Η «Ελπίδα» χάνει στελέχη και οι αιχμές κατά της ΝΙΚΗΣ γυρίζουν μπούμερανγκ
Η αποχώρηση του πτέραρχου εν αποστρατεία Αθανάσιου Παπανικολάου από την «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» της Μαρίας Καρυστιανού δεν αποτελεί μια δευτερεύουσα πολιτική είδηση. Έρχεται σε μια στιγμή κατά την οποία το νεοσύστατο πολιτικό εγχείρημα εμφανίζει ήδη σοβαρούς εσωτερικούς τριγμούς, μόλις λίγες εβδομάδες μετά την παρουσίασή του στη Θεσσαλονίκη και την κατάθεση της ιδρυτικής του διακήρυξης στον Άρειο Πάγο.
Η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» παρουσιάστηκε στις 21 Μαΐου 2026, ενώ στις 26 Μαΐου κατατέθηκε στον Άρειο Πάγο η ιδρυτική της διακήρυξη, μαζί με περίπου 650 υπογραφές πολιτών. Το εγχείρημα εμφανίστηκε δημόσια ως μια νέα πολιτική προσπάθεια, με αναφορές στη δημοκρατία, στη διαφάνεια, στη συλλογικότητα και στην ανάγκη πολιτικής έκφρασης πολιτών που κινητοποιήθηκαν μετά την εθνική τραγωδία των Τεμπών.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο κ. Παπανικολάου δήλωσε ότι δεν έχει πλέον καμία σχέση με το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού, ούτε συμμετέχει σε αυτό ούτε τον εκφράζει. Το ουσιαστικό ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται στην αιτιολόγηση που αποδίδεται στην αποχώρησή του. Όπως γράφτηκε, το εγχείρημα, αντί να λειτουργήσει ως ανοιχτό κοινωνικό κίνημα με συλλογική δράση και δημοκρατική εκπροσώπηση, φέρεται να εξελίχθηκε σε μια περίκλειστη ομάδα, με καθοδήγηση από πρώην στελέχη της ΝΙΚΗΣ, δίνοντας τόνο «ιδεολογικής και πνευματικής περιχαράκωσης».
Οι αιχμές κατά της ΝΙΚΗΣ και το πραγματικό ερώτημα
Εδώ ακριβώς αρχίζουν τα ερωτήματα. Διότι όταν γίνεται λόγος για «πρώην στελέχη της ΝΙΚΗΣ», πρέπει να είναι απολύτως σαφές τι εννοείται. Αν είναι πρώην, τότε δεν εκπροσωπούν τη ΝΙΚΗ. Αν έχουν αποχωρήσει, δεν μπορούν να χρεώνονται αυτομάτως σε ένα κόμμα που εξακολουθεί να εκπροσωπείται στη Βουλή ως «Δημοκρατικό Πατριωτικό Κίνημα ΝΙΚΗ».
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν κάποια πρόσωπα είχαν κάποτε σχέση με τη ΝΙΚΗ. Το ζήτημα είναι αν η ΝΙΚΗ είχε τελικά δίκιο που κράτησε αποστάσεις, διαφυλάσσοντας μια θέση αξιοπρέπειας, πολιτικής καθαρότητας και θεσμικής σοβαρότητας. Διότι αν το πρόβλημα ενός νέου φορέα είναι η απουσία συλλογικότητας, η έλλειψη θεσμών, οι κλειστοί κύκλοι και οι αποφάσεις των λίγων, τότε η ευθύνη δεν μπορεί να μετακυλίεται εύκολα σε ένα κόμμα από το οποίο ορισμένα πρόσωπα είχαν ήδη απομακρυνθεί ή αποχωρήσει.
Η αποχώρηση Παπανικολάου δεν ήρθε μόνη της. Προηγήθηκε ή συνέπεσε με την ηχηρή αποχώρηση του Βασίλη Κοκοτσάκη, γνωστού πραγματογνώμονα που συνδέθηκε με τον αγώνα των συγγενών των θυμάτων των Τεμπών. Στην επιστολή του, ο κ. Κοκοτσάκης έκανε λόγο για συγκεντρωτικό μοντέλο λήψης αποφάσεων, απουσία θεσμών και διαδικασιών, καθώς και για απόκλιση του εγχειρήματος από το αρχικό όραμα ενός αυθεντικού κινήματος πολιτών.
