Σήμερα Γιορτάζουν:

ΘΕΟΠΕΜΠΤΟΣ

ΘΕΩΝΗ

Ο Σμαραγδής καταγγέλλει οργανωμένο πόλεμο κατά της ταινίας «Καποδίστριας»

Η κινηματογραφική επικαιρότητα των τελευταίων ημερών θυμίζει περισσότερο πεδίο μάχης παρά καλλιτεχνική συζήτηση. Στο επίκεντρο της καταιγίδας βρίσκεται ο Γιάννης Σμαραγδής, ένας δημιουργός που έχει συνδέσει το όνομά του με τις μεγάλες βιογραφίες των εθνικών μας ηρώων.

Η νέα του ταινία, «Καποδίστριας», παρά την εντυπωσιακή προσέλευση στις αίθουσες, βρέθηκε στο στόχαστρο μιας κριτικής που ο ίδιος ο σκηνοθέτης δεν χαρακτηρίζει απλώς «αυστηρή», αλλά «πολεμική».

Σε μια κατάθεση ψυχής που συγκλονίζει, ο Σμαραγδής σπάει τη σιωπή του και μιλά για έναν οργανωμένο μηχανισμό εξόντωσης, για προσωπικό πόνο και για μια «δυσφήμιση» που είχε ξεκινήσει πριν καν ακουστεί το πρώτο «μοτέρ» στα γυρίσματα.

Για τον Γιάννη Σμαραγδή, όσα γράφονται και λέγονται τις τελευταίες ημέρες δεν αποτελούν μέρος ενός υγιούς διαλόγου για την τέχνη. Με λόγια που ξεχειλίζουν από πικρία, ο σκηνοθέτης ξεκαθαρίζει ότι αντιλαμβάνεται την κατάσταση ως έναν ανοιχτό πόλεμο.

«Νιώθω πόνο. Είναι πόλεμος, δεν είναι απλώς κάποιοι που γράφουν τη γνώμη τους», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Η θέση του είναι σαφής: Υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στον θεατή ή τον κριτικό που διαφωνεί με μια καλλιτεχνική προσέγγιση και σε εκείνους που επιτίθενται με στόχο να πλήξουν το ίδιο το έργο και τον δημιουργό του. Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, η ταινία δεν κρίνεται για αυτό που είναι, αλλά δέχεται πυρά από έναν μηχανισμό που είχε προαποφασίσει την αποτυχία της.

Η πιο σοκαριστική αποκάλυψη του Σμαραγδή αφορά το χρονικό της επίθεσης. Ο σκηνοθέτης υποστηρίζει ότι η δυσφήμιση του «Καποδίστρια» δεν ήταν το αποτέλεσμα της προβολής, αλλά μια προληπτική επίθεση.

Όπως καταγγέλλει, υπήρξε σχέδιο από πίσω που τέθηκε σε εφαρμογή πριν καν ξεκινήσει η παραγωγή.

Η αποθάρρυνση του κοινού και η δημιουργία ενός αρνητικού κλίματος που θα «έπνιγε» την ταινία στη γέννησή της.

Ο Σμαραγδής αφήνει αιχμές για συμφέροντα και κύκλους που δεν επιθυμούν την ανάδειξη του Ιωάννη Καποδίστρια ως το απόλυτο πρότυπο ηθικής και φιλοπατρίας που επιχειρεί να παρουσιάσει η ταινία.

Παρά το κλίμα «τρομοκρατίας» που περιγράφει ο δημιουργός, υπάρχει μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί: τα εισιτήρια. Ο «Καποδίστριας» έχει καταφέρει να γεμίσει τις κινηματογραφικές αίθουσες, αποδεικνύοντας ότι υπάρχει ένα τεράστιο κομμάτι του κοινού που διψά για ιστορικά θέματα και για το συγκεκριμένο είδος κινηματογράφου που υπηρετεί ο Σμαραγδής.

Αυτή η δυσαρμονία ανάμεσα στις σφοδρές κριτικές και την αποδοχή του κόσμου είναι που εντείνει την πεποίθηση του σκηνοθέτη ότι ο «πόλεμος» είναι τεχνητός. Όταν ο λαός αγκαλιάζει ένα έργο που οι «ειδικοί» προσπαθούν να απαξιώσουν, τότε η σύγκρουση παίρνει ιδεολογικές διαστάσεις.

Πίσω από τον σκηνοθέτη των μεγάλων επιτυχιών, υπάρχει ένας άνθρωπος που δηλώνει βαθιά πληγωμένος. Ο Γιάννης Σμαραγδής δεν κρύβεται πίσω από επαγγελματικά κλισέ. Μιλά για τον προσωπικό του πόνο, για τη φθορά που προκαλεί η συνεχής στοχοποίηση και για την αίσθηση της αδικίας.

