Σήμερα Γιορτάζουν:

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ

ΤΙΜΟΘΕΟΣ

22 Ιανουαρίου 2026

Η Ελλάδα που επιβιώνει από θαύμα

Το πρόσφατο σιδηροδρομικό δυστύχημα στην Ισπανία έφερε ξανά στη δημόσια συζήτηση τα Τέμπη. Στην Ισπανία η διαχείριση της τραγωδίας επικεντρώθηκε στον έλεγχο της γραμμής, στην ασφαλή διακοπή της κυκλοφορίας και στην καταγραφή των υπαρκτών προβλημάτων. Οι Ισπανοί μηχανοδηγοί είχαν προειδοποιήσει για τους κινδύνους της συγκεκριμένης περιοχής, όπως και οι Έλληνες συνάδελφοί τους, πριν από τα Τέμπη. Στην Ελλάδα η διαχείριση της τραγωδίας κινήθηκε σε επίπεδο επικοινωνίας. Ο διοικητής της ΥΠΑ εξαναγκάστηκε σε παραίτηση μετά τις αναφορές για σαμποτάζ που έκαναν το γύρο των μέσων ενημέρωσης. Η παραίτηση αυτή κάλυψε τις ευθύνες των υπόλοιπων αρμοδίων.

Στη συνέχεια ο αναπληρωτής υπουργός Μεταφορών δήλωσε δημόσια ότι δεν είναι υπεύθυνος για τις αερομεταφορές και ότι παρέλαβε προβλήματα από προηγούμενες διοικήσεις. Η δήλωση αυτή περιγράφει τη συνέχιση της αδράνειας. Το χάος που παραλαμβάνει η διοίκηση δεν έχει διαχειριστεί επαρκώς από κανέναν προηγούμενο.

Ο ΕΟΔΑΣΑΑΜ, η ειδική αρχή για τη διερεύνηση ατυχημάτων σιδηροδρόμων και αεροπορίας, ιδρύθηκε μετά τα Τέμπη. Ο πρόεδρός του, πρώην διοικητής της ΥΠΑ, συμμετείχε στα Τέμπη πριν την ίδρυση της αρχής και ανέλαβε τη νεοσύστατη δομή. Το πόρισμα της αρχής, που κατατέθηκε μετά τη διερεύνηση, δεν ακολουθήθηκε από άμεσες ενέργειες από την κυβέρνηση και η λειτουργία της αρχής περιορίστηκε στην έκδοση αναφορών χωρίς εφαρμογή.

Το ολικό μπλακάουτ του ελληνικού FIR ανέδειξε την αδυναμία των υποδομών της εναέριας κυκλοφορίας. Η διερεύνηση του συμβάντος απαιτούσε την εξέταση των υπευθύνων, τόσο της ΥΠΑ όσο και των υπουργών που είχαν την εποπτεία του συστήματος. Η εγκατάλειψη των συστημάτων επικοινωνίας, η μη αντιμετώπιση των επανειλημμένων προειδοποιήσεων των ελεγκτών και η έλλειψη σχεδίου συντήρησης των υποδομών δεν αντιμετωπίστηκαν με αποφασιστικά μέτρα. Οι αρμόδιες επιτροπές συγκροτήθηκαν για να καταγράψουν το γεγονός, όχι για να προτείνουν λύσεις εφαρμόσιμες. Το πόρισμα του FIR ήταν αναφορά «ήξεις αφήξεις».

Η Αρχή Πολιτικής Αεροπορίας, αρμόδια για την εποπτεία των αεροπορικών υποδομών και των υπηρεσιών αεροναυτιλίας, διαθέτει καταστατικό που ορίζει την ευθύνη για τον έλεγχο της ασφάλειας και την εφαρμογή κανονισμών της ΕΕ. Η Αρχή χειρίζεται διαδικασίες κυρίως από τα κεντρικά γραφεία και δεν ενεργεί με συνέπεια για την αναβάθμιση και τη συντήρηση κρίσιμων υποδομών. Ο διοικητής της, που είχε επισημάνει τα προβλήματα της εναέριας κυκλοφορίας, ορίστηκε σε επιτροπή που συνέταξε πόρισμα με γενικές αναφορές. Οι πραγματικές ευθύνες της Αρχής δεν εξετάστηκαν από κανένα θεσμικό όργανο ή εισαγγελική αρχή.

Στο σιδηροδρομικό δίκτυο, η διαχείριση παρουσιάζει παρόμοια προβλήματα. Οι Ιταλοί που λειτουργούν τα τρένα συνεχίζουν να λαμβάνουν κρατικές επιδοτήσεις και να εκτελούν δρομολόγια χωρίς ουσιαστική εποπτεία. Η προστασία των υποδομών και η συντήρηση των γραμμών δεν αξιολογούνται με βάση τα κριτήρια ασφάλειας, ενώ η δημόσια διοίκηση περιορίζεται στην επικοινωνία και τις διοικητικές ανακοινώσεις.

Η FRAPORT, που διαχειρίζεται τα μεγαλύτερα ελληνικά αεροδρόμια, λειτουργεί με κρατικές εγγυήσεις και δάνεια ελληνικών τραπεζών. Οι ανακαινίσεις και οι βελτιώσεις χρηματοδοτούνται από δημόσιο χρήμα. Η εταιρία δεν καταβάλλει φόρους και η σύμβαση παραχώρησης προβλέπει ότι ευθύνη για περιορισμούς στην εξυπηρέτηση πτήσεων έχει το Δημόσιο. Η εφαρμογή της σύμβασης έχει οδηγήσει σε οικονομικές αποζημιώσεις προς την εταιρία σε περιπτώσεις περιορισμού της εναέριας κυκλοφορίας, όπως κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Η ελληνική διαχείριση των υποδομών καταδεικνύει πλήρη έλλειψη σχεδιασμού και εποπτείας. Οι αρμόδιοι υπουργοί και διοικητές μεταφέρουν ευθύνες μεταξύ τους, οι επιτροπές εκδίδουν αναφορές χωρίς μέτρα εφαρμογής, και οι πολίτες χρησιμοποιούν τα μέσα μεταφοράς σε συνθήκες αβεβαιότητας. Η κατάσταση είναι διαρθρωτική, δεν αφορά μεμονωμένα περιστατικά.

