17 Ιανουαρίου 2026

«Γονίδια αντί διάγνωσης: νέο μοντέλο για τις ψυχικές διαταραχές»

Μια νέα, μεγάλης κλίμακας μελέτη για ψυχικές και γενετικές παθήσεις φιλοδοξεί να ανατρέψει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται εκατομμύρια ασθενείς: τα δεδομένα δείχνουν ότι πολλές διαταραχές «κουμπώνουν» πάνω σε κοινά γενετικά μοτίβα, άρα δεν είναι βέβαιο πως πρέπει να προσεγγίζονται ως απολύτως ξεχωριστές νόσοι.

Στον πυρήνα της, η έρευνα υποστηρίζει ότι η μετατόπιση του ενδιαφέροντος από την επιφανειακή περιγραφή συμπτωμάτων προς μια βαθύτερη κατανόηση της βιολογίας των ψυχικών ασθενειών μπορεί να ανοίξει δρόμο για αποτελεσματικότερες θεραπείες, όπως σημειώνει η Washington Post.

Η δημοσίευση στο Nature βάζει στο μικροσκόπιο τα «σύνορα» που έχει χαράξει η ψυχιατρική ανάμεσα σε συγγενείς κλινικές εικόνες, όπως η διπολική διαταραχή και η σχιζοφρένεια. Παράλληλα, τονίζει ότι η σύνδεση γονιδίων με τις εγκεφαλικές διεργασίες που επηρεάζουν μπορεί να προσφέρει στους ψυχιάτρους πιο καθαρή εικόνα για τους ασθενείς τους και να κατευθύνει τους ερευνητές προς νέες, στοχευμένες παρεμβάσεις.

Ένα ακόμη πρακτικό κέρδος, εφόσον επιβεβαιωθούν και αξιοποιηθούν τα ευρήματα, είναι η ελάφρυνση του βάρους της πολλαπλής διάγνωσης, που συχνά οδηγεί σε παράλληλες αγωγές και σε «στοίβα» φαρμάκων.

Σύμφωνα με μελέτη του 2010 στο περιοδικό Psychiatry, περίπου ο μισός πληθυσμός του πλανήτη θα βιώσει κάποια ψυχική διαταραχή στη διάρκεια της ζωής του. Και, βάσει μελέτης του 2018 στο American Journal of Psychiatry, πάνω από τους μισούς ψυχιατρικούς ασθενείς θα λάβουν δεύτερη ή τρίτη διάγνωση, ενώ περίπου το 15% θα διαγνωστεί με τουλάχιστον τέσσερις διαταραχές.

«Αν σας έχουν πει ότι έχετε τέσσερα διαφορετικά προβλήματα, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλο πεσιμισμό σχετικά με την πορεία της θεραπευτικής διαδικασίας», δήλωσε ο Andrew Grotzinger, εκ των συγγραφέων της νέας μελέτης και επίκουρος καθηγητής ψυχολογίας και νευροεπιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Κολοράντο στο Μπόλντερ.

Τι αμφισβητεί η νέα χαρτογράφηση

Για τις ανάγκες της έρευνας στο Nature, μια πολυεθνική ομάδα επιστημόνων εργάστηκε επί πέντε χρόνια, αναλύοντας αρχεία γενετικών δεδομένων από περισσότερα από 1 εκατομμύριο άτομα που είχαν διαγνωστεί με μία από 14 ψυχικές διαταραχές, καθώς και από 5 εκατομμύρια άτομα χωρίς τέτοια διάγνωση.

Η ανάλυση έδειξε ότι οι γενετικές ομοιότητες ανάμεσα στις 14 διαταραχές δεν είναι τυχαίες και ότι μπορούν να «συμπυκνωθούν» σε πέντε βασικές ομάδες:

διαταραχές κατάχρησης ουσιών,

εσωτερικευμένες διαταραχές, όπως κατάθλιψη, άγχος και διαταραχή μετατραυματικού στρες,

νευροαναπτυξιακές διαταραχές, όπως αυτισμός και διαταραχή ελλειμματικής προσοχής/υπερκινητικότητας,

ψυχαναγκαστικές διαταραχές, όπως νευρική ανορεξία, σύνδρομο Tourette και ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή,

και μια πέμπτη ομάδα που περιλαμβάνει τη διπολική διαταραχή και τη σχιζοφρένεια.