Ο ίδιος, σύμφωνα με όσα δημοσιοποιήθηκαν, ανέφερε ότι η Μαρία Καρυστιανού, ως επικεφαλής, φέρει την κύρια πολιτική ευθύνη για τον τρόπο με τον οποίο οργανώθηκε και λειτούργησε ο φορέας. Υποστήριξε ακόμη ότι η ιδρυτική διακήρυξη συντάχθηκε χωρίς συλλογικές διαδικασίες, ότι ανάλογη πορεία φαινόταν να ακολουθείται και για το καταστατικό, και ότι οργανωτικές προτάσεις αγνοήθηκαν υπέρ ενός μοντέλου αποφάσεων από περιορισμένο αριθμό προσώπων.
Αυτά δεν είναι ασήμαντες παρατηρήσεις. Είναι βαριές πολιτικές διαπιστώσεις από έναν άνθρωπο που δεν εμφανίστηκε ξαφνικά στον δημόσιο διάλογο, αλλά είχε στηρίξει το εγχείρημα με πολιτικό και ηθικό κεφάλαιο. Όταν ένας τέτοιος άνθρωπος αποχωρεί, δεν αρκούν γενικόλογες απαντήσεις. Απαιτούνται σαφείς εξηγήσεις.
Ποιος αποφάσιζε πραγματικά μέσα στην «Ελπίδα»;
Το κρίσιμο ερώτημα δεν μπορεί πλέον να αποφεύγεται: ποιος πραγματικά αποφάσιζε μέσα στην «Ελπίδα»; Υπήρχε ανοιχτή διαδικασία ή υπήρχε ένας στενός κύκλος; Υπήρχε πολιτική συγκρότηση ή προσωπικές επιρροές; Υπήρχε κίνημα πολιτών ή ένα προσωποπαγές εγχείρημα που ζητούσε από τους πολίτες πίστη χωρίς θεσμικές εγγυήσεις;
Ο κ. Αυγερινός είχε παρουσιάσει το εγχείρημα ως κάτι νέο, δηλώνοντας ότι δεν θα υπάρξει συνεργασία με κόμματα του «παλιού σκηνικού» και ότι η «Ελπίδα» συγκροτείται ως πρωτόγνωρο πολιτικό φαινόμενο από πολίτες που, όπως είπε, «αναγκάζονται» να μπουν στην πολιτική μετά τα Τέμπη. Είχε επίσης υποστηρίξει ότι η χρηματοδότηση προέρχεται από τη Μαρία Καρυστιανού και από εθελοντικές συνεισφορές, απορρίπτοντας σενάρια περί άλλων πηγών χρηματοδότησης.
Όμως η πολιτική δεν κρίνεται μόνο από τις προθέσεις που δηλώνονται. Κρίνεται από τις διαδικασίες που εφαρμόζονται. Και όταν άνθρωποι που στήριξαν το εγχείρημα αποχωρούν καταγγέλλοντας αδιαφάνεια, συγκεντρωτισμό, απουσία συλλογικών οργάνων και κλειστές παρέες, τότε η ηγεσία οφείλει απαντήσεις. Όχι υπεκφυγές. Όχι μεταφορά ευθυνών σε «πρώην στελέχη» άλλων κομμάτων. Όχι γενικόλογες αναφορές στο παλιό και στο νέο. Συγκεκριμένες απαντήσεις.
Κυρία Καρυστιανού, κύριε Αυγερινέ, μήπως πρέπει να δοθούν καθαρές εξηγήσεις πριν αρχίσουν να διαρρέουν από εδώ και από εκεί πληροφορίες που θα δυσκολέψουν ακόμη περισσότερο τη θέση σας; Διότι ήδη έχουν μείνει εκτεθειμένοι πολλοί άνθρωποι που πίστεψαν ότι συμμετέχουν σε κάτι ανοιχτό, συλλογικό και καθαρό.
Και εάν ισχύουν όσα ακούγονται περί πιέσεων προς πρόσωπα ή ομάδες για το ποιος θα στηρίξει και ποιος όχι το εγχείρημα Καρυστιανού, τότε η απάντηση πρέπει να είναι άμεση, καθαρή και δημόσια. Αν δεν ισχύουν, να διαψευστούν ευθέως. Αν ισχύουν, να ειπωθεί ποιος τα έκανε, με ποια ιδιότητα και με ποια νομιμοποίηση.
Το ίδιο ισχύει και για την ομάδα Κοκοτσάκη. Υπάρχουν ερωτήματα για το ποιοι στήριξαν, ποιοι αποχώρησαν, ποιοι γνώριζαν, ποιοι διαφωνούσαν και ποιοι σιωπούσαν. Υπάρχουν, επίσης, ερωτήματα για το αν κάποιοι συγγενείς θυμάτων των Τεμπών αισθάνονται σήμερα ότι δεν έλαβαν τη στήριξη που περίμεναν, όχι μόνο τώρα, αλλά και τους προηγούμενους μήνες. Αυτά τα ζητήματα δεν λύνονται με υπαινιγμούς. Λύνονται με καθαρές απαντήσεις.
Το πολιτικό μπούμερανγκ και η ανάγκη απαντήσεων
Το μείζον πολιτικό θέμα είναι απλό: ένα κίνημα που γεννήθηκε στο όνομα της διαφάνειας δεν μπορεί να λειτουργεί με ασάφεια. Ένα εγχείρημα που επικαλείται τη δημοκρατία δεν μπορεί να φοβάται τη συλλογικότητα. Ένας φορέας που ζητά εμπιστοσύνη δεν μπορεί να αφήνει σκιές γύρω από τα πρόσωπα που λαμβάνουν αποφάσεις.
Και τελικά, η αιχμή κατά της ΝΙΚΗΣ ίσως αποδειχθεί μπούμερανγκ. Διότι όσο περισσότερο επιχειρείται να φορτωθούν οι εσωτερικές δυσλειτουργίες της «Ελπίδας» σε πρόσωπα που κάποτε πέρασαν από τη ΝΙΚΗ, τόσο πιο έντονα προκύπτει το αντίστροφο ερώτημα: μήπως η ΝΙΚΗ διέγνωσε εγκαίρως ότι αυτός ο χώρος δεν είχε τις θεσμικές προϋποθέσεις που διακήρυττε; Μήπως τελικά η απόσταση που κράτησε ήταν πολιτικά ορθή; Και μήπως όσοι σήμερα δείχνουν τη ΝΙΚΗ για να εξηγήσουν την κρίση της «Ελπίδας» απλώς αποφεύγουν να κοιτάξουν το πραγματικό πρόβλημα μέσα στο ίδιο το εγχείρημα;
Η απάντηση δεν μπορεί να καθυστερεί. Όταν αποχωρούν πρόσωπα με δημόσιο βάρος, όταν καταγγέλλεται συγκεντρωτισμός, όταν γίνεται λόγος για «αυλές», όταν ένας πτέραρχος εν αποστρατεία δηλώνει ότι δεν έχει πλέον καμία σχέση με τον φορέα και όταν ο Κοκοτσάκης ζητά συγγνώμη από όσους τον εμπιστεύθηκαν, η κρίση δεν είναι επικοινωνιακή. Είναι πολιτική. Και απαιτεί πολιτική απάντηση.
Πιο Δημοφιλή
Ακρόπολη: Ολοκληρώθηκε κρίσιμη αποκατάσταση
Σορός σε σύστημα προσγείωσης αεροσκάφους
Αγγέλου: Τι πληρώνουν οι επαναλήψεις σειρών
Πιο Πρόσφατα
Δένδιας: Νέο πρότυπο για τα κέντρα νεοσυλλέκτων
Η Τεχνητή Νοημοσύνη αλλάζει την εκπαίδευση
Ανακοίνωση βαθμολογιών Πανελλαδικών 2026