Σήμερα Γιορτάζουν:

ΒΕΡΙΝΑ

ΙΕΡΟΘΕΟΣ

ΚΑΛΛΙΣΘΕΝΗΣ

4 Οκτωβρίου 2026

Η ακρίβεια έγινε φοροεισπρακτικός μηχανισμός – Εκτίναξη 68% στα έσοδα του ΦΠΑ

Σημαντική αύξηση των φορολογικών εσόδων καταγράφουν τα δημόσια ταμεία την τελευταία πενταετία, την ώρα που η ακρίβεια εξακολουθεί να περιορίζει την αγοραστική δύναμη των ελληνικών νοικοκυριών. Τα επίσημα δημοσιονομικά στοιχεία αποτυπώνουν μια ιδιαίτερα επιβαρυντική πραγματικότητα: ο ΦΠΑ και οι Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης αναμένεται να αποφέρουν το 2026 περίπου 12,7 δισ. ευρώ περισσότερα σε ετήσια βάση σε σύγκριση με το 2021.

Πρόκειται για μια εξέλιξη που αναδεικνύει τις συνέπειες της φορολογικής πολιτικής της κυβέρνησης Μητσοτάκη και τη διατήρηση υψηλών συντελεστών στην κατανάλωση. Οι ανατιμήσεις, που έχουν επηρεάσει σχεδόν κάθε κατηγορία προϊόντων και υπηρεσιών, ενισχύουν παράλληλα τα κρατικά έσοδα, καθώς ο ΦΠΑ υπολογίζεται επί της εκάστοτε τιμής πώλησης.

Η σύγκριση των στοιχείων της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων με τις προβλέψεις του κρατικού προϋπολογισμού είναι αποκαλυπτική. Το 2021, πριν από τη μεγάλη πληθωριστική έξαρση, οι εισπράξεις από τον ΦΠΑ είχαν διαμορφωθεί στα 17,431 δισ. ευρώ και από τους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης στα 6,659 δισ. ευρώ. Το συνολικό ποσό ανερχόταν σε 24,09 δισ. ευρώ.

Για το 2026, οι αντίστοιχοι στόχοι έχουν ανέλθει στα 29,307 δισ. ευρώ για τον ΦΠΑ και στα 7,456 δισ. ευρώ για τους ΕΦΚ, διαμορφώνοντας ένα συνολικό προβλεπόμενο έσοδο 36,763 δισ. ευρώ.

Η αύξηση προσεγγίζει το 52,6% μέσα σε πέντε χρόνια, με το μεγαλύτερο μέρος της να προέρχεται από τη φορολόγηση των συναλλαγών. Πρόκειται για σύγκριση πραγματοποιημένων εσόδων του 2021 με τις προβλέψεις του 2026, η οποία αναδεικνύει το μέγεθος της δημοσιονομικής εξάρτησης από την κατανάλωση.

ΦΠΑ: Η ακρίβεια ενισχύει τα κρατικά έσοδα

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η πορεία του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας. Από τα 17,431 δισ. ευρώ του 2021, οι εισπράξεις αυξήθηκαν στα 21,4 δισ. το 2022 και στα 23,4 δισ. ευρώ το 2023. Το 2024 ξεπέρασαν τα 26 δισ. ευρώ, ενώ το 2025 προσέγγισαν τα 27,8 δισ. ευρώ.

Ο προϋπολογισμός του 2026 ανεβάζει ακόμη περισσότερο τον πήχη, στα 29,3 δισ. ευρώ. Η διαφορά από το 2021 αντιστοιχεί σε περίπου 11,88 δισ. ευρώ ή αύξηση σχεδόν 68%.

Ο τρόπος υπολογισμού του ΦΠΑ εξηγεί γιατί η άνοδος των τιμών μπορεί να μετατραπεί σε σημαντικό δημοσιονομικό όφελος. Όταν ένα προϊόν με καθαρή αξία 100 ευρώ επιβαρύνεται με συντελεστή 24%, ο αναλογών φόρος είναι 24 ευρώ. Εάν η καθαρή αξία αυξηθεί στα 120 ευρώ, η φορολογική επιβάρυνση φτάνει αυτομάτως στα 28,80 ευρώ.

Συνεπώς, ακόμη και χωρίς μεταβολή του συντελεστή, το Δημόσιο εισπράττει περισσότερα χρήματα από την ίδια κατηγορία συναλλαγής. Η συγκεκριμένη λειτουργία του φορολογικού συστήματος αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε περιόδους παρατεταμένου πληθωρισμού.

Η κυβέρνηση επικαλείται την οικονομική μεγέθυνση, την τουριστική δραστηριότητα, την αύξηση της απασχόλησης, την επέκταση των ηλεκτρονικών πληρωμών και την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής ως παράγοντες ενίσχυσης των εισπράξεων. Ωστόσο, η επίδραση των ανατιμήσεων αποτελεί επίσης ουσιαστική παράμετρο της ανόδου των ονομαστικών εσόδων.

Το πολιτικό ζήτημα εντοπίζεται στη διατήρηση της υψηλής έμμεσης φορολογίας, παρά τη συνεχιζόμενη πίεση στα οικογενειακά εισοδήματα. Για τους χαμηλόμισθους, τους συνταξιούχους και τα οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά, η επιβάρυνση είναι εντονότερη, καθώς μεγάλο μέρος των διαθέσιμων χρημάτων τους κατευθύνεται αναγκαστικά στην αγορά βασικών αγαθών.