Οι συμβάσεις παραχώρησης, όπως αυτή της FRAPORT, έχουν τροποποιηθεί από προηγούμενες κυβερνήσεις με τρόπο που περιορίζει τα δικαιώματα του Δημοσίου και αυξάνει τα προνόμια των ιδιωτών διαχειριστών. Οι δημόσιες επενδύσεις χρησιμοποιούνται για την αναβάθμιση υποδομών που παραμένουν υπό ιδιωτική διαχείριση, ενώ η εποπτεία παραμένει ανεπαρκής.

Τα Τέμπη, το FIR, τα αεροδρόμια και η εναέρια κυκλοφορία παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά. Οι ευθύνες των διοικήσεων δεν ελέγχονται επαρκώς, οι αποφάσεις λαμβάνονται καθυστερημένα, και οι αναφορές περιορίζονται σε γενικές εκθέσεις χωρίς εφαρμογή. Οι πολίτες χρησιμοποιούν τα μέσα μεταφοράς υπό αμφισβητούμενες συνθήκες ασφάλειας. Οι ιδιώτες διαχειριστές συνεχίζουν να λειτουργούν με κρατικές εγγυήσεις, επιδοτήσεις και περιορισμένη εποπτεία.

Η Ελλάδα διατηρεί υποδομές που δεν αξιολογούνται με αυστηρά κριτήρια ασφαλείας. Τα Τέμπη και το FIR αποδεικνύουν ότι οι κεντρικές διοικήσεις δεν εφαρμόζουν τις διεθνείς υποχρεώσεις. Οι αρχές που έχουν θεσπιστεί για τον έλεγχο της ασφάλειας παραμένουν ουσιαστικά ανενεργές. Οι πολίτες εξαρτώνται από την τύχη και την επικοινωνιακή διαχείριση των αρμοδίων.

Οι διορισμοί σε επιτροπές και η επανατοποθέτηση των διοικητών δημιουργούν συγκρούσεις αρμοδιοτήτων και περιορίζουν την αποτελεσματικότητα. Τα πόρισμα που εκδίδονται δεν οδηγούν σε εφαρμογή διορθωτικών μέτρων, και η δημόσια διαχείριση περιορίζεται στην επικοινωνία. Οι υποδομές παραμένουν εκτεθειμένες σε κινδύνους.

Στο αεροπορικό δίκτυο, η ΑΠΑ διαθέτει αρμοδιότητες εποπτείας αλλά περιορίζεται σε διαδικασίες γραφείου. Οι κρίσιμες υποδομές δεν αξιολογούνται πλήρως, και τα περιστατικά βλαβών αντιμετωπίζονται κυρίως με αναφορές. Οι ευθύνες των διοικητών και των υπουργών δεν εξετάζονται από ανεξάρτητες αρχές.

Στους σιδηροδρόμους, η διαχείριση των ιταλικών εταιριών συνεχίζεται με κρατική επιδότηση, χωρίς συστηματικό έλεγχο υποδομών και συντήρησης. Οι προειδοποιήσεις των μηχανοδηγών δεν λαμβάνονται υπόψη και οι τραγωδίες αντιμετωπίζονται ως γεγονότα προς αναφορά και όχι προς πρόληψη.

Η χώρα εμφανίζει δομικά προβλήματα διαχείρισης κρίσεων, ανεπαρκή εποπτεία υποδομών και έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού. Οι πολίτες χρησιμοποιούν τα μέσα μεταφοράς χωρίς εγγυήσεις ασφάλειας. Οι ιδιωτικοί διαχειριστές απολαμβάνουν προστασία και προνόμια, ενώ οι δημόσιοι υπεύθυνοι περιορίζονται σε επικοινωνιακές ενέργειες και διοικητικές ανακοινώσεις.

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει τα Τέμπη, το FIR και τα αεροδρόμια με έναν τρόπο που επιβεβαιώνει τη δομική αδυναμία των θεσμών. Η διαχείριση περιορίζεται σε διοικητικές παρεμβάσεις χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα. Η εποπτεία και η εφαρμογή μέτρων ασφαλείας δεν είναι επαρκείς. Οι πολίτες και οι χρήστες των υποδομών δεν προστατεύονται πλήρως. Οι ιδιωτικές εταιρίες συνεχίζουν να λειτουργούν με κρατικές εγγυήσεις και επιδοτήσεις, χωρίς ουσιαστική εποπτεία.

Η κατάσταση παραμένει αμετάβλητη. Οι υποδομές λειτουργούν υπό περιορισμένη ασφάλεια. Οι διορισμοί και οι διοικήσεις συνεχίζουν χωρίς εφαρμογή των διεθνών υποχρεώσεων. Οι πολίτες εξαρτώνται από την τύχη και την ελάχιστη προνοητικότητα των υπευθύνων. Η Ελλάδα διατηρεί ένα δίκτυο σιδηροδρόμων και αεροπορίας με ελλείψεις, όπου οι ευθύνες των διοικήσεων δεν εφαρμόζονται στην πράξη, και η ασφάλεια των πολιτών παραμένει ανοιχτό ζήτημα.

Ετικέτες: