Σήμερα Γιορτάζουν:

ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ

ΕΥΦΡΑΣΙΟΣ

ΜΑΤΘΙΛΝΤΗ

Γιατί δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω

Νίκος Κυριακάκης

Υπάρχει ένα ερώτημα που πλανάται όλο και πιο συχνά πάνω από τη χώρα, σχεδόν σαν πνιγμένη εξομολόγηση ενός λαού που αισθάνεται πως χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του: μπορούμε να γυρίσουμε πίσω; Μπορούμε να ξαναβρούμε την Ελλάδα που γνωρίσαμε, την κοινωνία που είχε ακόμη συνοχή, ταυτότητα, μέτρο, πίστη, ιστορική συνείδηση και κάποια εσωτερική βεβαιότητα για το ποια είναι και πού θέλει να πάει;

Η απάντηση, όσο σκληρή κι αν ακούγεται, είναι πως όχι, δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω. Όχι επειδή δεν αξίζει. Όχι επειδή δεν υπήρξαν πράγματα που άξιζαν να διασωθούν. Αλλά επειδή η καταστροφή δεν ήρθε ως ένα στιγμιαίο γεγονός που απλώς ανατρέπεται με μια πολιτική αλλαγή ή με μια εκλογική εναλλαγή. Ήρθε ως μακρά διαδικασία αποσύνθεσης. Και η αποσύνθεση αυτή υπήρξε ηθική, πολιτισμική, οικονομική, δημογραφική και εθνική.

Επί δεκαετίες, ό,τι συγκροτούσε τον εσωτερικό πυρήνα αυτού του λαού λοιδορήθηκε, αποδομήθηκε ή ποινικοποιήθηκε στη δημόσια σφαίρα. Ο πατριωτισμός παρουσιάστηκε περίπου ως ενοχή. Η πίστη αντιμετωπίστηκε ως καθυστέρηση. Η αγάπη για την πατρίδα βαφτίστηκε «ακρότητα». Η προσήλωση στην ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού θεωρήθηκε εμπόδιο στον «εκσυγχρονισμό». Κάθε αναφορά στην εθνική ταυτότητα έπρεπε να συνοδεύεται από απολογητικό τόνο, λες και ένας λαός που θέλει να παραμείνει ο εαυτός του οφείλει προηγουμένως να απολογηθεί γι’ αυτό.

Την ίδια ώρα, οι πραγματικοί βάνδαλοι της κοινωνικής συνοχής παρουσιάζονταν ως προοδευτικοί διαμορφωτές του μέλλοντος. Εκείνοι που λεηλάτησαν την παράδοση, που χλεύασαν τις ρίζες, που υπονόμευσαν κάθε οργανικό δεσμό ανάμεσα στις γενιές, εμφανίστηκαν ως φορείς προόδου. Στην πραγματικότητα, δεν ανανέωσαν τίποτε. Δεν βελτίωσαν την Ελλάδα. Την απογύμνωσαν. Δεν πρόσθεσαν ένα νέο κεφάλαιο στη μακραίωνη συνέχεια του έθνους. Επιχείρησαν να σκίσουν το ίδιο το βιβλίο.

Και σαν να μην έφτανε αυτή η πολιτισμική και πνευματική αποσάθρωση, ήρθε και η μεγάλη οικονομική παγίδα. Ένας ολόκληρος λαός σπρώχθηκε σε ένα μοντέλο ψεύτικης ευημερίας, βασισμένο στο δανεικό χρήμα, στην κατανάλωση χωρίς παραγωγικό αντίκρισμα, στα εύκολα δάνεια, στις πλαστικές ευκολίες, στις υποθήκες, στις επιδοτήσεις και στις φούσκες. Δόθηκε στον πολίτη η ψευδαίσθηση ότι ανεβαίνει κοινωνικά, ενώ στην πραγματικότητα έμπαινε αργά αλλά σταθερά σε έναν μηχανισμό εξάρτησης. Το τίμημα το πληρώσαμε όλοι: σπίτια υποθηκευμένα, ζωές δεμένες σε χρέη, οικογένειες γονατισμένες, νέοι χωρίς προοπτική, μια μεσαία τάξη κατακρεουργημένη.

Και μαζί με το οικονομικό ναυάγιο ήρθε και η διάλυση των προτύπων. Η Ελλάδα κάποτε, με όλα τα ελαττώματά της, παρήγε ακόμη πρότυπα ζωής, ήθους και κοινωνικής συμπεριφοράς. Υπήρχε η οικογένεια ως κύτταρο σταθερότητας, ο δάσκαλος ως σημείο αναφοράς, η ενορία ως κοινότητα, η γειτονιά ως πεδίο σχέσης, ο αγώνας για κοινωνική άνοδο ως υπόθεση κόπου και όχι επίδειξης. Σήμερα, μεγάλο μέρος αυτών έχει υποχωρήσει μπροστά σε εισαγόμενα μοντέλα ζωής, δανεισμένα από κοινωνίες που παρουσιάστηκαν ως ανώτερες, προοδευμένες και υποτίθεται επιθυμητές προς μίμηση. Μοντέλα όμως ρηχά, χωρίς μεταφυσικό υπόβαθρο, χωρίς μνήμη, χωρίς ιεραρχήσεις, χωρίς αίσθηση ορίου.

