Η επέτειος που φωτίζει το Έπος του ’21 και εκθέτει τη σημερινή εθνική μας καθίζηση
Υπάρχουν εθνικές επέτειοι που δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν, ούτε περιορίζονται σε μια τελετουργική αναφορά, σε μια παρέλαση ή σε έναν επετειακό λόγο. Υπάρχουν στιγμές της Ιστορίας που επιστρέφουν διαρκώς, με μια σχεδόν ενοχλητική επιμονή, επειδή κουβαλούν μέσα τους ένα μέτρο σύγκρισης αβάσταχτο για το παρόν. Η Επανάσταση του 1821 είναι ακριβώς μια τέτοια περίπτωση. Είναι από εκείνα τα ιστορικά γεγονότα που έχουν ειπωθεί αμέτρητες φορές, έχουν υμνηθεί, έχουν χρησιμοποιηθεί, έχουν φθαρεί από την επανάληψη, κι όμως παραμένουν βαθιά άγνωστα. Κι αυτή η άγνοια δεν αφορά μονάχα επιμέρους λεπτομέρειες ή σχολικά κενά. Αφορά τον ίδιο τον πυρήνα του γεγονότος, τη διεθνή του διάσταση, τη μοναδικότητά του, το ιστορικό του βάρος. Και γι’ αυτό ακριβώς το ’21 εξακολουθεί να μας στοιχειώνει. Επειδή κάθε φορά που το κοιτάζουμε με καθαρό βλέμμα, αντικρίζουμε μαζί και το σημερινό μας πρόσωπο, ένα πρόσωπο εξαντλημένο, αμήχανο, παραδομένο σε μια παρακμή που φαντάζει ακόμη πιο βαριά όταν αντιπαραβληθεί με το μέγεθος εκείνου του άλματος.
Η Ελληνική Επανάσταση είχε τρεις θεμελιώδεις μοναδικότητες, οι οποίες ούτε συζητούνται όσο θα έπρεπε ούτε διδάσκονται με τη βαρύτητα που τους αναλογεί. Η πρώτη έχει να κάνει με τον ιστορικό χρόνο στον οποίο εκδηλώθηκε. Το 1821 υπήρξε μία από τις πρώτες εθνικές επαναστάσεις που ξέσπασαν στις αρχές του 19ου αιώνα στην ευρύτερη περιοχή μας. Κι ακόμη περισσότερο, υπήρξε η μόνη από αυτές που παρήγαγε άμεσα αποτελέσματα, η μόνη που κατόρθωσε να μετατρέψει την εξέγερση σε ιστορική τομή με μετρήσιμο πολιτικό αποτέλεσμα μέσα σε συνθήκες ασφυκτικά εχθρικές. Η σερβική επανάσταση, που είχε ξεκινήσει ήδη από το 1804 εναντίον των Οθωμανών, καταπνίγηκε, αναζωπυρώθηκε το 1815 και εξασφάλισε de facto αυτονομία το 1817, πάντοτε όμως εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η πλήρης ανεξαρτησία της Σερβίας ήρθε εξήντα ολόκληρα χρόνια αργότερα, το 1878, ύστερα από το Συνέδριο του Βερολίνου. Την ίδια περίπου εποχή εκδηλώθηκε και η επανάσταση των Καρμπονάρων στη Νάπολη, στα τέλη του 1820 και στις αρχές του 1821, ένα κίνημα με έντονα δημοκρατικά χαρακτηριστικά και ταυτόχρονα με σαφές πρόταγμα εθνικής αναγέννησης, συνδεδεμένο με την επιθυμία να αρθεί ο κατακερματισμός της Ιταλίας και να σπάσουν οι αλυσίδες της ξένης επιρροής. Κι εκείνο, ωστόσο, καταπνίγηκε με την παρέμβαση της Αυστρίας. Η ενοποίηση της Ιταλίας θα θεμελιωθεί μόλις το 1861 και θα ολοκληρωθεί το 1870, μισό αιώνα αργότερα. Η ελληνική περίπτωση, συνεπώς, δεν υπήρξε μία ακόμη εξέγερση της εποχής. Υπήρξε το μοναδικό επαναστατικό εγχείρημα στην περιοχή που μπόρεσε να μετουσιώσει τον ξεσηκωμό σε άμεση πολιτική πραγματικότητα.
Η δεύτερη μοναδικότητα της Ελληνικής Επανάστασης είναι ακόμη πιο βαριά ιστορικά. Ο αγώνας των Ελλήνων υπήρξε η πρώτη επανάσταση εναντίον προνεωτερικής αυτοκρατορίας που κατέληξε στη δημιουργία εθνικού κράτους. Ως τότε είχαν υπάρξει αυτοκρατορίες, εξεγέρσεις, αποσχιστικά κινήματα, αποικιακοί πόλεμοι, είχαν υπάρξει η Ολλανδία ως ναυτική δύναμη, οι Ηνωμένες Πολιτείες ως το πρώτο επιτυχημένο αντιαποικιακό πείραμα που γέννησε δημοκρατία, είχε προηγηθεί η Γαλλική Επανάσταση που συγκλόνισε την Ευρώπη και ενεργοποίησε αλυσιδωτές εθνικές και δημοκρατικές αφυπνίσεις απέναντι στις αυτοκρατορίες, είχε ξεκινήσει παράλληλα και το μπολιβαρικό κύμα στη Λατινική Αμερική. Ομως εθνικό κράτος που να θεμελιώνεται μέσα από επανάσταση εναντίον μιας παραδοσιακής, πολυεθνοτικής, προνεωτερικής αυτοκρατορίας αλλόθρησκου χαρακτήρα, στην καρδιά της Ευρώπης, δεν είχε υπάρξει προηγουμένως. Το μικρό κράτος που δημιουργήθηκε στη νοτιότερη άκρη της Βαλκανικής ήταν το πρώτο του είδους του. Και ιδρύθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με ένα άλλο σύγχρονο κράτος, το Βέλγιο του 1830-31, το οποίο όμως προέκυψε μέσα από έναν δυναστικό και γεωπολιτικό συμβιβασμό ανάμεσα στη Γαλλία και την Ολλανδία, όχι ως καρπός μακροχρόνιου εθνικού αγώνα αφύπνισης, αντίστασης και αυτοθυσίας. Η ελληνική περίπτωση, με άλλα λόγια, υπήρξε όχι απλώς επιτυχής. Υπήρξε πρωτοποριακή για όλη τη νεότερη ευρωπαϊκή εμπειρία.
Η τρίτη και ίσως πιο συγκλονιστική ιδιαιτερότητα του Αγώνα βρίσκεται στη διεθνή συγκυρία μέσα στην οποία ξέσπασε. Οι Ελληνες επαναστάτες επέλεξαν να σηκώσουν το βάρος της εξέγερσης τη χειρότερη δυνατή στιγμή από άποψη διεθνών συσχετισμών. Οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι είχαν λήξει, ο Ναπολέων είχε ηττηθεί από το 1815 και έσβηνε εξόριστος στην Αγία Ελένη ακριβώς τη χρονιά της Ελληνικής Επανάστασης. Στην Ευρώπη είχε αποκατασταθεί η μοναρχική τάξη, οι θρόνοι είχαν επιστρέψει, η Ιερά Συμμαχία είχε συγκροτηθεί και είχε αναγάγει σε κεντρικό της σκοπό την καταπολέμηση των δύο μεγάλων «δαιμόνων» της εποχής, της Δημοκρατίας και του Εθνικισμού. Και μέσα σε αυτή τη ζοφερή, εχθρική και απολύτως απαγορευτική διεθνή ατμόσφαιρα, οι Ελληνες επαναστάτες προβάλλουν από την πρώτη στιγμή όχι μόνο το αίτημα της απελευθέρωσης από την οθωμανική κυριαρχία, αλλά και την πρόθεσή τους να συγκροτήσουν μια από τις πιο προωθημένες δημοκρατίες της εποχής τους. Οταν στο συνέδριο της Ιεράς Συμμαχίας στο Λάιμπαχ, από τον Ιανουάριο έως τον Μάιο του 1821, τέθηκε θέμα συμπαράστασης προς τους Ελληνες, η απάντηση υπήρξε αρνητική. Στην ίδια ακριβώς συνεδρίαση οι μονάρχες καταδίκαζαν και τους Καρμπονάρους που επίσης είχαν επαναστατήσει. Η διεθνής τάξη του καιρού εκείνου είχε ξεκάθαρο εχθρό. Και μέσα σε αυτό το εχθρικό περιβάλλον, οι Ελληνες βγήκαν μόνοι τους μπροστά.
