Η Ελλάδα καίγεται γιατί δεν απέκτησε ποτέ εθνική στρατηγική δασοπροστασίας.
Του Ανδρέα Βορύλλα – Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ
Η μεγάλη πυρκαγιά στην Ψάθα και το Πόρτο Γερμενό έρχεται να προστεθεί στον μακρύ κατάλογο των φυσικών καταστροφών που βιώνει η Ελλάδα σχεδόν κάθε καλοκαίρι. Πίσω από τις εικόνες της καταστροφής, των καμένων δασών και των απειλούμενων οικισμών, υπάρχει ακόμη μία τραγωδία που συγκλόνισε ολόκληρη τη χώρα: η σύγκρουση δύο πυροσβεστικών ελικοπτέρων κατά τη διάρκεια της επιχείρησης κατάσβεσης.
Πριν από οποιαδήποτε πολιτική συζήτηση, οφείλουμε να αποτίσουμε φόρο τιμής στα πληρώματα που επιχειρούν καθημερινά με κίνδυνο της ζωής τους. Οι πραγματικοί ήρωες των πυρκαγιών δεν βρίσκονται στα υπουργικά γραφεία αλλά μέσα στις φλόγες. Τα ακριβή αίτια του δυστυχήματος θα τα αναζητήσει η αρμόδια διερεύνηση και κανείς δεν πρέπει να προδικάσει τα συμπεράσματά της.
Η πολιτική όμως ευθύνη για τη συνολική κατάσταση της δασοπροστασίας δεν μπορεί πλέον να κρύβεται πίσω από τις ανακοινώσεις περί «πρωτοφανούς κλιματικής κρίσης». Η κλιματική αλλαγή είναι πραγματικότητα. Δεν μπορεί όμως να αποτελεί άλλοθι για κάθε επιχειρησιακή αποτυχία ούτε να συγκαλύπτει λάθη δεκαετιών.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι ότι λείπει η αυτοθυσία των πυροσβεστών. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι λείπει μια εθνική στρατηγική δασοπροστασίας.
Το μεγάλο λάθος: Η αποδυνάμωση της Δασικής Υπηρεσίας
Επί δεκαετίες η Δασική Υπηρεσία αποτελούσε τον βασικό κρατικό μηχανισμό που γνώριζε τα ελληνικά δάση. Οι δασολόγοι και οι δασοπόνοι δεν είχαν ως αποστολή μόνο τη φύλαξη των δασών, αλλά κυρίως την πρόληψη: αντιπυρικές ζώνες, δασικοί δρόμοι, καθαρισμοί, διαχείριση της καύσιμης ύλης, επιτήρηση και συνεχή παρουσία μέσα στα δάση.
Με την αλλαγή του μοντέλου και τη μεταφορά της κύριας ευθύνης στην Πυροσβεστική, η πρόληψη πέρασε σταδιακά σε δεύτερη μοίρα. Η Πυροσβεστική είναι ένας εξαιρετικά σημαντικός επιχειρησιακός οργανισμός. Είναι όμως οργανισμός καταστολής, όχι διαχείρισης δασικών οικοσυστημάτων.
Αποτέλεσμα ήταν η χώρα να επενδύει ολοένα περισσότερο στην κατάσβεση και ολοένα λιγότερο στην πρόληψη. Αυτό υπήρξε ίσως το μεγαλύτερο στρατηγικό λάθος της ελληνικής δασοπροστασίας.
Τα ελικόπτερα δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τα βαριά πυροσβεστικά αεροσκάφη
Τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση προβάλλει ως μεγάλη επιτυχία την αύξηση του αριθμού των πυροσβεστικών ελικοπτέρων.
Τα ελικόπτερα είναι εξαιρετικά χρήσιμα. Μπορούν να εντοπίσουν γρήγορα μια νέα εστία, να πραγματοποιήσουν τις πρώτες κρίσιμες ρίψεις, να μεταφέρουν προσωπικό, να συντονίσουν επιχειρήσεις και να περιορίσουν μια φωτιά στα πρώτα λεπτά της εκδήλωσής της.
Αυτός είναι ίσως ο σημαντικότερος ρόλος τους. Όταν όμως μια πυρκαγιά αποκτήσει μέτωπο πολλών χιλιομέτρων, με ανέμους έντασης 7 ή 8 μποφόρ, τότε τα ελικόπτερα από μόνα τους δεν αρκούν.
Τότε απαιτούνται μεγάλα αμφίβια πυροσβεστικά αεροσκάφη με μεγάλη μεταφορική ικανότητα νερού και δυνατότητα συνεχών επαναλαμβανόμενων ρίψεων. Δεν μπορεί μια χώρα με τόσο δύσκολη γεωμορφολογία όσο η Ελλάδα να βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στα ελικόπτερα για την αντιμετώπιση των μεγαλύτερων δασικών πυρκαγιών.