Αντί να πάρουμε από τον έξω κόσμο ό,τι χρήσιμο θα μπορούσε να προσαρμοστεί δημιουργικά στον δικό μας πολιτισμό, επιχειρήσαμε να τον αντιγράψουμε άκριτα. Και το αποτέλεσμα δεν ήταν πρόοδος, αλλά αλλοίωση. Δεν κρατήσαμε το σώμα της παράδοσής μας για να το εκσυγχρονίσουμε με σοφία· επιχειρήσαμε να το αντικαταστήσουμε. Δεν διασώσαμε το νόημα, αλλά λατρέψαμε τη μόδα. Δεν βελτιώσαμε την ταυτότητά μας, αλλά τη διαλύσαμε μέσα σε έναν μιμητισμό που δεν μας ταίριαζε ποτέ.

Μέσα σε αυτό το ήδη κλονισμένο περιβάλλον, η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη και με μια τεράστια δημογραφική και μεταναστευτική πίεση, την οποία το πολιτικό σύστημα είτε αρνήθηκε να δει είτε χρησιμοποίησε με ιδεολογικό κυνισμό. Το ζήτημα δεν είναι απλώς αριθμητικό. Είναι βαθύτερα ζήτημα συνοχής, πολιτισμικής συνέχειας, ασφάλειας και δυνατότητας ενσωμάτωσης. Όταν μια κοινωνία είναι ήδη αποδυναμωμένη, ενοχική απέναντι στον εαυτό της, αποκομμένη από τις παραδόσεις της και δημογραφικά καταρρέουσα, τότε κάθε εξωτερική πίεση λειτουργεί πολλαπλασιαστικά. Δεν δοκιμάζονται μόνο οι αντοχές των θεσμών. Δοκιμάζεται ο ίδιος ο χαρακτήρας της χώρας.

Γι’ αυτό και το ερώτημα «πώς θα γυρίσουμε πίσω;» είναι στην ουσία λάθος διατυπωμένο. Δεν υπάρχει επιστροφή σε έναν χαμένο χρόνο, ούτε μηχανική επαναφορά μιας κοινωνίας που έχει ήδη μεταβληθεί τόσο βαθιά. Οι «καλές εποχές» δεν επιστρέφουν αυτούσιες. Και ίσως ούτε πρέπει να εξιδανικεύονται, γιατί και εκείνες είχαν τις αντιφάσεις και τις παθογένειές τους. Εκείνο που θα έπρεπε να μας απασχολεί δεν είναι η νοσταλγία του χθες ως φυγή, αλλά η διάσωση των στοιχείων εκείνων που έδιναν στην ελληνική κοινωνία νόημα, αντοχή και προσανατολισμό.

Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν μπορούμε να πάμε πίσω, αλλά αν θέλουμε να ξανασταθούμε όρθιοι. Αν θέλουμε να ανασυγκροτήσουμε μια κοινωνία με κέντρο τον άνθρωπο, την οικογένεια, την πατρίδα, την πίστη, την ιστορική συνέχεια και την εθνική αυτοσυνειδησία. Αν θέλουμε να αρνηθούμε τη μόνιμη κατάσταση παρακμής που μας παρουσιάζεται ως μοντέρνα κανονικότητα. Αν θέλουμε να επαναφέρουμε κριτήρια εκεί όπου σήμερα κυριαρχεί η σύγχυση. Αν θέλουμε να πούμε ότι δεν είναι κάθε τι ξενόφερτο αυτομάτως ανώτερο, ούτε κάθε τι παραδοσιακό αυτομάτως παρωχημένο.

Η αντίσταση δεν θα ξεκινήσει από τα συνθήματα. Θα ξεκινήσει από την ανάκτηση της βούλησης. Από την απόφαση να σταματήσουμε να ντρεπόμαστε για όσα μας συγκρότησαν. Από την επιλογή να ξαναδώσουμε στα παιδιά πρότυπα και όχι απλώς οθόνες. Από την απόφαση να ξαναμιλήσουμε για πατρίδα χωρίς να χαμηλώνουμε τη φωνή. Από την επιμονή να διατηρήσουμε την πολιτισμική μας φυσιογνωμία χωρίς συμπλέγματα και χωρίς απολογίες. Από την κατανόηση ότι ένας λαός δεν επιβιώνει μόνο με ΑΕΠ, επενδύσεις και αριθμούς, αλλά με συνείδηση του εαυτού του.

Θέλουμε άραγε να αντισταθούμε; Εκεί βρίσκεται ο κόμβος. Γιατί μια κοινωνία δεν χάνεται μόνο όταν δέχεται επίθεση απ’ έξω. Χάνεται κυρίως όταν παραιτείται από μέσα. Όταν αποδέχεται ότι δεν έχει τίποτε να υπερασπιστεί. Όταν πείθεται ότι η ταυτότητα είναι βάρος, η μνήμη εμπόδιο και η παράδοση κάτι που πρέπει να αποσυρθεί για να μην ενοχλεί.

Δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω. Μπορούμε όμως να αποφασίσουμε ότι δεν θα συνεχίσουμε να κατρακυλάμε. Μπορούμε να αναμετρηθούμε με την αλήθεια, όσο δυσάρεστη κι αν είναι. Μπορούμε να ξαναχτίσουμε, όχι αντιγράφοντας ένα εξιδανικευμένο παρελθόν, αλλά σώζοντας ό,τι αληθινό απέμεινε και δίνοντάς του νέα μορφή στο παρόν. Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει ακόμη χρόνος για επιστροφή. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει ακόμη θέληση για αναγέννηση.

Ετικέτες: