Σήμερα Γιορτάζουν:

ΜΑΡΙΝΟΣ

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ

2 Ιουνίου 2026

Η Ελλάδα καίγεται,oι Έλληνες φοβούνται τον καύσωνα, αλλά το κράτος αρκείται σε ειδοποιήσεις

Είναι κατάντια για έναν λαό να δουλεύει, να ματώνει, να υποφέρει και την ίδια ώρα η κυβέρνησή του να αρκείται σε αριθμούς, επιδόματα, επικοινωνιακές διαχειρίσεις και ευρήματα ερευνών που απλώς επιβεβαιώνουν τη δυστυχία του. Είναι κατάντια να εμφανίζεται η κοινωνική εξουθένωση ως στατιστικό δεδομένο, η φτώχεια ως τεχνικό πρόβλημα και η καθημερινή αγωνία των πολιτών ως πεδίο κυβερνητικής αυτοδικαίωσης.

Η Ελλάδα των τελευταίων ετών δεν ζει απλώς την ακρίβεια, την ενεργειακή πίεση και τη διάλυση της αγοραστικής δύναμης. Ζει πλέον και την αδυναμία να προστατευθεί από τις ίδιες τις συνθήκες διαβίωσης. Οι υψηλές θερμοκρασίες, οι παρατεταμένοι καύσωνες και η κλιματική επιβάρυνση έχουν μετατραπεί σε καθημερινό εφιάλτη για χιλιάδες νοικοκυριά. Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο μετεωρολογικό. Είναι κοινωνικό, οικονομικό και βαθιά πολιτικό.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί από την έκθεση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος και έχουν παρουσιαστεί από το Euronews, η Ελλάδα βρίσκεται σε εξαιρετικά δυσμενή θέση σε σχέση με την προστασία των πολιτών της από τις ακραίες θερμοκρασίες. Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο είναι ότι το 46% των Ελλήνων δηλώνει πως αδυνατεί να καλύψει το κόστος αγοράς ή λειτουργίας κλιματιστικού στο σπίτι. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, υψηλότερο ακόμη και από χώρες του ευρωπαϊκού Νότου που αντιμετωπίζουν παρόμοιες κλιματικές πιέσεις.

Αυτό το ποσοστό δεν είναι ένας ψυχρός αριθμός. Είναι η εικόνα μιας χώρας όπου σχεδόν ένας στους δύο πολίτες αδυνατεί να εξασφαλίσει βασικές συνθήκες δροσιάς μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Είναι η εικόνα ηλικιωμένων που περνούν τις ημέρες του καύσωνα κλεισμένοι σε διαμερίσματα-κλιβάνους. Είναι η εικόνα οικογενειών που μετρούν το ρεύμα με τον φόβο του λογαριασμού. Είναι η εικόνα εργαζομένων που επιστρέφουν εξαντλημένοι από τη δουλειά και δεν μπορούν να ανάψουν το κλιματιστικό γιατί το κόστος λειτουργίας έχει γίνει απαγορευτικό.

Όταν η φτώχεια γίνεται κίνδυνος ζωής

Η οικονομική αδυναμία χρήσης κλιματισμού δεν είναι ζήτημα άνεσης. Είναι ζήτημα δημόσιας υγείας. Σε μια χώρα όπου πάνω από το ένα τέταρτο του πληθυσμού είναι άνω των 65 ετών, η έκθεση σε ακραίες θερμοκρασίες μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνη, ακόμη και μοιραία. Οι ηλικιωμένοι, οι χρονίως πάσχοντες, οι εργαζόμενοι σε εξωτερικούς χώρους, οι οικονομικά ασθενέστεροι και οι οικογένειες που ζουν σε παλιά, ενεργειακά υποβαθμισμένα σπίτια βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του κινδύνου.

Η κυβέρνηση, όμως, επιμένει να αντιμετωπίζει τέτοια φαινόμενα με τη γνωστή συνταγή: προσωρινές ανακοινώσεις, προειδοποιητικά μηνύματα στα κινητά, αποσπασματικά μέτρα και επιδόματα που δεν αλλάζουν τη δομή του προβλήματος. Το ερώτημα είναι απλό και αμείλικτο: αρκεί ένα επίδομα των 150 ευρώ για να αισθανθεί ένας πολίτης ότι ζει με αξιοπρέπεια; Είναι αυτό το ζητούμενο για τον ελληνικό λαό; Να περιμένει μικρές ενισχύσεις, κουπόνια και προσωρινές ανάσες, ενώ η ζωή του γίνεται ακριβότερη, σκληρότερη και πιο επισφαλής;

Η πολιτεία δεν μπορεί να πανηγυρίζει επειδή μοιράζει ελάχιστα σε ανθρώπους που προηγουμένως έχει αφήσει να φτωχοποιηθούν. Δεν μπορεί να εμφανίζει ως κοινωνική πολιτική την ελεημοσύνη προς πολίτες που πληρώνουν φόρους, εργάζονται, στηρίζουν το κράτος και τελικά αντιμετωπίζονται σαν αριθμοί σε μια δημοσκόπηση δυστυχίας.

Πρωταθλητές στην ανησυχία, ουραγοί στην πρόληψη

Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι Έλληνες είναι από τους πιο ανήσυχους πολίτες στην Ευρώπη απέναντι στις ακραίες θερμοκρασίες. Το 71% δηλώνει ότι ανησυχεί πολύ για το φαινόμενο. Η κοινωνία, λοιπόν, αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο. Βιώνει την αλλαγή. Νιώθει στο σώμα της την πίεση του καύσωνα, της ακρίβειας και της ενεργειακής ανασφάλειας. Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη συνείδησης των πολιτών. Το πρόβλημα είναι η έλλειψη σοβαρής κρατικής πρόληψης.

