Η δημόσια τοποθέτηση υπέρ των αγέννητων που «ταρακούνησε» τον προοδευτικό χώρο
Οι δημόσιες τοποθετήσεις της Μαρίας Καρυστιανού υπέρ της αναγνώρισης δικαιωμάτων για τα αγέννητα παιδιά και υπέρ της εισαγωγής του ζητήματος των αμβλώσεων σε δημόσια διαβούλευση προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις στο συμπαγές μέτωπο του αυτοαποκαλούμενου «προοδευτικού» χώρου. Οι αντιδράσεις αυτές εκδηλώθηκαν με τρόπο που παρέπεμπε περισσότερο σε πανικό παρά σε πολιτική ή ιδεολογική διαφωνία.
Κυβέρνηση και αντιπολίτευση, σε μια σπάνια επίδειξη απόλυτης σύμπλευσης, επιβεβαίωσαν ότι συγκροτούν έναν ενιαίο μηχανισμό με κοινές σταθερές, παρά τις επιφανειακές διαφοροποιήσεις. Στον πυρήνα τους υιοθετούν πλήρως τις επιταγές μιας ατζέντας που αντιμετωπίζει την ανθρώπινη ζωή ως μεταβλητή προς διαχείριση, ακόμη και όταν αυτή βρίσκεται στο στάδιο της κύησης.
Η ένταση των αντιδράσεων ανέδειξε για ακόμη μία φορά την ιδιότυπη αντίληψη περί δημοκρατίας που κυριαρχεί σε αυτόν τον χώρο. Η ίδια η πρόταση για δημόσιο διάλογο αντιμετωπίστηκε ως απειλή. Ουδέποτε τέθηκε ζήτημα απαγόρευσης των αμβλώσεων. Διατυπώθηκε μόνο η ανάγκη συζήτησης των ηθικών, κοινωνικών και ανθρωπολογικών διαστάσεων του θέματος. Ακόμη και αυτή η στοιχειώδης πρόταση κρίθηκε μη ανεκτή.
Η τοποθέτηση της Μαρίας Καρυστιανού, διατυπωμένη με προσεκτικό και μετρημένο τρόπο, αποδείχθηκε αρκετή για να διαταράξει ένα καθεστώς παγιωμένων βεβαιοτήτων. Η ταχύτητα και η σφοδρότητα της αντίδρασης κατέδειξαν την ευθραυστότητα των θεμελίων πάνω στα οποία έχει οικοδομηθεί η κυρίαρχη αντίληψη περί αμβλώσεων ως αδιαπραγμάτευτου δικαιώματος, μη επιδεχόμενου καν ηθικής εξέτασης.
Ο δημόσιος λόγος που ακολούθησε κινήθηκε γύρω από έννοιες όπως η «αυτοδιάθεση» και τα «κεκτημένα δικαιώματα», χωρίς καμία διάθεση αυτοκριτικής ή ιστορικής ενδοσκόπησης. Παρουσιάστηκε η ιδέα ότι οι κοινωνίες εξελίσσονται μόνο μέσω γραμμικών κατακτήσεων, χωρίς λάθη, αδιέξοδα ή ανάγκη αναθεώρησης επιλογών που αποδείχθηκαν κοινωνικά επιζήμιες.
Στην ελληνική δημόσια σφαίρα παρατηρείται ένα παράδοξο. Σχεδόν κάθε εφαρμοσμένη πολιτική μπορεί να αμφισβητηθεί, εκτός από την πολιτική των αμβλώσεων. Το ζήτημα αντιμετωπίζεται ως δόγμα αλάθητο, αποκομμένο από την ιστορική εμπειρία κοινωνικής παρακμής και ηθικού εκφυλισμού που έχουν βιώσει κράτη και κοινωνίες στο όνομα προοδευτικών αφηγημάτων.
Όταν το θέμα τίθεται, αναδύεται μια νοοτροπία που απορρίπτει κάθε έννοια συλλογικού αναστοχασμού. Οι ίδιοι κύκλοι που εκδηλώνουν έντονη ευαισθησία για θύματα πολέμων και συγκρούσεων, αντιδρούν με οργή στο ενδεχόμενο να σωθεί έστω και μία αγέννητη ζωή μέσω περιορισμού ή επανεξέτασης των υφιστάμενων πρακτικών.