Για έναν καλλιτέχνη που έχει αφιερώσει χρόνια στην έρευνα και την υλοποίηση ενός οράματος για τον πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας, η αντιμετώπιση αυτή φαντάζει ως μια «δεύτερη δολοφονία» του Καποδίστρια, αυτή τη φορά στο πανί της μεγάλης οθόνης.

Η περίπτωση της ταινίας «Καποδίστριας» και η αντίδραση του Γιάννη Σμαραγδή ανοίγουν μια μεγάλη συζήτηση για τα όρια της κριτικής, την ελευθερία του δημιουργού και τον ρόλο των «συστημικών» επιθέσεων στην τέχνη. Είναι ο Σμαραγδής θύμα ενός οργανωμένου σχεδίου ή απλώς ένας δημιουργός που δυσκολεύεται να δεχτεί την αρνητική κριτική;

Στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, λίγοι δημιουργοί έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν ένα τόσο βαθύ ρήγμα ανάμεσα στην «ελίτ» των κριτικών και τη μάζα των θεατών. Ο Γιάννης Σμαραγδής δεν είναι απλώς ένας σκηνοθέτης· είναι ένας κινηματογραφικός «εθνογράφος» που επιμένει να αγιογραφεί τα μεγάλα αναστήματα του ελληνισμού, προκαλώντας ταυτόχρονα ρίγη συγκίνησης στις πλατείες και αλλεργικές αντιδράσεις στα δημοσιογραφικά γραφεία.

Το 2007, ο «Ελ Γκρέκο» έγινε η απόλυτη εμπορική επιτυχία. Με περισσότερα από 1.200.000 εισιτήρια, η ταινία απέδειξε ότι ο Έλληνας θεατής διψά για υπερπαραγωγές που εξυμνούν το εθνικό φρόνημα και την καλλιτεχνική ιδιοφυΐα.

Τι είπαν οι κριτικοί: Πολλοί χαρακτήρισαν το έργο «στατικό», «φολκλορικό» και «επιφανειακό», κατηγορώντας τον Σμαραγδή ότι θυσίασε το κινηματογραφικό βάθος στον βωμό της εικονογράφησης.

Η επιτυχία στα ταμεία ήταν η καλύτερη απάντηση του σκηνοθέτη, αλλά η «βεντέτα» είχε ήδη ξεκινήσει.

Το 2017, με τον «Καζαντζάκη», το σκηνικό επαναλήφθηκε αλλά με μεγαλύτερη οξύτητα. Ο Σμαραγδής επιχείρησε να μεταφέρει το «πνεύμα» του μεγάλου Κρητικού συγγραφέα, επικεντρώνοντας στο φως και την ηθική του.

Οι κριτικοί στάθηκαν ιδιαίτερα αυστηροί με τις ερμηνείες και τον διδακτισμό της ταινίας, με κάποιους να κάνουν λόγο για «καρτ-ποστάλ κινηματογράφο». Το κοινό, ωστόσο, γέμισε ξανά τις αίθουσες, αποδεικνύοντας ότι η ανάγκη για έναν «παραδοσιακό», λυρικό κινηματογράφο είναι πιο ισχυρή από τις αναλύσεις των ειδικών.

Φτάνοντας στο σήμερα, οι κατηγορίες που δέχεται ο «Καποδίστριας» έχουν αλλάξει επίπεδο. Δεν μιλάμε πλέον μόνο για αισθητική διαφωνία, αλλά για μια μετωπική σύγκρουση που αγγίζει τα όρια της πολιτικής και της ιδεολογίας.

Οι συγκεκριμένες κατηγορίες που «καίνε» την ταινία

Ιστορική «αγιογραφία»: Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι ο Σμαραγδής παρουσιάζει έναν Καποδίστρια αλάθητο, στερεωμένο σε ένα βάθρο, στερώντας του την ανθρώπινη πολυπλοκότητα και τις πολιτικές αντιφάσεις της εποχής.

Αισθητικός αναχρονισμός: Κατηγορείται ότι χρησιμοποιεί κινηματογραφικά εργαλεία περασμένων δεκαετιών (υπερβολική χρήση αργής κίνησης, έντονη μουσική υπόκρουση για την πρόκληση συναισθήματος), την ώρα που ο σύγχρονος κινηματογράφος αναζητά τον ρεαλισμό. 

Εθνικιστική χροιά: Υπάρχει μια μερίδα κριτικών που βλέπει στην ταινία μια προσπάθεια «εθνικής τόνωσης» που φλερτάρει με τον λαϊκισμό, κάτι που ο ίδιος ο σκηνοθέτης απορρίπτει ως «αγάπη για το φως της Ελλάδας».

Η ιστορία, όπως και στον πραγματικό Καποδίστρια, θα είναι ο τελικός κριτής. Μέχρι τότε, ο πόλεμος συνεχίζεται στις αίθουσες και στα social media, με τον σκηνοθέτη να δηλώνει παρών, πληγωμένος αλλά αποφασισμένος να υπερασπιστεί το έργο του μέχρι τέλους.