Η επίσκεψη Τραμπ στο Πεκίνο και η νέα στρατηγική

Σύνοψη Άρθρου

  • Η επίσκεψη Τραμπ στο Πεκίνο πραγματοποιήθηκε με καθυστέρηση λόγω του πολέμου στο Ιράν.
  • Η Κίνα υποβάθμισε την επίσκεψη, προβάλλοντας τις «τέσσερις κόκκινες γραμμές» της.
  • Ο Σι Τζινπίνγκ αναφέρθηκε στην «παγίδα του Θουκυδίδη» και προειδοποίησε για το ζήτημα της Ταϊβάν.
  • ΗΠΑ και Κίνα συμφώνησαν στο δόγμα της «εποικοδομητικής στρατηγικής σταθερότητας».
  • Η Κίνα παραμένει επιφυλακτική για τη μακροπρόθεσμη συνεργασία με τον Τραμπ.

Ρεπορτάζ: Κώστας Ράπτης

Η πρόσφατη επίσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο, η πρώτη του είδους από το 2017, σηματοδοτεί μια σημαντική στροφή στην αμερικανική εξωτερική πολιτική απέναντι στην Κίνα. Αν και αρχικά σχεδιαζόταν ως ένας «γύρος θριάμβου» μετά από μια γρήγορη νίκη των ΗΠΑ επί του Ιράν, η πραγματικότητα αποδείχθηκε διαφορετική. Ο εμπορικός πόλεμος που ξεκίνησε τον Απρίλιο του προηγούμενου έτους, ο τεχνολογικός πόλεμος με τους περιορισμούς εξαγωγής ημιαγωγών της Nvidia, και η ενεργειακή «περικύκλωση» μέσω επεμβάσεων στη Βενεζουέλα και το Ιράν, δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Αντίθετα, η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε με καθυστέρηση λόγω των περιπλοκών του πολέμου στον Περσικό Κόλπο, με το αμερικανικό γόητρο να έχει πληγεί.

Ασυμμετρία θέσης και κινεζική αυτοπεποίθηση

Η ασυμμετρία της θέσης των δύο πλευρών ήταν εμφανής. Δεν ήταν ο Σι Τζινπίνγκ που αποζητούσε κάτι από τον Τραμπ, αλλά το αντίθετο. Το Πεκίνο δεν βρισκόταν υπό πίεση και δεν εξαρτιόταν από την αμερικανική καλή θέληση. Η κινεζική πλευρά, παρά την πρωτοκολλητική γενναιοδωρία, υποβάθμισε συστηματικά την επίσκεψη στα μέσα ενημέρωσης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το πρωτοσέλιδο της «China Daily» που προέβαλε τη συνάντηση του Σι με τον ηγέτη του Τατζικιστάν, ενώ σε δευτερεύον άρθρο γινόταν λόγος για συνεννόηση με τις ΗΠΑ. Η κινεζική πρεσβεία στην Ουάσινγκτον, με ανάρτησή της, υπενθύμισε τις «τέσσερις κόκκινες γραμμές» του Πεκίνου: Ταϊβάν, ανθρώπινα δικαιώματα, κινεζικό πολιτικό σύστημα και το δικαίωμα της Κίνας να αναπτύσσεται.

Η αμερικανική αντιπροσωπεία, από την άλλη, περιλάμβανε κορυφαίους επιχειρηματίες όπως ο Έλον Μασκ, ο Τιμ Κουκ, ο Ντέιβιντ Σόλομον, ο Λάρι Φινκ, η Τζέιν Φρέιζερ, ο Στίβεν Σουόρτσμαν, η Κέλι Όρτμπεργκ και ο Τζένσεν Χουάνγκ, γεγονός που υπογράμμιζε την ανάγκη για εμπορικές συμφωνίες. Ωστόσο, η κινεζική αποφασιστικότητα είχε ήδη δοκιμαστεί, όταν η επιβολή κυρώσεων σε πέντε κινεζικά διυλιστήρια που συνεργάζονταν με το Ιράν προκάλεσε μια πρωτοφανή αντίδραση: η κινεζική κυβέρνηση απαγόρευσε στις επιχειρήσεις αυτές να συμμορφωθούν με τα «μονομερή» και «παράνομα» μέτρα.

Η «παγίδα του Θουκυδίδη» και η νέα στρατηγική

Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, ο Σι Τζινπίνγκ αναφέρθηκε στην «παγίδα του Θουκυδίδη», τον κίνδυνο εγκλωβισμού σε έναν ανταγωνισμό μεταξύ μιας εμπεδωμένης και μιας αναδυόμενης δύναμης. Υπογράμμισε ότι το ζήτημα της Ταϊβάν είναι το σημαντικότερο στις σινο-αμερικανικές σχέσεις, προειδοποιώντας ότι η κακή διαχείρισή του θα οδηγήσει σε αντιπαράθεση. Παράλληλα, δήλωσε ότι «η αναγέννηση της Κίνας δεν αντίκειται προς το Make America Great Again», ορίζοντας ουσιαστικά το πλαίσιο των εξελίξεων. Ο Τραμπ, από την πλευρά του, αναφέρθηκε σε ιστορικές εμπορικές σχέσεις και προσκάλεσε τον Σι στον Λευκό Οίκο για τις 24 Σεπτεμβρίου.

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, δήλωσε ότι η Ουάσινγκτον προσβλέπει στη συμβολή της Κίνας για την αποκλιμάκωση της έντασης με το Ιράν και την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας. Οι δύο πλευρές συμφώνησαν σε ένα νέο δόγμα, την «εποικοδομητική στρατηγική σταθερότητα», το οποίο προτάσσει τη συνεργασία και θέτει όρια στον ανταγωνισμό, ώστε αυτός να είναι υγιής και όχι καταστροφικός. Σε υλικό επίπεδο, τα αποτελέσματα είναι ασαφή, με την Κίνα να συνδέει την αγορά αμερικανικών προϊόντων με «τις ανάγκες της αγοράς» και όχι με συγκεκριμένους στόχους. Η Κίνα δηλώνει έτοιμη να συνεργαστεί, αλλά παραμένει επιφυλακτική απέναντι σε οποιαδήποτε συμφωνία με τον Τραμπ, προκρίνοντας μια σταδιακή επαλήθευση της αμερικανικής συνεργασιμότητας.