Ακόμη και ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος ως υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας είχε διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στο Συνέδριο της Βιέννης το 1815, έβλεπε ήδη από το 1821 την επιρροή του να φθίνει. Λίγο αργότερα πεθαίνει ο τσάρος Αλέξανδρος και τον διαδέχεται ο Νικόλαος, ο οποίος μετά το 1825 και την καταστολή του κινήματος των Δεκεμβριστών, που θεωρήθηκαν τότε φορείς δημοκρατικών και εθνικών ιδεών, μετατοπίζεται σε σαφώς πιο συντηρητικές θέσεις. Ο Καποδίστριας χάνει πια κάθε πραγματική δυνατότητα επιρροής στον ρωσικό παράγοντα. Η Ελληνική Επανάσταση, πράγματι, εκδηλώθηκε σε διεθνές περιβάλλον απολύτως αρνητικό, σχεδόν ασφυκτικό. Το μόνο σημαντικό παράθυρο που άνοιξε αργότερα υπήρξε ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος του 1828, τον οποίο ο Καποδίστριας αξιοποίησε με επιδεξιότητα για να διεκδικήσει όχι ένα καθεστώς περιορισμένης αυτονομίας, όπως είχαν αρχικά κατά νου οι Μεγάλες Δυνάμεις, αλλά πλήρη ανεξαρτησία, καθώς και τη διεύρυνση των αρχικών συνόρων που προορίζονταν για το υπό σύσταση ελληνικό κράτος.
Μέσα σε αυτή την αφήγηση έχει παγιωθεί επί μακρόν ένας ισχυρισμός που ακυρώνει την ουσία του Αγώνα και τον απογυμνώνει από την πραγματική του δυναμική. Ο ισχυρισμός ότι η Ελληνική Επανάσταση «σώθηκε» το 1827 από την παρέμβαση των ξένων στόλων στο Ναβαρίνο. Η αλήθεια είναι πολύ πιο απαιτητική και πολύ πιο σύνθετη. Η Επανάσταση ξέσπασε τον Μάρτιο του 1821 και η Ναυμαχία του Ναβαρίνου έγινε έξι χρόνια αργότερα. Στο διάστημα από το 1821 έως το 1825 οι Ελληνες νικούσαν. Είχαν καταφέρει να απελευθερώσουν τον Μοριά, μεγάλο τμήμα της Ρούμελης, την Εύβοια και αρκετά νησιά. Οι Οθωμανοί, ακριβώς επειδή αδυνατούσαν να καταστείλουν την εξέγερση, αναγκάστηκαν να ζητήσουν τη βοήθεια μιας άλλης μεγάλης δύναμης της εποχής, της Αιγύπτου, η οποία μπορεί τυπικά να ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ουσιαστικά όμως λειτουργούσε αυτόνομα, με δική της στρατιωτική και πολιτική ισχύ. Οι αιγυπτιακές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στον Μοριά το 1825, όμως ούτε ως το 1827 είχαν κατορθώσει να κάμψουν ολοκληρωτικά την Επανάσταση, ούτε στην Πελοπόννησο ούτε στη Στερεά. Ο Ιμπραήμ δεν θα πατούσε ποτέ στον Μοριά, εάν οι Ελληνες δεν είχαν ήδη νικήσει και εάν δεν είχαν δημιουργήσει μια πραγματική επαναστατική κατάσταση που απειλούσε να παγιωθεί. Και η Ναυμαχία του Ναβαρίνου δεν θα είχε συμβεί ποτέ, εάν ως το 1827 οι Ελληνες είχαν λυγίσει πλήρως. Η επέμβαση υπήρξε επειδή υπήρχε ακόμη ζωντανός αγώνας, επειδή υπήρχε αντοχή, επειδή υπήρχε πεδίο μάχης ανοιχτό.
Υπάρχει και κάτι ακόμη που αποσιωπάται συστηματικά. Η ίδια η Ναυμαχία του Ναβαρίνου δεν υπήρξε μια προδιαγεγραμμένη στρατηγική επιλογή των τριών στόλων. Ο Βρετανός ναύαρχος Κόδριγκτον, που ηγήθηκε και νίκησε τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο, όταν επέστρεψε στην πατρίδα του, αντιμετωπίστηκε με επιφύλαξη, επικρίθηκε και τέθηκε στο περιθώριο. Η δε Αίγυπτος ήταν τόσο ξεχωριστή και τόσο ισχυρή δύναμη της εποχής, ώστε μόλις έξι χρόνια μετά την αποχώρηση του Ιμπραήμ από τον Μοριά ξέσπασε Τουρκοαιγυπτιακός Πόλεμος, στον οποίο οι Αιγύπτιοι κατατρόπωσαν τις οθωμανικές δυνάμεις και έφτασαν κοντά στην Κωνσταντινούπολη, με τον Σουλτάνο να διασώζεται τότε μέσω της παρέμβασης Γάλλων και Ρώσων. Και έναν χρόνο μετά το Ναβαρίνο ξέσπασε ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος, μέσα στον οποίο ο Σουλτάνος βρέθηκε ξανά να στηρίζεται σε παρεμβάσεις τρίτων δυνάμεων. Κανείς, ωστόσο, δεν διανοήθηκε να ισχυριστεί ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία «υπήρξε» ή «σώθηκε» χάρη στους ξένους. Η ιστορική λογική δεν μπορεί να αλλάζει ανάλογα με την ιδεολογική χρήση της.
Και ακόμη και μετά το Ναβαρίνο και την αναδίπλωση των αιγυπτιακών δυνάμεων από τον Μοριά, ο πόλεμος στον ελλαδικό χώρο συνεχίστηκε για τρία ολόκληρα χρόνια. Στο διάστημα αυτό οι Ελληνες κατόρθωσαν να εκδιώξουν τις οθωμανικές δυνάμεις από τη Ρούμελη, να διευρύνουν αισθητά τα όρια του νεοσύστατου κράτους και να αναβαθμίσουν το αρχικά συζητούμενο καθεστώς περιορισμένης αυτονομίας σε πλήρη ανεξαρτησία. Η ιστορική πραγματικότητα, συνεπώς, είναι αμείλικτη. Οι Ελληνες επαναστάτες δεν περίμεναν να σωθούν. Πολέμησαν, άντεξαν, διαμόρφωσαν οι ίδιοι τους όρους υπό τους οποίους η διεθνής συγκυρία αναγκάστηκε τελικά να μετακινηθεί.
Το ίδιο ακριβώς μοτίβο αποκαλύπτεται και σε άλλες μεγάλες επαναστατικές εμπειρίες της νεότερης εποχής. Κατά τη διάρκεια της Αμερικανικής Επανάστασης, πενήντα περίπου χρόνια πριν από το 1821, οι εξεγερμένοι Αμερικανοί δέχθηκαν τη συνδρομή δύο ξένων στόλων, του γαλλικού και του ισπανικού, καθώς και την ενίσχυση γαλλικού εκστρατευτικού σώματος χιλιάδων ανδρών. Η βοήθεια αυτή δεν περιορίστηκε σε μια στιγμή ή σε ένα μεμονωμένο γεγονός. Κράτησε χρόνια, εκδηλώθηκε σε πολλαπλά μέτωπα, στον Ατλαντικό και στη στεριά. Κι όμως, οι Αμερικανοί ουδέποτε αποδέχθηκαν ότι «τους απελευθέρωσαν οι Γάλλοι». Η ιστορική τους αυτοσυνείδηση διατηρήθηκε ακέραιη. Κατανόησαν ότι οι ξένες παρεμβάσεις έρχονται όταν ένας λαός έχει ήδη αποφασίσει να πάρει την τύχη του στα χέρια του, όταν έχει ήδη ξεκινήσει, όταν έχει ήδη αποδείξει ότι αντέχει. Το ίδιο ίσχυσε και στην ελληνική περίπτωση, σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό. Οι Ελληνες ξεκίνησαν στο πιο δύσκολο σημείο, πάλεψαν επί χρόνια μόνοι τους, άντεξαν περισσότερο απ’ όσο επέτρεπαν οι συσχετισμοί και πέτυχαν κάτι που τότε φαινόταν αδιανόητο. Αυτό προσδίδει στην Επανάστασή τους όχι μόνο το επικό της μέγεθος. Προσδίδει και το τραγικό της βάθος.
Οσοι επιμένουν ακόμη και σήμερα να υποστηρίζουν ότι «μας ελευθέρωσαν οι ξένοι στόλοι» επιχειρούν στην ουσία να ακυρώσουν την Ιστορία μέσα από την υποτιθέμενη ερμηνεία της. Αφαιρούν από την ιστορική αφήγηση την κινητήρια δύναμη των εθνικών και δημοκρατικών κινημάτων που διαμόρφωσαν τον νεότερο κόσμο. Το προνεωτερικό καθεστώς στην Ευρώπη και στη Δύση γενικότερα αποτελούνταν από βασίλεια, δυναστείες, αυτοκρατορίες και αποικιακές δομές κυριαρχίας. Αυτό το καθεστώς σαρώθηκε από εθνικές εξεγέρσεις με δημοκρατικά προτάγματα. Η Αμερικανική Επανάσταση υπήρξε η πρώτη μεγάλη νίκη κατά της αποικιοκρατίας. Η Ελληνική υπήρξε η πρώτη που ξέσπασε, άντεξε και νίκησε σε μια εποχή κατά την οποία το παλαιό καθεστώς είχε ήδη επιστρέψει στην Ευρώπη, ανασυγκροτημένο, αποφασισμένο και αδίστακτο.
Γι’ αυτό ακριβώς η συζήτηση για το 1821 δεν είναι μια υπόθεση επετειακής ευλάβειας ούτε μια άσκηση ιστοριογραφικής φιλομάθειας. Εχει άμεση σημασία για το σήμερα. Οι εθνικές επέτειοι είναι ο καθρέφτης μέσα στον οποίο μια κοινωνία κοιτάζει τελικά τον εαυτό της στο παρόν. Και αυτό που μας λέει το ’21 σήμερα είναι πολύ πιο ενοχλητικό απ’ όσο αντέχουμε να ομολογήσουμε. Μας υπενθυμίζει ότι το εθνικό και το δημοκρατικό στοιχείο είναι αξεχώριστα στη δημιουργία του σύγχρονου κόσμου. Μας θυμίζει επίσης ότι αυτό που σήμερα εμφανίζεται με το πρόσωπο του globalism, της παγκοσμιοποίησης, μοιάζει σε πολλά με τη μοναρχική παλινόρθωση και την Ιερά Συμμαχία της εποχής εκείνης. Και τότε τα κυρίαρχα επιχειρήματα ήταν η σταθερότητα και η ασφάλεια. Και τότε οι εχθροί ονομάζονταν περίπου όπως σήμερα. Ο «εθνικισμός» συγχεόταν σκόπιμα με τον πατριωτισμό. Ο «λαϊκισμός» συγχεόταν σκόπιμα με τη λαϊκή κυριαρχία. Ο «εθνικός κατακερματισμός» ταυτιζόταν αυθαίρετα με την αυτοδιάθεση και την εθνική ανεξαρτησία.