Ένας γερασμένος στόλος πυροσβεστικών αεροσκαφών
Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Ο βασικός κορμός του ελληνικού εναέριου στόλου δασοπυρόσβεσης αποτελείται ακόμη από αεροσκάφη Canadair CL-215 και CL-415, πολλά από τα οποία υπηρετούν εδώ και δεκαετίες.
Τα CL-215 πρωτοπέταξαν τη δεκαετία του 1960, ενώ αρκετά από τα ελληνικά αεροσκάφη έχουν επιχειρησιακή ζωή που ξεπερνά τα σαράντα και σε ορισμένες περιπτώσεις τα πενήντα χρόνια.
Η ηλικία αυτή δεν σημαίνει αυτομάτως ότι τα αεροσκάφη είναι μη ασφαλή, καθώς η αξιοπλοΐα εξαρτάται από τη συντήρηση και τις πιστοποιήσεις. Όμως συνεπάγεται αυξημένες ανάγκες συντήρησης, δυσκολότερη εξεύρεση ανταλλακτικών, μεγαλύτερο κόστος υποστήριξης και, συχνά, χαμηλότερες διαθεσιμότητες κατά την πιο κρίσιμη περίοδο του έτους.
Η κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι τα νέα Canadair CL-515 θα αλλάξουν την εικόνα. Το ερώτημα όμως είναι απλό. Πότε; Γιατί οι φωτιές καίνε σήμερα. Δεν περιμένουν τα χρονοδιαγράμματα των διαγωνισμών.
Επτά χρόνια διακυβέρνησης από την ΝΔ και η χώρα εξακολουθεί να καίγεται
Ύστερα από επτά χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, οι πολίτες δικαιούνται να ζητούν αποτελέσματα και όχι διαρκείς εξαγγελίες. Η κυβέρνηση είχε τον χρόνο, τους ευρωπαϊκούς πόρους και την εμπειρία από αλλεπάλληλες καταστροφικές αντιπυρικές περιόδους για να αναμορφώσει ριζικά το σύστημα δασοπροστασίας.
Αντί όμως να προχωρήσει σε μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική, περιορίστηκε κυρίως σε αποσπασματικές παρεμβάσεις, σε ανακοινώσεις νέων προμηθειών που θα αποδώσουν σε βάθος χρόνου και σε μια διαχείριση που εξακολουθεί να δίνει μεγαλύτερο βάρος στην καταστολή παρά στην πρόληψη. Η χώρα συνεχίζει να επιχειρεί με έναν γερασμένο στόλο εναέριων μέσων, να περιμένει τα νέα Canadair, να μην έχει αποκαταστήσει τον ουσιαστικό ρόλο της Δασικής Υπηρεσίας και να αντιμετωπίζει κάθε καλοκαίρι τις ίδιες αδυναμίες στον επιχειρησιακό σχεδιασμό. Όταν, μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης, τα ίδια προβλήματα επανέρχονται με τραγικό τρόπο, δεν μπορεί να γίνεται λόγος μόνο για την ένταση των καιρικών συνθηκών ή για την κλιματική κρίση. Η πολιτική ευθύνη κρίνεται πρωτίστως από το εάν η Πολιτεία αξιοποίησε τον χρόνο που είχε για να προετοιμάσει τη χώρα καλύτερα. Και δυστυχώς, το αποτέλεσμα δεν δικαιώνει τις προσδοκίες των πολιτών.
Βεβαίως και για να είμαστε δίκαιοι, σοβαρές ευθύνες για την μη ύπαρξη εθνικής στρατηγικής δασοπροστασίας έχουν και οι προηγούμενες κυβερνήσεις του ΣΥΡΙΖΑ και του ΠΑΣΟΚ, όπου επίσης δεν έκαναν ουσιαστικές κινήσεις για την ενίσχυση της δασοπυρόσβεσης, αλλά και στην ενίσχυση της πρόληψης.
Το παράδειγμα του Beriev Be-200
Το καλοκαίρι του 2021 η Ελλάδα μίσθωσε το ρωσικό αμφίβιο πυροσβεστικό αεροσκάφος Beriev Be-200, καταβάλλοντας περίπου 3,8 εκατομμύρια ευρώ.
Το αεροσκάφος αυτό συμμετείχε σε κρίσιμες επιχειρήσεις δασοπυρόσβεσης και απέδειξε στην πράξη ότι μπορεί να αποτελέσει ένα ιδιαίτερα ισχυρό εργαλείο αντιμετώπισης μεγάλων πυρκαγιών.
