Σήμερα Γιορτάζουν:

ΔΙΟΝΥΣΗΣ

3 Οκτωβρίου 2026

Η ακρίβεια διώχνει τους Έλληνες από τις καφετέριες – Κερδίζει έδαφος ο καφές στο σπίτι

Ισχυρές αντοχές εξακολουθεί να εμφανίζει η ελληνική αγορά καφέ, παρά τις διαδοχικές πιέσεις που δέχεται από την ακρίβεια, τις ανατιμήσεις στις διεθνείς αγορές πρώτων υλών, το αυξημένο μεταφορικό κόστος και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην παγκόσμια παραγωγή. Την ίδια περίοδο, οι μεταβολές στις καταναλωτικές συνήθειες διαμορφώνουν νέα δεδομένα για τις επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται να ανταποκριθούν σε ένα ιδιαίτερα σύνθετο οικονομικό περιβάλλον.

Ο καφές διατηρεί τη θέση του στις καθημερινές συνήθειες των Ελλήνων, με την οικονομική πίεση να επηρεάζει κυρίως τις επιλογές αγοράς και κατανάλωσης. Ο πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Καφέ (ΕΕΚ), Αναστάσιος Γιάγκογλου, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, επισημαίνει ότι η αύξηση του κόστους διαβίωσης οδηγεί αρκετούς καταναλωτές στον περιορισμό των επισκέψεων σε καφετέριες, ενισχύοντας παράλληλα την παρασκευή καφέ στο σπίτι.

Στο πλαίσιο αυτό, καταγράφεται μεγαλύτερο ενδιαφέρον για μηχανές espresso, κάψουλες και εναλλακτικές μεθόδους παρασκευής που συνδυάζουν πρακτικότητα και ποιότητα. Ο καταναλωτής αναζητά πλέον τη δυνατότητα να απολαμβάνει στον προσωπικό του χώρο προϊόντα με χαρακτηριστικά αντίστοιχα εκείνων που προσφέρονται στα καταστήματα εστίασης.

Η συγκεκριμένη εξέλιξη αποτυπώνει τη σταδιακή αναδιάρθρωση της αγοράς. Δίπλα στον παραδοσιακό ελληνικό καφέ αναπτύσσεται ένα ευρύ φάσμα επιλογών, με διαφορετικούς τύπους προϊόντων, εξοπλισμού και τρόπων κατανάλωσης.

Σημαντικό βάρος για τον κλάδο εξακολουθεί να αποτελεί το συνολικό λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων. Οι αυξήσεις στην ενέργεια, στα ενοίκια, στις αμοιβές προσωπικού και στις διεθνείς τιμές του καφέ περιορίζουν τα περιθώρια οικονομικής ευελιξίας, ενώ πρόσθετη επιβάρυνση δημιουργεί ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (ΕΦΚ), που εφαρμόζεται από το 2017.

Η Ελληνική Ένωση Καφέ επαναφέρει το αίτημα κατάργησης ή περιορισμού του συγκεκριμένου φόρου, υποστηρίζοντας ότι η διατήρησή του επιβαρύνει την τελική τιμή, τροφοδοτεί τις πληθωριστικές πιέσεις και δημιουργεί προϋποθέσεις ανάπτυξης της παράνομης διακίνησης και του λαθρεμπορίου.

Ο κ. Γιάγκογλου θεωρεί αναγκαία μια φορολογική παρέμβαση που θα ελαφρύνει τόσο τα νοικοκυριά όσο και τις επιχειρήσεις. Επικαλείται, μάλιστα, το παράδειγμα της Δανίας και τις πρόσφατες αποφάσεις της για την κατάργηση επιβαρύνσεων στον καφέ και στη σοκολάτα, καλώντας την ελληνική πολιτεία να εξετάσει αντίστοιχες πρωτοβουλίες.

Παράλληλα, θέτει ζήτημα σταθερότητας και υγιούς ανταγωνισμού, εκφράζοντας την ανησυχία του για παρεμβατικά μέτρα που ενδέχεται να προκαλέσουν στρεβλώσεις στην αγορά, ιδιαίτερα εφόσον αποκτήσουν μόνιμα χαρακτηριστικά.

