγική ηλικία (αφού εκείνες δικαίως ή αδίκως είναι οι πρώτες που εγκατέλειψαν την ελληνική ύπαιθρο), χωρίς σχολεία (είδαμε τι έγινε με τις συγχωνεύσεις) και χωρίς καμία υποδομή γύρω από την υγεία, η ύπαιθρος ερήμωσε και τα χωριά ήδη οδηγούνται στην τρομακτική κατάσταση του φαντάσματος. Η αντικατάσταση πληθυσμών θα βρει συνεπώς γόνιμο έδαφος υλοποίησης, αφού στη θέση των αυτόχθονων πληθυσμών θα εγκατασταθούν μετανάστες.
Οι καταναλωτές – πολίτες και εν δυνάμει εκλογείς
Από την πλευρά των καταναλωτών, στη θέση του γνωστού κρέατος για την πρόσβαση στις απαραίτητες πρωτεΐνες προτείνεται η εντομοφαγία. Ήδη υπάρχουν τέτοιες φάρμες εκτροφής εντόμων και στην Ελλάδα. Όσοι θεωρούν ότι ο πληθυσμός της Ευρώπης δεν θα γίνει ποτέ εντομοφάγος αγνοούν προφανώς τα πειράματα κοινωνικής ψυχολογίας του Festinger για τη δημιουργία των απαραίτητων εκλογικεύσεων που κάνουν τα άτομα να αλλάζουν σε σύντομο χρονικό διάστημα νοοτροπίες και στάσεις απέναντι σε ό,τι προηγουμένως τους φαινόταν απολύτως αδιανόητο.
Μεταξύ των πειραμάτων υπάρχουν εδώ και πολλές δεκαετίες εκείνα που οδηγούσαν το άτομο να φάει ακρίδες, δηλώνοντας εκ των υστέρων ότι το έπραξε με ελεύθερη βούληση, ξεφεύγοντας από τις “προκαταλήψεις” του και τα διατροφικά “στερεότυπα του παρελθόντος”. Απαιτείται γι’ αυτό η εμπέδωση της “πολυπολιτισμικότητας” και η μίμηση “διακεκριμένων προτύπων”, που ήδη έχει προωθηθεί στο πεδίο του lifestyle τους και στην Ελλάδα: είναι λόγου χάρη οι φυτοφάγοι, οι αθλητές υψηλού επιπέδου, καθώς και οι πληθυσμοί της Ασίας.
Κλείνοντας, μοιάζει ηλίου φαεινότερο πως χωρίς παλλαϊκή κινητοποίηση και μαζική υποστήριξη, το αγροτικό κίνημα δεν θα μπορέσει να επιτύχει τις διεκδικήσεις του. Και χωρίς πρωτογενή τομέα, χωρίς αγρότες, χωρίς κτηνοτρόφους, χωρίς αλιείς και χωρίς μελισσοκόμους δεν θα έχουμε καμία δυνατότητα, έστω και υποτυπώδους αυτάρκειας. Διότι γνωρίζουμε ήδη από την αρχαιοελληνική μας παράδοση, πως χωρίς στοιχειώδη αυτάρκεια, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε αυτονομία, ούτε ελευθερία.
Εγκαταλείποντας το χωριό, το χώμα και τις παραγωγικές δραστηριότητες του πρωτογενούς τομέα, θα αφήσουμε την χώρα να μετατραπεί σε χώρο, δηλαδή σε έδαφος κάποιου οικοπέδου επί του πλανήτη, που ιστορικά “λεγόταν Ελλάδα”. Και διότι είναι προφανές πως χωρίς την εμπλοκή των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων στον αγώνα των αγροτών και των κτηνοτρόφων, ούτε ο πρωτογενής τομέας, ούτε γενικότερα ο ελληνικός λαός έχουν ελπίδα σωτηρίας.
Όμως την ώρα που το πραγματικό υπαρξιακό πρόβλημα συλλογικής και ατομικής αυτοσυντήρησης βρίσκεται μπροστά μας, την ώρα που υπονομεύεται το μέλλον συστηματικά και εγκαταλείπεται κάθε ελπίδα αξιοπρεπούς ατομικής και συλλογικής επιβίωσης, “των οικιών ημών εμπιπραμένων, ημείς άδομεν”. Αναζητούμε ανάμεσα στους προσφερόμενους “σωτήρες”, ποιος είναι εκείνος ο μεσσίας που μας πείθει ή έστω μας συγκινεί περισσότερο, ώστε να του αναθέσουμε την σωτηρία μας. Και αν τελικά, δεν μπορέσει να ανταποκριθεί σε όλα εκείνα για τα οποία τον εξουσιοδοτήσαμε δια της ψήφου μας, να μπορούμε εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς (λόγου χάρη από τον καναπέ και το πληκτρολόγιο μας), να “απογοητευτούμε ελεύθερα”. Να τον κατηγορήσουμε άνετα ότι “πρόδωσε την εμπιστοσύνη που του δείξαμε”….
Πιο Δημοφιλή
Όταν οι γιατροί αντικαθίστανται από ένα πρωτόκολλο
«Follow the Silenced»: COVID-19 και ένας πολιτισμός ψεύδους
Πιο Πρόσφατα
Ο περιβαλλοντισμός ως ιδεολογία κατά του ανθρώπου