Ιδιαίτερο βάρος αποκτά το εύρημα ότι η διπολική διαταραχή και η σχιζοφρένεια μοιράζονται περίπου το 70% των ίδιων γενετικών παραγόντων—ένα ποσοστό που, αν μεταφραστεί κλινικά, εξηγεί γιατί οι διαχωριστικές γραμμές δεν είναι πάντα τόσο καθαρές όσο υποδηλώνουν τα εγχειρίδια.

«Αν κοιτάξουμε τι μας λένε τα γονίδια, αυτά υποδηλώνουν ότι αυτές οι διαφορετικές κατηγορίες είναι πιο θεμελιωδώς συνδεδεμένες σε βιολογικό επίπεδο από ό,τι πιστεύαμε», δήλωσε ο Jordan Smoller, συγγραφέας της μελέτης και διευθυντής του Κέντρου Ψυχιατρικής του Mass General Brigham στη Βοστώνη. Κατά τον ίδιο, οι γενετικές συγγένειες βοηθούν να κατανοηθεί και γιατί ορισμένα αντικαταθλιπτικά φαίνεται να αποδίδουν όχι μόνο στην κατάθλιψη, αλλά και στο άγχος και στη διαταραχή μετατραυματικού στρες.

Οι ερευνητές επισημαίνουν πάντως ότι τα γονίδια δεν λειτουργούν σε κενό: αυξάνουν τον κίνδυνο, αλλά αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον, την ανατροφή, τα γεγονότα ζωής και το άγχος, διαμορφώνοντας τελικά την εικόνα κάθε ατόμου.

Από τις παραλλαγές DNA στους νέους θεραπευτικούς στόχους

Η ομάδα εντόπισε ότι οι 14 ψυχιατρικές διαταραχές συνδέονταν με 238 μοναδικές γενετικές παραλλαγές στον γενετικό κώδικα, δηλαδή εκδοχές που αποκλίνουν από την πιο συνηθισμένη μορφή. Πολλές από αυτές φαίνεται ότι ρυθμίζουν συγκεκριμένες λειτουργίες του εγκεφάλου, κάτι που μετατρέπει το γενετικό «σήμα» σε πιθανό βιολογικό μηχανισμό.

Ενδεικτικά, τόσο στη διπολική διαταραχή όσο και στη σχιζοφρένεια παρατηρείται υψηλότερη από τη συνηθισμένη δραστηριότητα γονιδίων που επηρεάζουν τους διεγερτικούς νευρώνες, οι οποίοι συμμετέχουν καθοριστικά στη μετάδοση σημάτων ανάμεσα σε άλλους νευρώνες. Με απλά λόγια, η έρευνα επιχειρεί να δέσει τη διάγνωση με το «πώς δουλεύει» ο εγκέφαλος και όχι μόνο με το «πώς φαίνεται» η συμπεριφορά.

Παράλληλα, εντοπίστηκε ένα γενετικό «hot spot» στο χρωμόσωμα 11: ένα σύμπλεγμα γονιδίων που φαίνεται να αυξάνει τον γενετικό κίνδυνο για οκτώ από τις 14 διαταραχές. Το χρωμόσωμα 11 είναι ήδη γνωστό για τη συγκέντρωση ιατρικά σημαντικών γονιδίων που σχετίζονται με ψυχιατρικές παθήσεις όπως η κατάθλιψη και ο αυτισμός, αλλά και με διάφορους τύπους καρκίνου και αιματολογικές διαταραχές.

Ανάμεσα στα γονίδια αυτά ξεχωρίζει το DRD2, βασικός στόχος των αντιψυχωσικών φαρμάκων. Ρυθμίζει τη ντοπαμίνη, έναν νευροδιαβιβαστή που επηρεάζει την κινητοποίηση, την ανταμοιβή, τη διάθεση, την προσοχή και τη γνωστική λειτουργία—δηλαδή πεδία που βρίσκονται στον πυρήνα πολλών ψυχιατρικών συμπτωμάτων.

Οι συγγραφείς αναγνωρίζουν, τέλος, έναν σημαντικό περιορισμό: το μεγαλύτερο μέρος των γενετικών δεδομένων προέρχεται από άτομα ευρωπαϊκής καταγωγής. Γι’ αυτό, ο επόμενος στόχος είναι η επέκταση της έρευνας σε πιο ποικίλους πληθυσμούς, ώστε τα συμπεράσματα να γίνουν πιο καθολικά και, κυρίως, πιο χρήσιμα για όλους τους ασθενείς.