Για τις εταιρείες του κλάδου, η επόμενη περίοδος απαιτεί επενδύσεις, τεχνολογική προσαρμογή, καινοτομία και διατήρηση υψηλών ποιοτικών προδιαγραφών. Η εξασφάλιση ανταγωνιστικών προϊόντων, σε συνδυασμό με τη βιώσιμη λειτουργία των επιχειρήσεων, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις.

Ακρίβεια και νέες καταναλωτικές συνήθειες – Τι δείχνουν τα στοιχεία της NielsenIQ

Η εικόνα της ελληνικής κατανάλωσης αποτυπώνεται στα ευρήματα της NielsenIQ, τα οποία παρουσιάστηκαν στο 1ο Πανελλαδικό Συμπόσιο Καφέ. Η έρευνα καταγράφει αυξανόμενη προσοχή στη διαχείριση των οικογενειακών προϋπολογισμών, με τις καθημερινές μικρές απολαύσεις να διατηρούν, ωστόσο, τη σημασία τους.

Σχεδόν δύο στους τρεις ερωτηθέντες δηλώνουν πρόθεση να περιορίσουν τις εξόδους για φαγητό, ενώ το 45,7% σχεδιάζει να μειώσει τη συχνότητα επισκέψεων σε καφέ και καφετέριες. Πρόκειται για ενδεικτικό στοιχείο της επίδρασης που ασκεί το αυξημένο κόστος ζωής στην καθημερινή κοινωνική δραστηριότητα.

Παρά τη συγκράτηση των δαπανών, η παρουσία του καφέ στους χώρους εστίασης παραμένει ιδιαίτερα ισχυρή. Στην ελληνική έρευνα της NielsenIQ, ο ζεστός και ο κρύος καφές συγκεντρώνουν ποσοστό 57,9% μεταξύ των ροφημάτων που καταναλώνονται εκτός σπιτιού, με επίδοση κοντά στην αντίστοιχη της μπύρας.

Η επισκεψιμότητα στα εστιατόρια και στα καταστήματα γρήγορης εστίασης διαμορφώνεται στο 78,2%, ενώ για τις καφετέριες και τις οργανωμένες αλυσίδες καφέ φτάνει το 74,2%.

Επιπλέον, το 43% των καταναλωτών αναφέρει ότι επισκέπτεται χώρους καφέ μία έως δύο φορές εβδομαδιαίως. Σχεδόν εννέα στους δέκα δηλώνουν ότι πηγαίνουν σε καφετέρια, όπου ο καφές διατηρεί την κυρίαρχη θέση μεταξύ των επιλογών, συγκεντρώνοντας ποσοστό 74%.

Ανάλογη δυναμική καταγράφεται και στα σούπερ μάρκετ. Περίπου έξι στους δέκα αγοραστές συμπεριέλαβαν συσκευασμένο καφέ ή τσάι στην τελευταία επίσκεψή τους, ενώ για το 22,6% η συγκεκριμένη κατηγορία αποτελεί παράγοντα που μπορεί να οδηγήσει στην πραγματοποίηση αγορών.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι οικονομικές επιδόσεις του προϊόντος στο οργανωμένο λιανεμπόριο. Η αξία της κατηγορίας του καφέ εμφανίζει αύξηση 10,1%, έναντι 5,5% που καταγράφεται συνολικά στις κατηγορίες ταχυκίνητων καταναλωτικών αγαθών (FMCG) τις οποίες παρακολουθεί η NielsenIQ.

Ο καφές καταλαμβάνει την τρίτη θέση από πλευράς τζίρου μεταξύ 171 κατηγοριών FMCG, ακολουθώντας το τυρί και το γάλα. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι δύο προϊόντα καφέ βρίσκονται στην κορυφή της κατάταξης των περίπου 100.000 διαφορετικών κωδικών που διακινούνται μέσω του οργανωμένου λιανεμπορίου.

Πωλήσεις άνω των 500 εκατ. ευρώ – Η άνοδος του espresso και των οικιακών μηχανών

Η οικονομική αξία της αγοράς καφέ στα οργανωμένα καταστήματα λιανικής και στα convenience stores συνέχισε να αυξάνεται κατά τη διάρκεια του 2025, φτάνοντας τα 501,4 εκατ. ευρώ, με ετήσια άνοδο 13,7%.

Η θετική πορεία διατηρήθηκε και το 2026. Κατά το πρώτο επτάμηνο, ο τζίρος ανήλθε σε 304,7 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση 8,9% συγκριτικά με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους. Για την περίοδο 2018-2025, ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης της κατηγορίας υπολογίζεται σε 6,5%.

