Με αφορμή την επιδείνωση των καιρικών συνθηκών, η κυβέρνηση ενεργοποίησε για ακόμη μία φορά έναν μηχανισμό επικοινωνιακής διαχείρισης που έχει πλέον παγιωθεί. Ένα σκηνικό έντασης και διαρκούς επιφυλακής, το οποίο δεν αντλεί τη δυναμική του από την ακριβή αποτύπωση των μετεωρολογικών δεδομένων, αλλά από την υπερπροβολή τους. Η εξέλιξη των φαινομένων παρουσιάστηκε ως κεντρικό πολιτικό γεγονός, με όρους επικοινωνιακής κινητοποίησης και συμβολισμών.
Στο πλαίσιο αυτό, ο μετεωρολόγος και βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Γιάννης Καλλιάνος βρέθηκε στο Μέγαρο Μαξίμου και φωτογραφήθηκε με τον πρωθυπουργό. Η επίσημη ενημέρωση ανέφερε ότι παρείχε αναλυτική πληροφόρηση για την πορεία των φαινομένων και τις περιοχές όπου αναμένονταν οι μεγαλύτερες εντάσεις, ώστε να διασφαλιστεί η καλύτερη δυνατή προετοιμασία του κρατικού μηχανισμού. Η εικόνα αυτή, με τον πρωθυπουργό να εμφανίζεται ως κεντρικός αποδέκτης της επιστημονικής πρόγνωσης, λειτούργησε ως επικοινωνιακό μήνυμα ισχυρού ελέγχου και άμεσης εμπλοκής.
Η επιλογή της συγκεκριμένης σκηνοθεσίας δεν αποτέλεσε μεμονωμένο περιστατικό. Εντάσσεται σε ένα διαρκές μοτίβο διαχείρισης της δημόσιας σφαίρας μέσω της καλλιέργειας φόβου και αίσθησης επείγοντος. Τα τελευταία χρόνια, ο φόβος έχει μετατραπεί σε βασικό εργαλείο άσκησης πολιτικής, με την κρατική εξουσία να παρεμβαίνει συστηματικά στη συλλογική ψυχολογία. Σύμφωνα με έρευνα της Ελληνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας, το 73% των πολιτών θεωρεί ότι οι μετεωρολογικές προβλέψεις παρουσιάζονται με υπερβολικά δραματοποιημένο τρόπο, προκαλώντας άγχος και σύγχυση αντί για ψύχραιμη ενημέρωση.
Η διαχείριση του φόβου στη δημόσια ζωή δεν εμφανίστηκε για πρώτη φορά με τα ακραία καιρικά φαινόμενα. Κατά την περίοδο της πανδημίας, η έννοια της «ατομικής ευθύνης» κυριάρχησε απόλυτα στον δημόσιο λόγο. Τα παρατεταμένα lockdowns, οι συνεχείς απαγορεύσεις, οι μεταβαλλόμενες οδηγίες και η διαρκής απειλή κυρώσεων διαμόρφωσαν ένα περιβάλλον έντονης ψυχολογικής πίεσης. Οι οικονομικές συνέπειες υπήρξαν βαριές, με ευρείες κοινωνικές ομάδες να πλήττονται, ενώ τα ψυχολογικά αποτυπώματα αυτής της περιόδου παραμένουν αισθητά μέχρι σήμερα.
Το βασικό μήνυμα εκείνης της περιόδου υπήρξε σαφές και επαναλαμβανόμενο. Η αμφισβήτηση και η κριτική αντιμετωπίστηκαν ως παράγοντες αποσταθεροποίησης. Η συμμόρφωση αναδείχθηκε σε ύψιστη αρετή. Το ίδιο σχήμα εφαρμόστηκε και στη διαχείριση των μεγάλων πυρκαγιών που έπληξαν τη χώρα. Το δόγμα των μαζικών εκκενώσεων κυριάρχησε, με τους πολίτες να καλούνται να εγκαταλείψουν τις περιουσίες τους υπό καθεστώς συναγερμού. Η κρατική αδυναμία πρόληψης και αντιμετώπισης των καταστροφών καλύφθηκε από σειρήνες, μηνύματα κινδύνου και διαρκή επίκληση της ατομικής ευθύνης.