Καύσιμα και ειδικοί φόροι: Δισεκατομμύρια από την καθημερινή κατανάλωση

Εξίσου σημαντική είναι η συμβολή των Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης, ιδιαίτερα στα ενεργειακά προϊόντα. Το 2021 τα συνολικά έσοδα από ΕΦΚ ανήλθαν σε 6,659 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 3,940 δισ. προέρχονταν από την ενέργεια.

Ειδικότερα, η φορολογία της βενζίνης απέφερε 1,905 δισ. ευρώ, το πετρέλαιο κίνησης 1,370 δισ. ευρώ και το πετρέλαιο θέρμανσης περίπου 345,8 εκατ. ευρώ. Επιπλέον, εισπράχθηκαν 87,2 εκατ. από το υγραέριο, 155 εκατ. από την ηλεκτρική ενέργεια και 38,5 εκατ. ευρώ από το φυσικό αέριο.

Η συνδυασμένη απόδοση των ΕΦΚ σε βενζίνη και diesel κίνησης αυξήθηκε από περίπου 3,27 δισ. ευρώ το 2021 σε 3,46 δισ. το 2022, 3,53 δισ. το 2023 και 3,64 δισ. ευρώ το 2024. Το 2025 διαμορφώθηκε στα 3,75 δισ. ευρώ, ενώ η πρόβλεψη για το 2026 ανέρχεται στα 3,61 δισ. ευρώ.

Στα ποσά αυτά προστίθεται η επιβάρυνση του ΦΠΑ επί των καυσίμων. Μόνο από τον συγκεκριμένο φόρο στα πετρελαιοειδή, οι εισπράξεις αυξήθηκαν από 1,749 δισ. ευρώ το 2021 σε 2,560 δισ. ευρώ το 2022, όταν η ενεργειακή κρίση προκάλεσε ιδιαίτερα μεγάλες ανατιμήσεις.

Ακολούθησαν έσοδα 2,271 δισ. ευρώ το 2023, 2,226 δισ. το 2024 και 2,046 δισ. ευρώ το 2025. Για το 2026 προβλέπονται επιπλέον 2,124 δισ. ευρώ.

Το συνολικό ποσό ΦΠΑ που εισέπραξε το Δημόσιο από τα πετρελαιοειδή την περίοδο 2021-2025 προσεγγίζει τα 10,85 δισ. ευρώ. Με την προσθήκη της πρόβλεψης για το 2026, το αντίστοιχο άθροισμα της εξαετίας ανέρχεται σε περίπου 12,98 δισ. ευρώ, πέραν των εσόδων από τους ειδικούς φόρους που επιβάλλονται στα ενεργειακά προϊόντα.

Σταθερή εισπρακτική πηγή παραμένουν και τα καπνικά προϊόντα. Ο σχετικός ΕΦΚ απέφερε 2,125 δισ. ευρώ το 2021, ενώ το 2025 έφτασε περίπου τα 2,36 δισ. ευρώ. Για το 2026 ο στόχος διαμορφώνεται στα 2,38 δισ. ευρώ, με πρόσθετες προβλεπόμενες εισπράξεις 599 εκατ. ευρώ από τον ΦΠΑ των καπνικών.

Ανάλογη είναι η δημοσιονομική σημασία της φορολογίας σε άλλα καταναλωτικά προϊόντα. Το 2026 προβλέπονται περίπου 359 εκατ. ευρώ από ΕΦΚ αιθυλικής αλκοόλης και αλκοολούχων προϊόντων, 202 εκατ. ευρώ από την μπίρα, 151 εκατ. ευρώ από τον φόρο στον καφέ και 12 εκατ. ευρώ από τα προϊόντα ηλεκτρονικού τσιγάρου.

Τα δεδομένα αυτά θέτουν στο επίκεντρο την κυβερνητική επιλογή για τη διατήρηση της έμμεσης φορολογίας στα σημερινά επίπεδα. Η δημοσιονομική πολιτική που εφαρμόστηκε επί πρωθυπουργίας Κυριάκου Μητσοτάκη, με τον Κωστή Χατζηδάκη να έχει διατελέσει υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, εξακολουθεί να στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό στα έσοδα από τις αγορές των πολιτών.

Η διαφορά των 12,7 δισ. ευρώ μεταξύ 2021 και προϋπολογισμού 2026 καταδεικνύει την έκταση αυτής της εξάρτησης. Μέρος της αύξησης συνδέεται με την ανάπτυξη και την αποτελεσματικότερη είσπραξη των φόρων, όμως η άνοδος των τιμών έχει διευρύνει παράλληλα τη βάση υπολογισμού του ΦΠΑ.

Η κυβέρνηση καλείται πλέον να αντιμετωπίσει και αυτή τη διάσταση της ακρίβειας: τη φορολογική επιβάρυνση που ενσωματώνεται στις τελικές τιμές και περιορίζει περαιτέρω την πραγματική αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Η συζήτηση για ουσιαστικές παρεμβάσεις στον ΦΠΑ και στους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς τα υψηλά έσοδα του προϋπολογισμού συνυπάρχουν με τη συνεχιζόμενη οικονομική πίεση που αντιμετωπίζει μεγάλο μέρος της κοινωνίας.