Στη σημερινή εποχή, όποιος διατηρεί εθνικά προτάγματα στιγματίζεται εύκολα ως εθνικιστής ή ακροδεξιός. Οποιος υπερασπίζεται δημοκρατικά προτάγματα καταγγέλλεται ως λαϊκιστής. Και όσοι αυτοπροσδιορίζονται ως «πολίτες του κόσμου» αναπολούν συχνά, χωρίς ίσως να το συνειδητοποιούν, έναν κόσμο διεθνούς διακυβέρνησης, πολυπολιτισμικότητας χωρίς συνοχή, χωρίς πολιτιστική ταυτότητα, χωρίς ιστορική μνήμη, χωρίς δημοκρατικό έλεγχο από τις τοπικές κοινωνίες, έναν κόσμο που θυμίζει έντονα την προνεωτερική συνθήκη των αυτοκρατοριών και των δυναστικών μορφωμάτων. Το μόνο που λείπει από αυτή τη νέα αφήγηση είναι το «ελέω Θεού». Ολη η υπόλοιπη λογική παραμένει παρούσα. Στο όνομα δήθεν του μέλλοντος, οραματίζονται στην πραγματικότητα την αναπαλαίωση ενός σκοτεινού και ξεπερασμένου παρελθόντος, εκείνου που σάρωσαν οι φιλελεύθερες και εθνικές επαναστάσεις στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο.
Αν δεχόταν κανείς τις θεωρίες τους, τότε η Ελληνική Επανάσταση δεν θα έπρεπε ποτέ να ξεκινήσει. Δεν θα έπρεπε να πετύχει. Ισως, μέσα από αυτή τη σκοπιά, θα έπρεπε να θεωρείται συνολικά ένα ιστορικό «λάθος». Και βέβαια, αν οι επαναστάτες του ’21 και η πνευματική ηγεσία που προετοίμασε επί χρόνια τον ξεσηκωμό διέθεταν τη νοοτροπία, τους φόβους και τα πολιτικά αντανακλαστικά πολλών από όσους κυβερνούν σήμερα, η Επανάσταση δεν θα είχε γίνει ποτέ. Αυτή η σκέψη είναι από μόνη της συντριπτική. Και αποκαλύπτει με τον πιο καθαρό τρόπο πόσο έχει υποχωρήσει η αυτοσυνειδησία μας, πόσο έχει απονευρωθεί η σχέση μας με την Ιστορία, πόσο βαθιά έχει προχωρήσει η παρακμή μας.
Αν κάτι αξίζει, λοιπόν, να κρατήσουμε σήμερα από την εθνική επέτειο, δεν είναι μόνο η δόξα εκείνων που τόλμησαν. Είναι κυρίως η σύγκριση με τη δική μας κατάσταση. Είναι το αίσθημα ότι κάποτε αυτός ο τόπος παρήγαγε ανθρώπους ικανούς να αναμετρηθούν με το αδιανόητο, να κινηθούν κόντρα σε κάθε διεθνή συσχετισμό, να συλλάβουν την ελευθερία ως πράξη εθνική και δημοκρατική ταυτόχρονα. Και είναι η πικρή διαπίστωση ότι σήμερα βιώνουμε το ακριβώς αντίθετο. Οχι το ύψος εκείνης της δημιουργικής έξαρσης, αλλά το βάθος μιας παρακμής που κάνει την επέτειο του ’21 να ακούγεται λιγότερο ως πανηγυρισμός και περισσότερο ως κατηγορώ για όσα έχουμε γίνει.
Πιο Δημοφιλή
Η κυβέρνηση της αταξίας: Σκάνδαλα, ακρίβεια, ΕΣΥ
Πιο Πρόσφατα
Πλακιάς για δίκη Τεμπών: «Δεν θα υπάρξει δικαίωση»