Η ΕΕ προωθεί μέτρα περιορισμού της ενέργειας με εξ αποστάσεως εργασία και απαγόρευση ΙΧ
Η ενεργειακή πολιτική της Ευρωπαϊκή Ένωση δέχεται πλέον ανοιχτή αμφισβήτηση από πολιτικούς και διεθνείς οργανισμούς, με κοινή εκτίμηση ότι οδηγεί σε αδιέξοδα για την οικονομία και την κοινωνία, ιδιαίτερα μετά την επιλογή απομάκρυνσης από τα ρωσικά ενεργειακά προϊόντα.
Οι ευρωπαϊκές οικονομίες εμφανίζονται αδύναμες να στηρίξουν ένα νέο κύμα επιδοτήσεων αντίστοιχο εκείνου της πανδημίας του Covid-19, που είχε φτάσει περίπου τα 1,2 τρισ. ευρώ, καθώς η δημοσιονομική τους θέση επιδεινώνεται και ο κίνδυνος υπερχρέωσης εντείνεται. Στο πλαίσιο αυτό, μέσα από τις κατευθύνσεις του Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προκρίνεται η μείωση της κατανάλωσης ως μέσο αντιμετώπισης της ανόδου των τιμών.
Η εξέλιξη αυτή μεταφράζεται σε σοβαρές επιπτώσεις για την παραγωγή, με βιομηχανίες να οδηγούνται σε κλείσιμο και τα νοικοκυριά να πιέζονται προς την ενεργειακή φτώχεια, ενώ οι συνέπειες εκτείνονται πέρα από το άμεσο χρονικό ορίζοντα.
Ο αντιπρόεδρος της ιταλικής κυβέρνησης Matteo Salvini ζήτησε επιστροφή στις εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο «ενεργειακού lockdown» στην Ευρώπη. Σε ομιλία του στο Μιλάνο στις 18 Απριλίου 2026, άσκησε έντονη κριτική στην ηγεσία των Βρυξελλών και στην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ursula von der Leyen, αναφέροντας ότι οι επιλογές περιορισμού της κατανάλωσης οδηγούν σε κλείσιμο εργοστασίων και οικονομική αδράνεια.
Παράλληλα, υποστήριξε την ανάγκη άρσης των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, επικαλούμενος απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών για αναστολή περιορισμών στο ρωσικό πετρέλαιο έως τις 16 Μαΐου, και σημείωσε ότι αντίστοιχες κινήσεις θα πρέπει να εξεταστούν και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Τόνισε επίσης ότι η Ευρώπη οφείλει να εξασφαλίζει ενέργεια από πολλαπλές πηγές, ζητώντας και την αναστολή του Συμφώνου Σταθερότητας.
Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθεί μέτρα περιορισμού της ενεργειακής κατανάλωσης, ενθαρρύνοντας την εξ αποστάσεως εργασία και την ενίσχυση των δημόσιων μεταφορών, με στόχο τη μείωση της χρήσης ορυκτών καυσίμων. Σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times στις 19 Απριλίου 2026, προετοιμάζεται δέσμη παρεμβάσεων που θα παρουσιαστεί στα κράτη-μέλη, με έμφαση στη μείωση της ζήτησης και την ενίσχυση της ενεργειακής αποδοτικότητας.
Οι προτάσεις περιλαμβάνουν υποχρεωτική τηλεργασία όπου είναι εφικτό, επιδοτήσεις στις δημόσιες συγκοινωνίες και μειώσεις ΦΠΑ για εξοπλισμό όπως αντλίες θερμότητας και ηλιακά πάνελ. Παράλληλα, σχεδιάζονται στόχοι για την ηλεκτροκίνηση, ενώ το πλαίσιο παραμένει σε μεγάλο βαθμό μη δεσμευτικό.
Σε νομοθετικό επίπεδο, προωθούνται παρεμβάσεις για τη μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας, με προσαρμογές στους κανόνες της αγοράς και αξιολόγηση των διαχειριστών δικτύου. Εξετάζεται επίσης αλλαγή στη φορολογία ώστε η ηλεκτρική ενέργεια να επιβαρύνεται λιγότερο από τα ορυκτά καύσιμα, ενώ προβλέπεται δυνατότητα μηδενικής φορολόγησης για ενεργοβόρες βιομηχανίες.
Παρά τις πρωτοβουλίες, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εκφράζουν αντίθεση σε γενικευμένες επιδοτήσεις, επισημαίνοντας ότι ενισχύουν τη σπατάλη πόρων και τροφοδοτούν τον πληθωρισμό. Ο επικεφαλής του ευρωπαϊκού τμήματος του ΔΝΤ, Alfred Kammer, υπογράμμισε ότι οι υψηλές τιμές λειτουργούν ως μηχανισμός περιορισμού της ζήτησης.
Κατά την προηγούμενη ενεργειακή κρίση, το δημοσιονομικό κόστος στην Ευρώπη ανήλθε περίπου στο 2,5% του ΑΕΠ, με τη μεγάλη πλειονότητα των μέτρων να μην είναι στοχευμένα. Αντίθετα, πιο περιορισμένες παρεμβάσεις προς ευάλωτα νοικοκυριά εκτιμάται ότι θα είχαν σημαντικά χαμηλότερο κόστος.
Η Ευρώπη παραμένει εξαρτημένη από εισαγωγές ενέργειας, κυρίως από τη Μέση Ανατολή, ενώ η γεωπολιτική ένταση και ο πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ – Ισραήλ και Ιράν επιβαρύνουν περαιτέρω την κατάσταση, οδηγώντας σε αυξήσεις τιμών και αστάθεια.
Ο επίτροπος Ενέργειας Dan Jørgensen κάλεσε τα κράτη-μέλη να αποφύγουν εκτεταμένες ενισχύσεις, προειδοποιώντας για μετατροπή της ενεργειακής κρίσης σε δημοσιονομική. Στο ίδιο πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εκτιμά ότι τα οριζόντια μέτρα διατηρούν υψηλή τη ζήτηση.
Η ευρωπαϊκή πολιτική κινείται μεταξύ περιορισμού της ενεργειακής προσφοράς και προσπάθειας άμβλυνσης των κοινωνικών επιπτώσεων μέσω παρεμβάσεων. ΔΝΤ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ΕΚΤ συγκλίνουν στην ανάγκη στοχευμένων μέτρων, ακόμη και με βραχυπρόθεσμο κόστος για τους πολίτες.
Πιο Δημοφιλή
Ισραηλινά κεφάλαια «σαρώνουν» τα ακίνητα στην Ελλάδα
Η διαμόρφωση του «καλού άντρα»