Στη σημερινή συγκυρία, η ίδια λογική επανεμφανίζεται εμπλουτισμένη με νέες πολιτικές στοχεύσεις. Η προσχηματική τηλεργασία, οι συστάσεις περιορισμού μετακινήσεων, το κλείσιμο σχολείων και δημόσιων υπηρεσιών λειτουργούν ως μηχανισμοί κοινωνικής αδρανοποίησης. Παράλληλα, εκπέμπεται ένα μήνυμα ειδικής μέριμνας προς συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, μεταξύ των οποίων και οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι οποίοι εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό εκλογικό ακροατήριο για το κυβερνών κόμμα.
Η καλλιέργεια του φόβου δεν μπορεί να αποδοθεί σε επικοινωνιακές αστοχίες ή συγκυριακές υπερβολές. Πρόκειται για συνειδητή επιλογή πολιτικού σχεδιασμού, η οποία αποκτά αυξημένη σημασία όσο πλησιάζουν εκλογικές αναμετρήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με αποκαλύψεις της ισραηλινής εφημερίδας «Haaretz», κατά τις εκλογές του 2023 μελετήθηκαν συστηματικά τα ψυχολογικά προφίλ των Ελλήνων ψηφοφόρων από εξειδικευμένη επαγγελματική ομάδα που εργάστηκε για λογαριασμό της Νέας Δημοκρατίας.
Ο φόβος, η ανασφάλεια και η κοινωνική κόπωση αντιμετωπίζονται ως μεταβλητές πολιτικού σχεδιασμού. Στο πλαίσιο αυτό, η διαρκής αναπαραγωγή του «μείνετε σπίτι» αποκτά ευρύτερη διάσταση, επεκτεινόμενη και στο πεδίο της πολιτικής συμμετοχής. Σε μια περίοδο αυξανόμενης κοινωνικής δυσαρέσκειας, η αποχή αναδεικνύεται σε σιωπηρή παράμετρο εκλογικής στρατηγικής.
Παράλληλα με αυτή την πολιτική του φόβου, αναπτύσσεται ένα δεύτερο, εξίσου έντονο αφήγημα. Ένα αφήγημα καθολικής επιτυχίας και αυτάρκειας, το οποίο διακινείται με ένταση στον δημόσιο λόγο και κυρίως στον ψηφιακό χώρο. Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβερνητική περίοδος παρουσιάζεται ως εποχή συνολικής ανάταξης της χώρας, με διακηρύξεις για δραστική μείωση της εγκληματικότητας, της ακρίβειας και του πληθωρισμού, για γενικευμένη ευημερία και βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
Η ίδια εικόνα επεκτείνεται σε όλους τους τομείς δημόσιας πολιτικής. Προβάλλεται η πλήρης επιτυχία στη διαχείριση της πανδημίας, η αποκατάσταση της τάξης στα πανεπιστήμια, η αντιμετώπιση της οπαδικής βίας, η παύση κοινωνικών κινητοποιήσεων, η αύξηση μισθών και συντάξεων, η επιστροφή παροχών και η εκτόξευση της ανάπτυξης. Το αφήγημα περιλαμβάνει αναφορές σε φθηνή ενέργεια, προσιτά τρόφιμα, μειωμένους φόρους και εκτεταμένες κοινωνικές παροχές.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται ισχυρισμοί για εξάλειψη της γραφειοκρατίας μέσω της ψηφιακής διακυβέρνησης, για τραπεζικό σύστημα φιλικό προς τους πολίτες, για μείωση ενοικίων και τιμών ακινήτων, για έργα υποδομών που θωράκισαν τις πόλεις απέναντι σε φυσικές καταστροφές. Η εικόνα συμπληρώνεται με αναφορές σε εκσυγχρονισμένα μέσα μαζικής μεταφοράς, αυξημένη ασφάλεια στις μεταφορές και μεγάλα έργα που βρίσκονται σε εξέλιξη.
