Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΑ

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ

Η Ελλάδα που ξέχασε να παίρνει τη μοίρα στα χέρια της

Κάποτε υπήρξε μια χώρα που έζησε τέσσερις ολόκληρους αιώνες κάτω από την οθωμανική κυριαρχία.

Κι όμως, το 1821 πήρε τη μεγάλη απόφαση πως η ιστορία δεν συντάσσεται μόνο με χαράτσια και φιρμάνια, αλλά και με μπαρούτι, καριοφίλια και εκείνη την αλύγιστη πεποίθηση ότι είχε φτάσει η ώρα να τελειώνει η υποταγή.

Σήκωσε λοιπόν τη δική της επανάσταση, συγκίνησε την Ευρώπη, απέκτησε συμμάχους που τη μια στιγμή τη θαύμαζαν και την επόμενη της άπλωναν δάνεια με όρους που θα έκαναν ακόμη και τον πιο αδίστακτο τοκογλύφο να χαμηλώσει το βλέμμα.

Και κάπως έτσι, με πολύ αίμα, με αρκετό ρομαντισμό και με ακόμη περισσότερη γεωπολιτική σκοπιμότητα και συμφέρον, γεννήθηκε ένα ανεξάρτητο κράτος.

Το όραμα πήρε σάρκα και οστά.

Δύο αιώνες αργότερα, η ίδια αυτή χώρα μοιάζει να έχει πετύχει ένα άλμα εντυπωσιακό, μόνο που η φορά του δεν οδηγεί μπροστά. Οδηγεί σε μια αλλόκοτη εκδοχή στασιμότητας, φωτισμένη με νέον, ντυμένη με στρας και βυθισμένη σε μια επίμονη ψευδαίσθηση ευημερίας.

Η παραγωγή έχει καταντήσει μια αόριστη έννοια, που επιστρέφει κάθε τόσο στις προεκλογικές εξαγγελίες για να εξαφανιστεί αμέσως μετά.

Η βιομηχανία επιβιώνει περισσότερο ως ανάμνηση μιας άλλης εποχής και λιγότερο ως υπαρκτή εθνική δύναμη, σχεδόν σαν παράξενο παράδειγμα για αμφιθέατρα ξένων πανεπιστημίων.

Η αγροτική οικονομία έχει μετατραπεί σε μια θλιβερή καρικατούρα του εαυτού της, με περισσότερο Instagram παρά χωράφι και με περισσότερες επιδοτήσεις αμφίβολης γνησιότητας παρά πραγματικό σιτάρι.

Το πολίτευμα θυμίζει όλο και περισσότερο μια τηλεοπτική, κληρονομική δημοκρατία.

Στη θέση των εργοστασίων, αυτή η βαλκανική μπανανία διαθέτει άφθονες πίστες.

Στη θέση των εξαγώγιμων προϊόντων, στέλνει προς τα έξω influencers.

Στη θέση ενός σοβαρού στρατηγικού σχεδίου ανάπτυξης, έχει χτίσει έναν καλοκουρδισμένο μηχανισμό που ανοίγει ομπρέλες, σερβίρει κοκτέιλ και υποδέχεται τουρίστες από γειτονικές πρώην πάμπτωχες χώρες, οι οποίοι φτάνουν κάθε καλοκαίρι μαζικά με τα θηριώδη SUV τους για να αγγίξουν το ελληνικό «όνειρο», ένα όνειρο που συντηρείται με εποχική εργασία και ξεφτίζει κάθε χειμώνα μέσα στην ανασφάλεια.

Αυτή η χώρα δεν είναι φτωχή μόνο σε οικονομικό επίπεδο, είναι βαθιά εξαντλημένη και στο πεδίο της δημιουργίας.

Έχει μετατρέψει την καθημερινή της ζωή σε ένα ατελείωτο ριάλιτι, με πρωταγωνιστές διάσημους μαϊντανούς, ανθρώπους που έγιναν γνωστοί απλώς και μόνο επειδή έγιναν γνωστοί.

Οι δημόσιες συζητήσεις ανακυκλώνονται μονότονα γύρω από το ποιος χώρισε ποιον, ποιος εμφανίστηκε πού και ποιος φόρεσε τι.

Την ίδια στιγμή, τα βαρύτερα και ουσιαστικότερα ζητήματα περνούν διακριτικά στο κάτω μέρος της οθόνης σαν ενοχλητικά ticker, που υπάρχουν μόνο και μόνο για να μη διαβαστούν ποτέ.

Και ποιος διοικεί αυτό το θέαμα; Μια πολιτική τάξη που συχνά μοιάζει περισσότερο με οικογενειακή επιχείρηση παρά με δημόσιο λειτούργημα.

Επώνυμα που επιστρέφουν ξανά και ξανά από γενιά σε γενιά, σαν μικρές μοναρχικές δυναστείες τυλιγμένες με δημοκρατικό περιτύλιγμα. Οι ίδιοι άνθρωποι, ή τα πολιτικά τους βλαστάρια, εμφανίζονται ως οι μόνιμοι σωτήρες της πατρίδας, την ώρα που διατηρούν στενότατες σχέσεις με ισχυρούς κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες, οι οποίοι φροντίζουν με τη σειρά τους να καθορίζουν το τοπίο της ενημέρωσης, αφού στα χέρια τους βρίσκονται τα περισσότερα, αν όχι σχεδόν όλα, τα συστημικά μέσα ενημέρωσης.

Τα μέσα ενημέρωσης, μέσα σε αυτή την ιστορία, δεν στέκονται απλώς απέναντι ως παρατηρητές. Συμμετέχουν ως ενεργοί παίκτες.

Κι ενώ θα όφειλαν να λειτουργούν ως τέταρτη εξουσία που ελέγχει τις υπόλοιπες τρεις, συχνά καταλήγουν να τις γυαλίζουν από πάνω μέχρι κάτω.

Ορισμένα από αυτά λειτουργούν σχεδόν ως κυβερνητικοί μηχανισμοί διαμόρφωσης της κοινής γνώμης και πολύ λιγότερο ως μέσα πραγματικής ενημέρωσης.

Η είδηση παύει να είναι πάντοτε εκείνο που συνέβη και μετατρέπεται σε εκείνο που συμφέρει να ακουστεί.

Και ο πολίτης; Βρίσκεται κάπου ανάμεσα σε breaking news, σε ασταμάτητες διαφημίσεις και σε τηλεοπτικά πάνελ γεμάτα χαρωπές φατσούλες και ευδιάθετες φωνές, προσπαθώντας να ξεχωρίσει πού τελειώνει η ουσία και πού αρχίζει ο θόρυβος.

Ο μέσος άνθρωπος, εκείνος που δεν στηρίζει την επιβίωσή του στην εύνοια του κυβερνώντος κόμματος, ζει μέσα σε μια αλλόκοτη ισορροπία. Η καθημερινότητα τον πιέζει όλο και περισσότερο, με μισθούς που δεν φτάνουν, με κόστος ζωής που σκαρφαλώνει και με προοπτικές που στενεύουν ασφυκτικά. Την ίδια ώρα, απλώνεται ένα δίχτυ επιδομάτων που κρατά τα πράγματα σε μια κατάσταση υποφερτή. Όχι αξιοπρεπή, όχι σταθερή, όχι ελπιδοφόρα, απλώς υποφερτή. Όσο χρειάζεται για να μη γκρεμιστεί το σύστημα, όσο ακριβώς πρέπει για να μη μεταβληθεί τίποτε ουσιαστικό.

Και έτσι, η αντίδραση έχει δώσει τη θέση της σε μια συλλογική παραίτηση. Όχι επειδή ο κόσμος αδυνατεί να καταλάβει τι συμβαίνει, μα επειδή έχει κουραστεί να περιμένει ότι κάτι μπορεί στ’ αλήθεια να αλλάξει.

Η οργή λιώνει και γίνεται ειρωνεία, η ειρωνεία μετατρέπεται σε χιούμορ, κι αυτό το χιούμορ λειτουργεί σαν άμυνα, σαν ένας τρόπος επιβίωσης που ψιθυρίζει μονότονα: «Έλα μωρέ, έτσι είμαστε εμείς, τι περιμένεις τώρα;».

Κι όμως, το παράδοξο παραμένει τεράστιο. Αυτή η χώρα διαθέτει όλα τα υλικά για κάτι πολύ καλύτερο.

Έχει ιστορία που εμπνέει, γεωγραφία που άλλοι θα ζήλευαν, ανθρώπους ικανούς, ευφυείς και δημιουργικούς.

Κι όμως, καταφέρνει να τα διαχειρίζεται με τρόπο που θυμίζει περισσότερο οργανωμένο αυτοσαμποτάζ παρά εθνική στρατηγική. Σαν μια χώρα που κουβαλά μέσα της έναν μόνιμο αυτοκτονικό ιδεασμό.

Ίσως τελικά η μεγαλύτερη ειρωνεία να βρίσκεται ακριβώς εδώ. Στο ότι μια πατρίδα που κάποτε εξεγέρθηκε για να πάρει τη μοίρα στα χέρια της, σήμερα μοιάζει να έχει συμβιβαστεί με την ιδέα πως η μοίρα είναι κάτι που απλώς συμβαίνει. Και τότε το μόνο που απομένει είναι ο σχολιασμός, κατά προτίμηση με μπόλικο ποταπό σαρκασμό, γιατί αλλιώς αυτή η πραγματικότητα δύσκολα αντέχεται.

Χρόνια πολλά.