Σήμερα Γιορτάζουν:

ΦΙΛΟΘΕΗ

19 Φεβρουαρίου 2026

Η Ευρώπη σε τροχιά σοβιετικού συγκεντρωτισμού

Καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση επιταχύνει τον βηματισμό της προς βαθύτερη ολοκλήρωση, ένα meme που μέχρι πρότινος αντιμετωπιζόταν ως υπερβολή ή κακόγουστο αστείο επανέρχεται με ανησυχητική επιμονή: το «EUSSR». Η υπαινικτική ταύτιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη Σοβιετική Ένωση δεν γεννήθηκε τυχαία ούτε περιορίζεται στη σφαίρα της διαδικτυακής σάτιρας. Αντίθετα, λειτουργεί ως συμπύκνωση μιας αυξανόμενης αίσθησης ότι το ευρωπαϊκό εγχείρημα μεταλλάσσεται σε ένα υπερεθνικό, συγκεντρωτικό μόρφωμα, όπου η πολιτική εξουσία απομακρύνεται συστηματικά από τις κοινωνίες και συγκεντρώνεται σε μη εκλεγμένα κέντρα.

Στις αρχές του 2025, ο Αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Τζ. Ντ. Βανς προειδοποίησε ανοιχτά τους Ευρωπαίους για «παλιά, εδραιωμένα συμφέροντα» που κρύβονται πίσω από όρους όπως «παραπληροφόρηση» και «αποπληροφόρηση», λέξεις φορτισμένες από τη σοβιετική πολιτική παράδοση. Η προειδοποίηση αυτή ακούστηκε ειρωνική, όμως η πραγματικότητα τη δικαιώνει. Η ΕΕ σφίγγει σταθερά τον κλοιό γύρω από την ελευθερία του λόγου, με τον Νόμο για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες, με συζητήσεις περί απαγόρευσης των κοινωνικών δικτύων για ανηλίκους και με μια γενικευμένη λογική προληπτικού ελέγχου της δημόσιας έκφρασης.

Λίγους μήνες αργότερα, ο Εμανουέλ Μακρόν, μιλώντας στη Μολδαβία, αισθάνθηκε την ανάγκη να δηλώσει ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι σε καμία περίπτωση η Σοβιετική Ένωση». Η δήλωση αυτή δεν προέκυψε σε πολιτικό κενό. Αντίθετα, η περιττή ένταση της άρνησης πρόδιδε ότι το ερώτημα είχε ήδη τεθεί, όχι μόνο στη δημόσια συζήτηση αλλά και στο συλλογικό υποσυνείδητο. Όταν μια εξουσία αισθάνεται υποχρεωμένη να διαψεύσει κάτι που υποτίθεται ότι δεν ισχύει, συνήθως αποκαλύπτει τον φόβο ότι η σύγκριση βρίσκει έδαφος.

Η ταύτιση ΕΕ και ΕΣΣΔ δεν αφορά φυσικά το οικονομικό επίπεδο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει σαφώς πλουσιότερη και πιο καπιταλιστική από τη Σοβιετική Ένωση. Η ομοιότητα εντοπίζεται στο πολιτικό και διοικητικό υπόδειγμα: στη γραφειοκρατική υπερσυγκέντρωση, στο χρόνιο δημοκρατικό έλλειμμα, στη διαφθορά που σπάνια τιμωρείται και στην αίσθηση ενός συστήματος που αυτοαναπαράγεται χωρίς κοινωνικό έλεγχο.

Η διάσταση αυτή δεν αποτελεί σύγχρονη επινόηση. Στο βιβλίο EUSSR: The Soviet Roots of European Integration, οι συγγραφείς Βλαντίμιρ Μπουκόφσκι και Πάβελ Στρόιλοφ, αξιοποιώντας αποχαρακτηρισμένα αρχεία της Μόσχας, αποκάλυψαν μυστικές συνομιλίες μεταξύ δυτικών και σοβιετικών ηγεσιών για τη δημιουργία ενός κολλεκτιβιστικού ευρωπαϊκού υπερκράτους. Για τη Σοβιετική Ένωση, η ενίσχυση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης αποτελούσε στρατηγικό μέσο περιορισμού της αμερικανικής επιρροής. Υπό την ηγεσία του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, η έννοια του «Κοινού Ευρωπαϊκού Σπιτιού» λειτούργησε ως ιδεολογική γέφυρα ανάμεσα στη μεταρρυθμισμένη ΕΣΣΔ και τη Δυτική Ευρώπη.

Η ιδέα αυτή βρήκε θερμούς υποστηρικτές στη Δύση. Ο Φρανσουά Μιτεράν και ο Φελίπε Γκονθάλεθ όχι μόνο συμμετείχαν σε σχετικές συζητήσεις με τον Γκορμπατσόφ, αλλά υπήρξαν και αρχιτέκτονες της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Η αποδυνάμωση των εθνικών κρατών υπέρ μιας υπερεθνικής εξουσίας δεν ήταν ατύχημα, αλλά συνειδητή πολιτική επιλογή.