Η φύτευση δέντρων, η ενίσχυση της σκίασης, η δημιουργία πράσινων διαδρομών, η αναβάθμιση των δημόσιων χώρων, η προστασία των ευάλωτων περιοχών των πόλεων και η ενεργειακή θωράκιση των κατοικιών είναι βασικές πολιτικές προσαρμογής. Δεν είναι πολυτέλειες. Είναι υποχρεώσεις μιας οργανωμένης πολιτείας. Παρ’ όλα αυτά, η Ελλάδα εμφανίζεται με εξαιρετικά χαμηλές επιδόσεις ακόμη και σε αυτονόητες παρεμβάσεις, όπως η φύτευση δέντρων, όπου το ποσοστό υλοποίησης σχετικών δράσεων βρίσκεται μόλις στο 22%, από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη.

Αυτή η εικόνα αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο. Το ελληνικό κράτος αντιδρά, αλλά δεν προλαμβάνει. Στέλνει ειδοποιήσεις, αλλά δεν θωρακίζει. Ανακοινώνει μέτρα, αλλά δεν αλλάζει την πραγματικότητα στις γειτονιές. Διαχειρίζεται επικοινωνιακά τον καύσωνα, όπως διαχειρίζεται επικοινωνιακά την ακρίβεια, την υγεία, την παιδεία, την εργασία και τη φτώχεια.

Η κοινωνία δεν χρειάζεται ελεημοσύνη, χρειάζεται απελευθέρωση

Βεβαίως, υπάρχουν δημόσιοι κλιματιζόμενοι χώροι που προσφέρουν μια μικρή ανάσα σε περιόδους έντονης ζέστης. Περίπου το 40% των Ελλήνων αναφέρει ότι έχει πρόσβαση σε τέτοιους χώρους. Αυτό είναι θετικό, αλλά δεν αρκεί. Δεν μπορεί ο πολίτης να θεωρείται προστατευμένος επειδή μπορεί να εγκαταλείψει το σπίτι του και να αναζητήσει καταφύγιο σε ένα δημόσιο κτίριο. Η αξιοπρεπής διαβίωση δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν ένας ηλικιωμένος θα καταφέρει να φτάσει σε μια κλιματιζόμενη αίθουσα του δήμου.

Το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Ο Έλληνας πολίτης έχει μάθει να ζει με τη διαρκή πίεση, τη μόνιμη αγωνία και την εξάρτηση από το κράτος των επιδομάτων. Έχει μάθει να περιμένει μια έκτακτη ενίσχυση, μια μικρή επιστροφή, ένα προσωρινό βοήθημα. Έχει μάθει να θεωρεί φυσιολογικό ότι δουλεύει πολύ, πληρώνει πολλά και τελικά δεν μπορεί να καλύψει βασικές ανάγκες. Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο: η εξοικείωση με την κακομοιριά.

Γιατί δεν πετάμε τον ζυγό; Γιατί δεν απαιτούμε μια άλλη πολιτική με κάθε κόστος, ακόμη και αν χρειαστεί να ζοριστούμε περισσότερο για ένα διάστημα; Τι είναι αυτό που κρατά τον Έλληνα παγιδευμένο στη φτώχεια του; Ο φόβος; Η απογοήτευση; Η πεποίθηση ότι τίποτε δεν αλλάζει; Η συνήθεια της εξάρτησης; Η διαρκής προπαγάνδα ότι δεν υπάρχει εναλλακτική;

Η απάντηση δεν είναι απλή. Όμως είναι σαφές ότι μια κοινωνία που συνηθίζει να επιβιώνει με ψίχουλα, σταδιακά χάνει την απαίτηση για δικαιοσύνη. Και όταν ένας λαός παύει να απαιτεί, τότε η εξουσία παύει να φοβάται. Εκεί βρίσκεται η μεγάλη πολιτική ήττα της εποχής μας: όχι μόνο στη φτώχεια, αλλά στην αποδοχή της φτώχειας ως φυσιολογικής κατάστασης.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλα επικοινωνιακά μέτρα παρηγοριάς. Χρειάζεται πραγματική προστασία της εργασίας, μείωση του κόστους ζωής, ενεργειακή θωράκιση των νοικοκυριών, σοβαρή πολεοδομική πολιτική, πράσινες υποδομές, στήριξη των ηλικιωμένων και των ευάλωτων, αλλαγή προτεραιοτήτων στο κράτος και στην οικονομία. Χρειάζεται μια πολιτική που να βλέπει τον πολίτη ως άνθρωπο και όχι ως αποδέκτη επιδόματος.

Διότι δεν είναι φυσιολογικό ένας λαός να δουλεύει, να ματώνει, να πληρώνει και να μην μπορεί να δροσίσει το σπίτι του. Δεν είναι φυσιολογικό η κυβέρνηση να χαμογελά μπροστά στα ευρήματα ερευνών που καταγράφουν τη δυστυχία. Δεν είναι φυσιολογικό να βαφτίζεται πρόοδος η διαχείριση της εξαθλίωσης.

Η πραγματική κατάντια δεν είναι μόνο ότι ο ελληνικός λαός υποφέρει. Είναι ότι κάποιοι θέλουν να τον πείσουν πως αυτό είναι το μέγιστο που μπορεί να περιμένει.