Από κυβερνητικής πλευράς, η αντίδραση περιορίστηκε σε δηλώσεις που εξέφραζαν ενόχληση για το γεγονός ότι τέτοιες απόψεις διατυπώθηκαν και από επιστήμονα. Η ίδια κυβέρνηση, που δηλώνει ότι ανησυχεί για το δημογραφικό και διαθέτει υπουργείο Οικογένειας, υπερασπίζεται ταυτόχρονα ένα πλαίσιο που ακυρώνει τη δυνατότητα συγκρότησης οικογένειας πριν αυτή καν υπάρξει.
Οι επιθέσεις κατά της Καρυστιανού συνοδεύτηκαν από χαρακτηρισμούς περί «επικίνδυνων» και «ακραίων» απόψεων. Στην πραγματικότητα, η μόνη της πράξη ήταν η δημόσια πρόσκληση σε διάλογο. Η πολιτική επιθετικότητα εκδηλώθηκε αποκλειστικά από εκείνους που υπερασπίζονται ένα σύστημα στο οποίο η ανθρώπινη ζωή αναγνωρίζεται ως άξια προστασίας μόνο μετά τη γέννηση.
Η ένταση των αντιδράσεων εξηγείται και από το πρόσωπο που διατύπωσε τη θέση. Πρόκειται για γυναίκα, μητέρα που έχει χάσει παιδί, επιστήμονα με γνώση του αντικειμένου και πολίτη με ευρεία κοινωνική αποδοχή. Ο συνδυασμός αυτών των χαρακτηριστικών κατέστησε το μήνυμα κοινωνικά ισχυρό και πολιτικά δύσκολα διαχειρίσιμο.
Αντί να ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερη ηθική βαρύτητα του λόγου μιας μητέρας που έχει βιώσει την απώλεια, προτιμήθηκε η αποδόμηση του προσώπου και η στοχοποίησή του. Η απήχηση του μηνύματος υπέρ της ζωής λειτούργησε ως καταλύτης για την ένταση που ακολούθησε.
Το ζήτημα των αμβλώσεων αναδεικνύεται έτσι σε κεντρικό σημείο διάκρισης ανάμεσα σε μια κοινωνία που επιλέγει τη συλλογική ευθύνη και σε μια κοινωνία που οργανώνεται γύρω από την απόλυτη ατομική ευχέρεια. Η επίκληση της δικαιοσύνης και του ανθρωπισμού δεν μπορεί να λειτουργεί αποσπασματικά, ούτε να εφαρμόζεται επιλεκτικά.
Η δημόσια συζήτηση ανέδειξε επίσης τον τρόπο με τον οποίο τέτοια ζητήματα χρησιμοποιούνται ως εργαλεία αποπροσανατολισμού. Την ώρα που παραμένουν ανοιχτά κρίσιμα κοινωνικά και εθνικά θέματα, το επίκεντρο μετατοπίστηκε στη διατήρηση ενός πλαισίου που θεωρείται αδιαπραγμάτευτο. Η εξέλιξη αυτή φωτίζει τις προτεραιότητες και τα όρια αντοχής του κυρίαρχου πολιτικού και ιδεολογικού συστήματος.
Η συζήτηση που άνοιξε δεν αφορά μόνο τις αμβλώσεις. Αφορά το κατά πόσον μια κοινωνία επιτρέπει τον διάλογο για τα θεμελιώδη ζητήματα ζωής και ευθύνης ή επιλέγει τη φίμωση κάθε φωνής που αμφισβητεί παγιωμένες βεβαιότητες. Το πώς θα απαντηθεί αυτό το ερώτημα θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό το αξιακό και πολιτικό της μέλλον.
Πιο Δημοφιλή
Όταν οι γιατροί αντικαθίστανται από ένα πρωτόκολλο
«Follow the Silenced»: COVID-19 και ένας πολιτισμός ψεύδους
Πιο Πρόσφατα
Ο περιβαλλοντισμός ως ιδεολογία κατά του ανθρώπου