Σήμερα Γιορτάζουν:

ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ

ΝΗΣΙΟΣ

Η αισχροκέρδεια καταβαραθρώνει τον Έλληνα καταναλωτή

Παρά τα αλλεπάλληλα μέτρα, τα «καλάθια», τις πλατφόρμες παρακολούθησης τιμών και τις συνεχείς εξαγγελίες για ελέγχους, η ελληνική αγορά τροφίμων συνεχίζει να λειτουργεί ανεξέλεγκτα, με μοναδικό αποτέλεσμα τη συνεχή αφαίμαξη των νοικοκυριών.

Τα προϊόντα των παραγωγών φεύγουν φθηνά από το χωράφι, για να καταλήξουν στα ράφια των σούπερ μάρκετ σε διπλάσιες ή τριπλάσιες τιμές, ενώ τα επίσημα στοιχεία του πληθωρισμού αποκαλύπτουν ένα ανελέητο σπιράλ ακρίβειας που τροφοδοτείται από διαρκείς ανατιμήσεις σε βασικά είδη ανάγκης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, οι τιμές στην Ελλάδα αυξήθηκαν το 2025 κατά 45% περισσότερο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, ενώ το 2026 ξεκίνησε με νέες ανατιμήσεις στα τρόφιμα, επιβεβαιώνοντας πως η ακρίβεια δεν είναι συγκυριακή ούτε εισαγόμενη.

Τα στοιχεία της Ένωσης Εργαζομένων Καταναλωτών Ελλάδας καταδεικνύουν ότι οι αυξήσεις κατά το διάστημα Δεκέμβριος 2025 – Ιανουάριος 2026 υπερβαίνουν κάθε φαντασία, καταρρίπτοντας κάθε αφήγημα περί ελέγχου της αγοράς.

Η πίεση πλήττει κυρίως τα ζυμαρικά. Τα μακαρόνια, βασικό αγαθό για κάθε νοικοκυριό, εκτοξεύθηκαν από τα 0,70 ευρώ στα 1,18 ευρώ μέσα σε μόλις έναν μήνα. Το κριθαράκι αυξήθηκε από 0,93 σε 1,13 ευρώ, ενώ οι πένες κατέγραψαν άλμα από 1,01 ευρώ σε 1,57 ευρώ, δηλαδή πάνω από 60%-70%, χωρίς καμία αιτιολόγηση από το κόστος παραγωγής ή διεθνείς συνθήκες. Αντίστοιχη ήταν η εικόνα και στο γάλα: το γάλα ιδιωτικής ετικέτας ανέβηκε από 0,95 σε 1,05 ευρώ και το επώνυμο από 1,49 σε 1,74 ευρώ.

Οι παρεμβάσεις της κυβέρνησης για την ανάσχεση της ακρίβειας δεν έχουν αποδώσει, προκαλώντας παράλληλα την οργή των πολιτών. Οι ανατιμήσεις καταγράφονται εδώ και τουλάχιστον τέσσερα χρόνια και οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι τα ημίμετρα του οικονομικού επιτελείου δεν επαρκούν, ενώ ταυτόχρονα δεν διαφαίνεται πραγματική πολιτική βούληση για ουσιαστικό έλεγχο της αγοράς.

Οι παραγωγοί βρίσκονται στα μπλόκα και σε συναντήσεις με την ηγεσία του οικονομικού επιτελείου έχουν επανειλημμένα θέσει το ζήτημα της απόστασης μεταξύ τιμής παραγωγού και τιμής ραφιού. Παράλληλα, οι μεσάζοντες συνεχίζουν να αποκομίζουν υπερκέρδη, ενώ το κράτος περιορίζεται σε θεατή, αφήνοντας την αισχροκέρδεια να βαφτίζεται «ελεύθερη αγορά».

Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: τα τοματίνια β’ διαλογής πωλούνται από τον παραγωγό στα 0,25 ευρώ το κιλό και καταλήγουν στο σούπερ μάρκετ στα 3 ευρώ, δηλαδή με αύξηση 12 φορές. Οι τομάτες από 0,60 ευρώ φτάνουν στα 1,80 ευρώ, ενώ τα λεμόνια από 0,60 ευρώ πωλούνται 1,60 έως 1,80 ευρώ.

Οι παραγωγοί ασφυκτιούν λόγω ανεξέλεγκτου κόστους παραγωγής –καύσιμα, ενέργεια, λιπάσματα, αρδευτικό νερό– και αναγκάζονται να πωλούν κάτω από το κόστος, καθώς δεν διαθέτουν διαπραγματευτική ισχύ. Το κράτος δεν έχει εξασφαλίσει ένα ελάχιστο πλαίσιο δίκαιων τιμών ούτε προστασία από τις πιέσεις των μεγάλων αγοραστών. Ως αποτέλεσμα, οι παραγωγοί φτωχαίνουν και εγκαταλείπουν τη γη τους, ενώ η χώρα εξαρτάται όλο και περισσότερο από εισαγωγές.

Οι καταναλωτές, από την άλλη, πληρώνουν πολλαπλάσια για τα ίδια προϊόντα, περιορίζοντας ακόμη και βασικά είδη στη διατροφή τους. Το καλάθι του νοικοκυριού έχει μετατραπεί σε μηχανισμό καθημερινής οικονομικής εξόντωσης, ενώ οι μισθοί παραμένουν στάσιμοι και τα επιδόματα απλώς καλύπτουν εν μέρει τα κενά.

Τα παραδείγματα είναι πολλά: τα μαρούλια από 0,40 ευρώ στον παραγωγό φτάνουν 1 ευρώ, τα αγγούρια από 0,30-0,40 ευρώ φτάνουν 1 ευρώ, τα αχλάδια από 0,80 ευρώ ανεβαίνουν 2,30 ευρώ, τα μήλα από 0,60 ευρώ φτάνουν 2 ευρώ και τα πορτοκάλια από 0,40 ευρώ φτάνουν 1,20 ευρώ. Πρόκειται για συστηματική πρακτική και όχι μεμονωμένες στρεβλώσεις.

Στο παρελθόν, η κυβέρνηση είχε επιχειρήσει μια πρωτοβουλία με τις «αγορές χωρίς μεσάζοντες», η οποία ξεκίνησε το 2012 και ολοκληρώθηκε το 2022, όταν υπουργός Ανάπτυξης ήταν ο Άδωνις Γεωργιάδης. Το μέτρο είχε αγκαλιαστεί από παραγωγούς και καταναλωτές, δίνοντας τη δυνατότητα στους τελευταίους να αγοράζουν βασικά είδη σε πολύ προσιτές τιμές και στους πρώτους να αποκτούν πρόσβαση στην αγορά χωρίς να εξαρτώνται από τις μεγάλες αλυσίδες.

Ωστόσο, η πρωτοβουλία συνάντησε αντίδραση από τους πωλητές των λαϊκών αγορών, που κατάφεραν να επιβάλουν την απαγόρευση, επικαλούμενοι δήθεν απώλεια μεριδίου τζίρου, ενώ στην πραγματικότητα οι χαμηλές τιμές αποκάλυπταν την αισχροκέρδεια της αγοράς.

Σήμερα, η κατάσταση επαναφέρει την ανάγκη για πραγματικό έλεγχο, διαφάνεια και προστασία τόσο των παραγωγών όσο και των καταναλωτών, καθώς η ελληνική αγορά τροφίμων συνεχίζει να λειτουργεί ανεξέλεγκτα, με αποτέλεσμα τη συνεχή επιβάρυνση των νοικοκυριών.