Βεβαίως, όπως κάθε σύνθετο αεροπορικό μέσο, παρουσίασε και τεχνικά ζητήματα κατά την επιχειρησιακή του αξιοποίηση. Αυτό όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι η Ελλάδα απέκτησε πολύτιμη εμπειρία από τη χρήση του.
Και εδώ γεννάται ένα εύλογο ερώτημα.
Γιατί η ελληνική πολιτεία δεν αξιολόγησε σοβαρά την αγορά ενός ή περισσότερων αεροσκαφών αυτής της κατηγορίας ή άλλων ισοδύναμων λύσεων; Γιατί δεν παρουσιάστηκε ποτέ μια ολοκληρωμένη μελέτη που να συγκρίνει επιχειρησιακά το Beriev Be-200, τα νέα Canadair CL-515 και κάθε άλλη διαθέσιμη επιλογή; Μήπως πολιτικοί λόγοι επέβαλαν να μην αγοραστούν τα Beriev Be-200 από την Ρωσία;
Οι αποφάσεις για την πολιτική προστασία δεν μπορεί να λαμβάνονται με όρους δημοσίων σχέσεων. Πρέπει να στηρίζονται σε αντικειμενική αξιολόγηση επιχειρησιακών αναγκών, κόστους και αποτελεσματικότητας.
Εκπαίδευση και πρόληψη
Η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις πυρκαγιές όταν αυτές έχουν ήδη εξελιχθεί σε εθνική καταστροφή. Αντίθετα, τα κράτη που έχουν επιτύχει σημαντική μείωση των καταστροφών επενδύουν κυρίως στην πρόληψη.
Χρειάζονται περισσότεροι καθαρισμοί. Περισσότερες αντιπυρικές ζώνες. Συνεχής επιτήρηση. Σύγχρονα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης. Κοινές ασκήσεις όλων των εμπλεκόμενων υπηρεσιών. Εξειδικευμένη εκπαίδευση στη δασοπυρόσβεση, ώστε οι επίγειες και οι εναέριες δυνάμεις να λειτουργούν ως ένα ενιαίο επιχειρησιακό σύστημα. Η εκπαίδευση δεν είναι δευτερεύον ζήτημα. Είναι πολλαπλασιαστής ισχύος.
Η Ελλάδα χρειάζεται νέο δόγμα δασοπυρόσβεσης.
Δεν αρκεί να αγοράζουμε περισσότερα ελικόπτερα. Δεν αρκεί να περιμένουμε τα νέα Canadair. Δεν αρκεί να ανακοινώνονται κάθε χρόνο περισσότερα κονδύλια. Χρειάζεται ένα νέο εθνικό δόγμα δασοπροστασίας.
Ένα δόγμα που θα επαναφέρει τη Δασική Υπηρεσία στον κεντρικό σχεδιασμό της πρόληψης, θα ενισχύσει την επιστημονική διαχείριση των δασών, θα ανανεώσει ουσιαστικά τον γερασμένο εναέριο στόλο, θα αξιολογήσει χωρίς προκαταλήψεις κάθε διαθέσιμη τεχνολογική λύση – από τα Canadair CL-515 μέχρι το Beriev Be-200 ή άλλα σύγχρονα μέσα – και θα επενδύσει αποφασιστικά στην εκπαίδευση και στον συντονισμό όλων των εμπλεκόμενων φορέων.
Οι φωτιές δεν θα σταματήσουν. Η κλιματική κρίση θα κάνει τα καλοκαίρια δυσκολότερα. Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα συνεχίσει να αντιδρά κάθε χρόνο με τον ίδιο τρόπο ή αν επιτέλους θα αποκτήσει μια ολοκληρωμένη, μακρόπνοη και αποτελεσματική πολιτική δασοπροστασίας.
Γιατί η προστασία των ελληνικών δασών δεν είναι υπόθεση μόνο της Πυροσβεστικής. Είναι υπόθεση εθνικής ασφάλειας, περιβαλλοντικής επιβίωσης και ευθύνης απέναντι στις επόμενες γενιές.
Πιο Δημοφιλή
Η φωτιά έκαψε το Μητσοτάκη και το «επιτελικό κράτος»
Η χώρα φλέγεται, μετρά νεκρούς και ο πρωθυπουργός παρακολουθεί…
Φάρμακα παχυσαρκίας: Ο ΕΟΠΥΥ πληρώνει την τρύπα του «Προλαμβάνω»
Πιο Πρόσφατα
Γεωργιάδης-Γεωργάκη: Διαμάχη για τα πράσινα σπιτάκια
ΕΛΑΣ σε Πόρτο Γερμενό και Μέγαρα για τις ζημιές
Πολάκης: Καθηλωμένα τα Diamond, αναξιοποίητα τα κονδύλια AntiNero