Σε διεθνές επίπεδο, το αφήγημα προβάλλει μια Ελλάδα με αυξημένο γεωπολιτικό βάρος, με ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, με αναβαθμισμένο ρόλο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και με διεθνή αναγνώριση. Παρουσιάζεται μια χώρα που χαίρει σεβασμού, που ασκεί επιρροή και που αποτελεί σημείο αναφοράς σε κρίσιμους τομείς πολιτικής και ασφάλειας.
Το ίδιο αφήγημα επεκτείνεται και στο εσωτερικό πεδίο, με αναφορές σε πλήρη διαφάνεια, σε ανεξάρτητη δικαιοσύνη, σε μέσα ενημέρωσης που λειτουργούν ελεύθερα και δημοκρατικά, σε κοινωνία απαλλαγμένη από διαφθορά και ανομία. Η εικόνα αυτή συνοδεύεται από διακηρύξεις για εξάρθρωση δικτύων κατασκοπείας και τρομοκρατίας, για πλήρη έλεγχο της παραβατικότητας και για απόλυτη τάξη σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής.
Η συνύπαρξη των δύο αυτών αφηγημάτων, του φόβου και της καθολικής επιτυχίας, διαμορφώνει ένα περιβάλλον έντονης επικοινωνιακής πίεσης. Από τη μία πλευρά, η κοινωνία καλείται να βρίσκεται σε διαρκή επιφυλακή απέναντι σε απειλές. Από την άλλη, της παρουσιάζεται μια εικόνα πλήρους ελέγχου και συνολικής επιτυχίας. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο γραμμές, ο δημόσιος διάλογος περιορίζεται, η κριτική απαξιώνεται και η πολιτική συμμετοχή αποδυναμώνεται.
Η καλλιέργεια του φόβου στις μάζες δεν είναι επικοινωνιακή αστοχία αλλά συνειδητή επιλογή που, όσο πλησιάζουν οι εκλογές, γίνεται ακόμη πιο χρήσιμη. Δεν είναι τυχαίο ότι πρόσφατα η ισραηλινή εφημερίδα «Haaretz» αποκάλυψε πως στις εκλογές του 2023 μελετήθηκαν για λογαριασμό της Ν.Δ., από ειδική επαγγελματική ομάδα συμβούλων, συστηματικά τα ψυχολογικά προφίλ των Ελλήνων ψηφοφόρων…
Ο φόβος, η ανασφάλεια και η κόπωση αποτελούν παραμέτρους πολιτικού σχεδιασμού. Στο πλαίσιο αυτό ο κ. Μητσοτάκης επενδύει και στη διεύρυνση του «μείνετε σπίτι» εν όψει της κάλπης. Με την κοινωνική δυσαρέσκεια να φουντώνει, η ύστατη ελπίδα του είναι οι θυμωμένοι πολίτες να μην πάνε να ψηφίσουν και να προτιμήσουν -ως έκφραση της δυσφορίας τους- όχι την αρνητική ψήφο αλλά την αποχή, μπας και κρατήσει έτσι η Ν.Δ. κάποια αξιοπρεπή ποσοστά…
Πιο Δημοφιλή
Μπροστά στον Ήλιο: Η εικόνα που δείχνει πόσο μικρός είναι ο κόσμος μας
«Follow the Silenced»: COVID-19 και ένας πολιτισμός ψεύδους
Πιο Πρόσφατα
Οι θεωρίες φυσικής για το πολυσύμπαν είναι πιο παράξενες από τη μυθοπλασία