Στη συγκεκριμένη μεταβολή συμβάλλουν τόσο η ενίσχυση των αγοραζόμενων ποσοτήτων, η οποία έγινε περισσότερο αισθητή μετά την πανδημία, όσο και οι ανατιμήσεις που συνδέονται με το κόστος πρώτων υλών και τη φορολογική επιβάρυνση.

Οι αλλαγές είναι εξίσου εμφανείς στην κατανομή των πωλήσεων ανά είδος καφέ. Ο παραδοσιακός ελληνικός εξακολουθεί να διατηρεί την πρώτη θέση σε όγκο, παρουσιάζοντας όμως σταδιακή απώλεια μεριδίου. Από το 51,3% που κατείχε το 2019, περιορίστηκε στο 44,4% κατά το επτάμηνο έως τον Ιούλιο του 2026.

Αντίθετα, ο στιγμιαίος καφές παρουσιάζει ανάκαμψη τα τελευταία χρόνια, κατακτώντας μερίδιο 27,1%. Σταθερή επέκταση εμφανίζουν και τα προϊόντα espresso, με τους κόκκους να αντιπροσωπεύουν το 1,3% των όγκων, τον αλεσμένο espresso το 6,1% και τις κάψουλες το 7,6%.

Η αυξανόμενη προτίμηση προς αυτές τις επιλογές συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη της οικιακής παρασκευής καφέ. Ιδιαίτερα οι κάψουλες, παρότι έχουν υψηλότερη μέση τιμή από αρκετές παραδοσιακές μορφές, προσελκύουν καταναλωτές που αναζητούν γρήγορη προετοιμασία, ευκολία χρήσης και σταθερή ποιότητα στο τελικό ρόφημα.

Τη μεταβολή αυτή επιβεβαιώνουν και οι πωλήσεις συσκευών παρασκευής ζεστών ροφημάτων. Το 2025 διακινήθηκαν στην ελληνική αγορά 403.000 μηχανές, αριθμός αυξημένος κατά 17,5% σε σύγκριση με το 2023, ενώ η μέση τιμή πώλησης διαμορφώθηκε στα 83 ευρώ.

Κατά το επτάμηνο έως τον Ιούλιο του 2026, οι μηχανές espresso με κάψουλες συγκέντρωσαν το 43,2% των πωλήσεων σε τεμάχια. Παράλληλα, ανοδική κινητικότητα εμφανίζουν οι πλήρως αυτόματες συσκευές και οι μηχανές που λειτουργούν με αλεσμένο καφέ.

Η οικιακή κατανάλωση αποκτά έτσι περισσότερες διαστάσεις, καθώς οι αγοραστές στρέφονται σε λύσεις που καλύπτουν διαφορετικές ανάγκες, από την ταχύτητα της καθημερινής προετοιμασίας έως την αναζήτηση μιας περισσότερο ποιοτικής και εξατομικευμένης εμπειρίας.

Ξεχωριστή παρουσία αποκτά και η κατηγορία των έτοιμων προς κατανάλωση καφέδων (ready-to-drink), η οποία απευθύνεται κυρίως σε όσους επιλέγουν προϊόντα άμεσης κατανάλωσης κατά τις μετακινήσεις τους.

Το 2025, οι πωλήσεις των συγκεκριμένων προϊόντων έφτασαν σε αξία τα 16,8 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας ετήσια άνοδο 6,3%, με τα καταστήματα convenience να αποτελούν το βασικό κανάλι διάθεσης.

Ωστόσο, κατά τους πρώτους επτά μήνες του 2026 καταγράφεται σημαντική επιβράδυνση. Η αξία των πωλήσεων ενισχύθηκε μόλις κατά 0,6%, καθώς η αύξηση της μέσης τιμής κατά 2,4% συνοδεύτηκε από μείωση του πωλούμενου όγκου κατά 1,8%.

Συνολικά, τα στοιχεία αναδεικνύουν μια αγορά που συνεχίζει να αναπτύσσεται σε αξία, την ώρα που η ακρίβεια επηρεάζει τις αγοραστικές αποφάσεις. Η μεταφορά μέρους της κατανάλωσης στο σπίτι, η άνοδος του espresso και η διεύρυνση των διαθέσιμων προϊόντων διαμορφώνουν το νέο τοπίο στον ελληνικό κλάδο καφέ.