Το αποτέλεσμα αυτής της ιστορικής διαδρομής αποτυπώνεται σήμερα σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση δομημένη γύρω από τις Βρυξέλλες και το Στρασβούργο, με τεχνοκρατικούς θεσμούς που θυμίζουν έντονα τον σοβιετικό διοικητικό μηχανισμό της Μόσχας. Όπως η ΕΣΣΔ διέθετε το Συμβούλιο Υπουργών και την Gosplan, έτσι και η ΕΕ διαθέτει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τις Γενικές Διευθύνσεις και μια Κεντρική Τράπεζα που καθορίζει την οικονομική μοίρα κρατών χωρίς άμεση δημοκρατική νομιμοποίηση.

Ο κεντρικός σχεδιασμός αποτελεί πλέον δομικό χαρακτηριστικό της ευρωζώνης. Η ενεργειακή πολιτική της ΕΕ, με το δόγμα των «μηδενικών εκπομπών», λειτουργεί ως ιδεολογικό αξίωμα που αγνοεί το κόστος, την ανταγωνιστικότητα και την κοινωνική συνοχή. Η απόσταση μεταξύ πολιτικών αποφάσεων και οικονομικής πραγματικότητας μεγαλώνει επικίνδυνα, επαναλαμβάνοντας το μοτίβο της ύστερης Σοβιετικής Ένωσης, όπου η ιδεολογία υποκαθιστούσε τη λειτουργική λογική.

Ο συγκεντρωτισμός αυτός δεν περιορίζεται στην οικονομία. Η ΕΕ εμφανίζει όλο και πιο καθαρά χαρακτηριστικά λενινιστικού «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού», με τις αποφάσεις να λαμβάνονται στο κέντρο και να επικυρώνονται τυπικά από θεσμούς περιορισμένης ισχύος. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θυμίζει όλο και περισσότερο το Ανώτατο Σοβιέτ, έναν μηχανισμό σφράγισης προειλημμένων αποφάσεων.

Όπως επισημαίνει ο Αλμπέρτο Μινγκάρντι, η διαρκής μεταφορά κυριαρχίας από τα κράτη μέλη στις Βρυξέλλες μετατρέπει την Ένωση σε ένα δυσλειτουργικό υπερκράτος, το οποίο αναπτύσσεται μέσα από κρίσεις και χάρη σε κρίσεις. Κάθε εξωτερικός κίνδυνος λειτουργεί ως πρόσχημα για περαιτέρω συγκέντρωση εξουσίας, όπως ακριβώς η Σοβιετική Ένωση επικαλούνταν τον «παγκόσμιο καπιταλισμό» για να δικαιολογήσει την εσωτερική της αποσύνθεση.

Η στρατιωτικοποίηση της ΕΕ ενισχύει ακόμη περισσότερο τους παραλληλισμούς. Οι αμυντικές δαπάνες εκτοξεύονται, η συνεργασία με το ΝΑΤΟ βαθαίνει και η οικονομία της Ένωσης αποκτά ολοένα και πιο πολεμικά χαρακτηριστικά. Όπως και στην ΕΣΣΔ, τα όρια μεταξύ πολιτικής, στρατιωτικής και οικονομικής εξουσίας θολώνουν.

Στο εσωτερικό, διαμορφώνεται μια σύγχρονη νομενκλατούρα: ευρωκράτες με υψηλές αμοιβές, νομική ασυλία και προνόμια, αποκομμένοι από τις κοινωνίες που υποτίθεται ότι υπηρετούν. Η απόσταση αυτή τρέφει την αδιαφορία, την αλαζονεία και τη διοικητική ανικανότητα, χαρακτηριστικά γνώριμα από την ύστερη σοβιετική εμπειρία.

Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο είναι η κοινωνική αδράνεια. Όπως παρατηρούσε ο Αλεξέι Γιούρτσακ για τη Σοβιετική Ένωση, όλοι γνώριζαν ότι το σύστημα κατέρρεε, αλλά κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί εναλλακτική. Στη σημερινή Ευρώπη, η επίγνωση αυτή δεν έχει ακόμη αποκρυσταλλωθεί. Οι ελευθερίες διαβρώνονται αργά, μεθοδικά και συχνά με τη συναίνεση των ίδιων των πολιτών.

Η τραγωδία έγκειται στο ενδεχόμενο η αφύπνιση να έρθει καθυστερημένα. Όπως κάθε συγκεντρωτικό σύστημα, έτσι και η Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται να βαδίζει προς ένα σημείο κορεσμού. Αν η ιστορία προσφέρει κάποιο μάθημα, είναι ότι τέτοιες κατασκευές δεν καταρρέουν από εξωτερικούς εχθρούς, αλλά από το ίδιο τους το βάρος. Το ερώτημα δεν είναι αν, αλλά πότε – και πόσο επώδυνη θα είναι αυτή η κατάρρευση για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες.